1859/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1859/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1859 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1859/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Α. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Ι. - Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3. Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4. Φ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ράπτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 972/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2016 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. ...2016 από 17-6-2016 κοινή αίτηση των: α) Α. Ρ. του Ε., β) Ι.-Σ. Σ. του Σ., γ) Π. Κ. του Γ. και δ) Φ. (F.) Δ. (D.) του Θ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 972/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 9-6-2016, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.- Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιοποίνου πράξεως, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004 και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Κατά τη σαφή αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών, που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους, που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίον είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις, τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως, αφ’ ότου και αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής του αδικήματος αυτού, την συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής του τελευταίου χρέους του πίνακα (ΑΠ 1095/2014).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα από αυτά. Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρ. 26 παρ.1 Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρ. 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη αυτού δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2011, 3/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 972/2015 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιοποίνου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, τον καθένα, ανασταλείσα επί τριετία.
Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σκεπτικό τα εξής, επί λέξει: "Από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης υπ’ αριθ. 3547/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη μέχρι την 2.5.2003 ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...
ΑΕ" με ΑΦΜ ..., της οποίας η έδρα, μετά την τροποποίηση του άρθρου 2 του καταστατικού της που εγκρίθηκε με την .../2.5.2003 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε., σύμφωνα με το .../2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας μεταφέρθηκε στην Πάτρα. Συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος Α.
Ρ. διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος από 30.6.1999 μέχρι 4.3.2000, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Σ. διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος από 14.3.2000 μέχρι 2.7.2001, η τρίτη κατηγορουμένη Π. Κ. διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος από 2.7.2001 μέχρι 25.9.2001 και ο τέταρτος κατηγορούμενος F.
D. διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος από 25.9.2001 μέχρι 15.9.2003. Η ανωτέρω εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης την 13.1.2004, που δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθ. 16/13.1.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και ορίστηκε χρόνος παύσης των πληρωμών της η 15.6.2003. Σε βάρος των κατηγορουμένων, με την ανωτέρω ιδιότητά τους ως προέδρων του διοικητικού συμβουλίου και διευθυνόντων συμβούλων, ήτοι ως νομίμων εκπροσώπων της ως άνω ανωνύμου εταιρίας και στην αρμόδια τη φορολόγησή τους Δ.Ο.Υ. ...
βεβαιώθηκαν νομίμως, μετά την πτώχευση της εν λόγω εταιρίας, που επέφερε και τη λύσης της, τα ακόλουθα, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεών τους χρέη και ειδικότερα : A) Α. Σε βάρος του 1ου κατηγορουμένου Α. Ρ., με ατομικό ΑΦΜ ..., σε βάρος του 2ου κατηγορουμένου Ι. Σ., με ατομικό ΑΦΜ ... και σε βάρος της 3ης κατηγορουμένης Π.
Κ. με ατομικό ΑΦΜ ... βεβαιώθηκαν 1) με την .../5-8-2008 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ. ποσό 36.927 ευρώ, από Πρόστιμο ΚΒΣ-Προσφυγή, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1996, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 12.702,89 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 49.629,89 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2008, 2) με την .../5-8-2008 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ.
ποσό 76.302,22 ευρώ, από Πρόστιμο ΚΒΣ-Προσφυγή, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1997, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 26.247,96 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 102.550,18 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30- 9-2008, 3) με την .../5-8-2008 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ. ποσό 125.399,89 ευρώ, από Πρόστιμο ΚΒΣ - Προσφυγή, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1998, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 43.137,56 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 168.537,45 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2008, 4) με την .../27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ.
ποσό 736.033 ευρώ, από Εισόδημα Δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1998, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 55.202,48 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 791.235,48 ευρώ, ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις από την 30-9-2010 έως την 29-10-2010, 5) με την .../27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ. ποσό 1.596.311 ευρώ, από Εισόδημα Δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1999, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 119.723,33 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 1.716.034,33 ευρώ, ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις από την 30-9-2010 έως την 29-10-2010, 6) με την ...27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ.
ποσό 192.283 ευρώ, από ΦΠΑ-Δικαστική απόφαση, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1997, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 15.382,64 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 207.665,64 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2010, 7) με την ...27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.ΟΎ. ποσό 333.746 ευρώ, από ΦΠΑ - Δικαστική απόφαση, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1998, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 26.699,68 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 360.445,68 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2010.
