Legislator Case Law & Legislation
1859/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance contract interpretation and evidence distortion grounds.

Case Number 1859/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court misinterpreted the contract and distorted evidence to identify a third party as the beneficiary instead of the appellant. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly identified the beneficiary based on the contract terms and that the appellant failed to prove a diagnostic error in reading the documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance committed a diagnostic error in interpreting the content of a document, not merely if it drew a different conclusion from correctly interpreted evidence.

Keywords

AI generated
insurance contract interpretation diagnostic error standard evidence distortion claim third party beneficiary appellate review scope legal costs award final judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176 of the Code of Civil Procedure
Article 9(1) of Law 2496/1997

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 5/2001
Supreme Court of Greece, Case 9/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1859 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1859/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δρακούλη Δρακουλόγκωνα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:835/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5343/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2010 αίτησή του και τους από 24-1-2012 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 5/2001, 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος πού δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αριθ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς εκ του ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραίτησης απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναίρεσης δικηγόρος, έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 98 περ.

β' ΚΠολΔ, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104 εδ. τελευταίο ιδίου κώδικα, μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου. Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριών ετών και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1§12 εδ.α' του ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά της οποίας συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός, και λήγει την 7 μμ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". 'Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε, αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας πράγμα το οποίο ισχύει και επί της προθεσμίας των τριών ετών που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση αναίρεσης από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), υπ' αρ. 5343/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απέρριψε την από 6-3-2005 έφεσή του κατά της υπ' αρ. 835/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ορίστηκε παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα αναιρεσείοντα.

Ο τελευταίος όμως παραιτήθηκε σιωπηρά του δικαιώματός του αυτού με την άσκηση απευθείας της ένδικης αναίρεσης στις 2-8-2010, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας, παραίτηση η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη. Εφ' όσον στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αναίρεσης παρασχέθηκε ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα με το .../2-2-2012 πληρεξούσιο της συμ/φου Πειραιά Ευαγγελίας Δραγάτση-Πριμέντα που μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων προσκομίζει, και με το οποίο επιπρόσθετα ενέκρινε ως έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες όλες τις μέχρι τότε πράξεις και ενέργειες του εντολοδόχου του (αναιρεσείοντα).

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση έπαυσε έκτοτε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και κατέστη τελεσίδικη. Ενόσω δε, από την επομένη της δημοσιεύσεως της απόφασης αυτής (1-8-2007), που δεν επιδόθηκε κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα, μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 2-8-2010 όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης του δικογράφου αυτής, δεν παρήλθε η κατ' άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ προθεσμία των τριών ετών για την άσκησή της, δοθέντος ότι η 1-8-2010 είναι Κυριακή, ήτοι κατά νόμο εξαιρετέα, και η τριετής πιο πάνω προθεσμία συμπληρώθηκε την 7 μ.μ.

ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, ήτοι της Δευτέρας 2 Αυγούστου 2010, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης εταιρίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Εξάλλου, ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών, είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο.

Αν, όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφαλίσεως ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος, είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίησή του.

Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο. Κατά συνέπεια, ο τρίτος - ασφαλισμένος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 11/2006). Αν ο συμβληθείς με την ασφαλιστική εταιρία δεν είναι ίδιος με τον λήπτη της ασφάλισης, τότε αυτός μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο με αίτημα την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 553 § 1 και 524 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ. ΑΠ 40/1996, Ολ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 613/2009). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ανεπαρκής δε ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή δεν εφαρμόστηκε,, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενσωματώσασα την πρωτόδικη αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο του, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ενάγοντος και της αναιρεσίβλητης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, η δεύτερη ασφάλισε για το χρονικό διάστημα από 4.8.1999 έως 4.2.2000 το υπ.

αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου για ίδιες ζημιές και ζημιές από κακόβουλες βλάβες αντί του ασφαλιστικού ποσού των 11.000.000 δραχμών για κάθε περίπτωση. Η σύμβαση ανανεώθηκε με το αριθμ. ... συμβόλαιο για το διάστημα 4-8-2000 έως 4-2-2001 και με το αριθμ. ... συμβόλαιο για το διάστημα από 4- 2-2001 έως 4-8-2001.