Συνολικά δηλαδή, βεβαιώθηκαν ατομικά με τις ανωτέρω πράξεις της ΔΟΥ ... σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας από 30-6-1999 μέχρι 14-3-2000, του δευτέρου κατηγορουμένου ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας από 14-3-2000 έως 2-7-2001 και της τρίτης κατηγορουμένης ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας από 2-7-2001 έως 25-9-2001, χρέη αυτής, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1996, 1997, 1998 και 1999 και για τα οποία αυτοί είναι ποινικά υπεύθυνοι προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ.2 εδ.
α του ν. 1882/1990) εφόσον πρόκειται για χρέη που γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή και βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη του νομικού προσώπου της ανωτέρω εταιρίας και υφίσταντο κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Είχε επομένως ο καθένας εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων συνολικό προς το Ελληνικό Δημόσιο και νομίμως βεβαιωμένο στην κατά τα άνω υπηρεσία χρέος, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων, μέχρι την 6-5-2011, που συντάχθηκαν από τον Προϊστάμενο της άνω Δ.Ο.Υ.
ο οικείοι για τον καθένα πίνακες χρεών, ύψους 3.396.098,65 ευρώ, από το οποίο εισπράχθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 255,03 ευρώ από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων (τραπεζών) σύμφωνα με τα .../6-3-2013 έγγραφα της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκαν αντίστοιχα για τον καθένα και αφαιρείται από την έγγραφή υπό στοιχείο 6 κάθε πίνακα.
Απέμεινε δε συνολικό υπόλοιπο οφειλόμενο από κάθε κατηγορούμενο (1°, 2° και 3η) ποσό 3.395.823.22 ευρώ, από το οποίο ουδείς κατέβαλε κάποιο ποσό κατά τις άνω ημερομηνίες, που κάθε μερικότερο, ως άνω, κονδύλιό τους ήταν καταβλητέο ούτε και μετέπειτα, εντός της εκ της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 1882/1990 προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας, η παραβίαση της οποίας επισύρει τις εκεί προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις ούτε μέχρι τη του ανωτέρω πίνακα, αλλά ούτε μέχρι σήμερα.
Β. Σε βάρος του 4ου κατηγορουμένου, F. D. με ατομικό ΑΦΜ ... βεβαιώθηκαν: 1) με την .../27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ. ποσό 736.33 ευρώ, από Εισόδημα Δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1998, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 55.202,48 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 791.235,48 ευρώ, ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις από την 30-9-2010 έως την 29-10-2010, 2) με την .../27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ.
ποσό 1.596.311 ευρώ, από Εισόδημα Δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1999, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 119.723,33 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 1.716.034.33 ευρώ, ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις από την 30-9-2010 έως την 29-10-2010, 3) με την ...27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ. ποσό 192.283 ευρώ, από ΦΠΑ - Δικαστική απόφαση, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1997, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 15.382,64 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 207.665,64 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2010 και 4) με την ...27-8-2010 βεβαίωση της άνω Δ.Ο.Υ.
ποσό 333.746 ευρώ, από ΦΠΑ- Δικαστική απόφαση, αναγόμενο στο οικονομικό έτος 1998, το οποίο, με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 26.699,68 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 360.445,68 ευρώ, ήταν πληρωτέο εφάπαξ την 30-9-2010. Συνολικά δηλαδή, βεβαιώθηκαν ατομικά σε βάρος του 4ου κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας από 25-9- 2001 έως 15-9-2003, τα χρέη αυτής, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999 για τα οποία αυτός είναι ποινικά υπεύθυνος προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ.2 εδ.
α του ν. 1882/1990) εφόσον πρόκειται για χρέη που γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που είχε την ιδιότητα, αυτή και βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη του νομικού προσώπου της ανωτέρω εταιρίας και υφίσταντο κατά την ανάληψη των καθηκόντων του. Είχε επομένως συνολικό προς το Ελληνικό Δημόσιο και νομίμως βεβαιωμένο στην κατά τα άνω υπηρεσία χρέος, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων, μέχρι την 6-5-2011, που συντάχθηκε από τον Προϊστάμενο της άνω Δ.Ο.Υ.
ο οικείος πίνακας χρεών, ύψους 3.075.381,13 ευρώ, από το οποίο εισπράχθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 255,03 ευρώ από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων (τραπεζών) σύμφωνα με το 6025/6-3-2013 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκε, το οποίο αφαιρείται από την έγγραφή υπό στοιχείο 3 του από το οποίο αυτός δεν κατέβαλε κάποιο ποσό κατά τις άνω ημερομηνίες, που κάθε μερικότερο, ως άνω, κονδύλιο τους ήταν καταβλητέο ούτε και μετέπειτα, εντός της εκ της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 1882/1990 προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας, η παραβίαση της οποίας επισύρει τις εκεί προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις ούτε μέχρι τη σύνταξη του ανωτέρω πίνακα, αλλά ούτε μέχρι σήμερα. Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Α. Ρ., Ι. Σ. και Π. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2009 έως και την 1 -3-2011 και ο κατηγορούμενος F.
D. κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2011 έως 1-3-2011/με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησαν την καταβολή των ανωτέρω βεβαιωμένων στη δημόσια οικονομική υπηρεσία Δ.Ο.Υ. ... χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε ποσό, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης που αποδίδεται με το κατηγορητήριο σε καθέναν από αυτούς, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων περί απαλλαγής τους από την κατηγορία, λόγω της πτώχευσης της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας πριν από το χρόνο βεβαίωσης των επίδικων χρεών και ως εκ τούτου ελλείψει ποινικής ευθύνης και άρσης του δόλου τους, καθότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.3 εδ.
α περ. 1 και 2 του ν. 1882/1990, την οποία επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, αλλά η περίπτωση 3 της ανωτέρω διάταξης, κατά την οποία "Για το πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου (25), η ποινική δίωξη ασκείται και για τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή".
Ήταν δε οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, νόμιμοι εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν και υπήρχαν τα ανωτέρω χρέη και ως εκ τούτου υπέχουν ποινική ευθύνη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, με τις ελαφρυντικές όμως περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, καθότι το Δικαστήριο δέχεται ότι, λόγω και της πτώχευσης της εταιρίας, ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια και από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισαν." Στην συνέχεια το ως άνω δικαστήριο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, επί λέξει: "Στη Θεσσαλονίκη, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη εξ αυτών Α.
Ρ., Ι. Σ. και Π. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2009 έως και την 1 -3-2011 και ο τέταρτος εξ αυτών F. D. κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2011 έως 1-3-2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησαν την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε ποσό από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης των πινάκων χρεών (6-5-2011), που περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ.
Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα τους ως πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρίας με την επωνυμία "... ... Α.Ε." ο Ρ. από 30-6-1999 έως 14-3-2000, ο Σ. από14-3-2000 έως 2-7-2001, η Κ. από 2-7-2001 έως 25-9-2001 και ο D. από 25-9-2001 έως και 15-9-2003, δεν προέβησαν, ως όφειλαν, στην καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσ/νίκης, όπως αναλυτικά εμφανίζονται στους συνημμένους πίνακες χρεών που περιλαμβάνουν τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 3.395.823.22 Ευρώ για τους Ρ., Σ.
και Κ. και στο ποσό των 3.075.105,70 Ευρώ για τον D. "ΠΡΟΣΟΧΗ: αντιγραφή στην συνέχεια, των συνημμένων στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πινάκων χρεών)". Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατεδίκασε τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για έγκλημα που τελέσθηκε με μία πράξη καθ’ όσον αφορά έκαστο πίνακα χρεών και όχι με περισσότερες πράξεις κατ’ εξακολούθηση, το δε παρατιθέμενο στο σκεπτικό και στο διατακτικό, ότι η πράξη τελέσθηκε με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από τους Α.
Ρ., Ι. Σ. και Π. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2009 έως και την 1-3-2011 και από τον Φ. (F.) Δ. (D.) από 31-1-2011 έως 1-3-2011, έχει την έννοια ότι η συνολική οφειλή εκάστου πίνακα χρεών σύγκειται από περισσότερα χρέη, που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και όχι την έννοια της κατ’ εξακολούθηση τελέσεως περισσότερων πράξεων, δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το ότι μνημονεύεται και η διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 98 του ΠΚ, γιατί δεν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, αλλά τα περιεχόμενα στον ένδικο πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.
α’ , 27 παρ.1, Π.Κ. και 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ. ...), το ύψος του συνολικού χρέους του πίνακα χρεών που αφορά έκαστο των τριών πρώτων των αναιρεσειόντων και ανέρχεται στο ποσό των 3.395.823,22 και του τετάρτου αυτών (αναιρεσειόντων) που ανέρχεται στο ποσό των 3.075.105,70 ευρώ και ο τρόπος πληρωμής, το είδος κάθε επί μέρους χρέους (καταλογισμός και καταλογισμός χωρίς προσαυξήσεις, αντίστοιχα), ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τους κατηγορουμένους και δεν είχαν καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές είναι η 1-3-2011, ήτοι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το τελευταίο επί μέρους χρέος του συνολικού χρέους εκάστου πίνακα χρέους και η ιδιότητα, υπό την οποίαν έκαστος αναιρεσείων είχε την υποχρέωση καταβολής του χρέους στην καταβολή του οποίου υπεχρεούτο, ήτοι του διευθύνοντος συμβούλου, κατά το χρονικό διάστημα που υπείχε την εν λόγω υποχρέωση, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ...
Α.Ε.". Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αναφορικά με την ανωτέρω πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου τους, αφού αυτός (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή της και προκύπτει από τα περιστατικά, που αναφέρονται σ’ αυτήν, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού.
Άλλωστε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως για την απόρριψη του αρνητικού και επομένως μη έχοντος ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ισχυρισμού των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων ότι δεν είχαν δόλο τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως διότι η μη καταβολή των ως άνω χρεών ήταν αποτέλεσμα της πτωχεύσεως της εκπροσωπούμενης από αυτούς οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας (ΑΠ 1238/2014, ΑΠ 1130/2013), περιέχεται εκ περισσού η επαρκής αιτιολογία, ότι "...δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.3 εδ.
α περ. 1 και 2 του ν. 1882/1990, την οποία επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, αλλά η περίπτωση 3 της ανωτέρω διάταξης, κατά την οποία "Για το πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου (25), η ποινική δίωξη ασκείται και για τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή".
Ήταν δε οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, νόμιμοι εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν και υπήρχαν τα ανωτέρω χρέη και ως εκ τούτου υπέχουν ποινική ευθύνη". Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την επίδικη αξιόποινη πράξη από δόλο και της αναγνωρίσεως στο πρόσωπο αυτών της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι οι ίδιοι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια, συνισταμένης (ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως) στο ότι "λόγω της πτώχευσης της εταιρείας ωθήθηκαν στην πράξη τους από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισαν", αφού σε καμμιά περίπτωση η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου οποιουδήποτε ελαφρυντικού δεν αναιρεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου σ’ αυτόν, καθόσον η αναγνώριση ελαφρυντικών προβλέπεται ως λόγος μειώσεως της ποινής (άρθρ. 84 παρ.1 Π.Κ.), προϋπόθεση της επιβολής της οποίας όμως αποτελεί η προηγούμενη κατάφαση της συνδρομής στο δράστη του υποκειμενικού στοιχείου, που δεν αντιφάσκει αλλά, αντίθετα, εναρμονίζεται με την αναγνώριση ελαφρυντικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνο των μη ταπεινών αιτίων από το άρθρο 84 παρ.2 περ.
β’ Π.Κ. (ΑΠ 854/2015). Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α’ , 27 παρ.1του ΠΚ, 25 παρ. 1γ, 2, 3 του ν.1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν.3220/2004, το δικαστήριο απέρριψε, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως τον ισχυρισμό τους, ότι η πτώχευση της ως άνω εταιρείας, της οποίας ήσαν διευθύνοντες σύμβουλοι, πριν από την βεβαίωση των επιδίκων χρεών και η εκ τούτου αδυναμία τους να καταβάλουν αυτά (χρέη), δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην ποινική τους ευθύνη, δεν είναι βάσιμη, γιατί σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η κατά 13-1-2004 κήρυξη της ως άνω εταιρείας σε πτώχευση έγινε μεν πριν από την βεβαίωση των χρεών, όμως δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ουδέ αναιρείται ο δόλος των αναιρεσειόντων από την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, γιατί τα επίδικα χρέη είχαν γεννηθεί τα έτη 1996 έως 1999, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο κατά πολύ της πτωχεύσεως, κατά τον οποίον οι αναιρεσείοντες εισέπρατταν και δεν απέδιδαν τα προαναφερθέντα χρέη ως εκπρόσωποι της ως άνω εταιρίας ασχέτως αν βεβαιώθηκαν αργότερα (ΑΠ 704/2012, ΑΠ 291/2012).
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. ...2016 από 17-6-2016 αίτηση των:
α) Α. Ρ. του Ε., β) Ι.-Σ. Σ. του Σ., γ) Π. Κ. του Γ. και δ) Φ. (F.) Δ. (D.) του Θ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 972/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. ...2016 από 17-6-2016 αίτηση των: α) Α. Ρ. του Ε., β) Ι.-Σ. Σ. του Σ., γ) Π. Κ. του Γ. και δ) Φ. (F.) Δ. (D.) του Θ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 972/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