Στα παραπάνω όμως ασφαλιστήρια συμβόλαια αναγράφεται ως ασφαλισμένος όχι ο ίδιος ο ενάγων, αλλά η Τράπεζα CITIBANK. Συνάγεται δηλαδή, σαφώς, ότι εν προκειμένω ο ενάγων συμβλήθηκε, ως λήπτης της ασφάλισης, για λογαριασμό τρίτου (άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 2496/1997) και επομένως δικαιούχος της παροχής δεν είναι ο ενάγων αλλά η CITIBANK.

Εάν θεωρηθεί η σύμβαση υπέρ αυτής, ως τρίτης, γνήσια, τότε δικαιούται να απαιτήσει την παροχή από την εναγομένη είτε απευθείας αυτή, είτε ο ενάγων προς αυτήν (άρθρο 410 Α.Κ.), εάν θεωρηθεί δε μη γνήσια τότε μόνο ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής προς αυτή. Σε καμμιά περίπτωση ο ενάγων δεν δικαιούται να απαιτήσει παροχή προς τον εαυτό του.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης της ασφαλιστικής συμβάσεως υπέρ τρίτου, γεγονός που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που προεκτέθηκαν, και έτσι δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως.

Δεν συνιστά δε αντιφατική αιτιολογία η διάκριση, ότι η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση ενδέχεται να συνιστά γνήσια ή μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αφού υπό οιανδήποτε εκδοχή ο αναιρεσείων ενάγων δεν νομιμοποιούταν να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος δι' εαυτόν παρά μόνο προς την τρίτη λήπτρια του ασφαλίσματος ή για λογαριασμό της, αίτημα που δεν είχε η αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου) είναι αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 562 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι σύμφωνα με ειδικό όρο των ασφαλιστηρίων για να είναι λήπτρια και δικαιούχος του ασφαλίσματος η CITIBANK θα έπρεπε να δηλώσει εγγράφως, πως τελεί σε γνώση της σύμβασης αυτής, κατά τα προβλεπόμενα και στο άρθρο 11 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου.

Ωστόσο, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται περαιτέρω, ότι τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις των §§2 και 3 του άρθρου 562 ΚΠολΔ και στον οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει, ερειδόμενο σε γενικό και συμβατικό όρο του ασφαλιστηρίου, ίδιο δικαίωμα απολήψεως του ασφαλίσματος, τον πρότεινε νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε επίσης νομίμως στο Εφετείο, ούτε τον παραθέσει όπως τυχόν προτάθηκε, για να κριθεί αν είναι παραδεκτός και νόμιμος, γι' αυτό και οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται αόριστοι και ως τέτοιοι απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε (ΑΠ 1463/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι στα αναφερθέντα παραπάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια αναγράφεται ως ασφαλισμένος όχι ο ίδιος ο αναιρεσείων ενάγων, αλλά η Τράπεζα CITIBANK. Συνάγεται δηλαδή, σαφώς, ότι εν προκειμένω ο ενάγων συμβλήθηκε, ως λήπτης της ασφάλισης, για λογαριασμό τρίτου (άρθρο 9§1 N. 2496/1997) και επομένως δικαιούχος της παροχής δεν είναι ο ενάγων, αλλά η Τράπεζα CITY ΒΑΝΚ.

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς την βούληση του αναιρεσείοντος για το ποιος θα ήταν ο λήπτης του ασφαλίσματος, όπως αυτή εκφράστηκε στη σύμβαση ασφαλίσεως, ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. α του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου του αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Διότι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, καθεαυτή, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατά τη δεύτερη από τις ανωτέρω διατάξεις. Ενόψει τούτων, ο τρίτος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. ..., ...

και ... ασφαλιστηρίων συμβολαίων του με την αναιρεσίβλητη και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, με το να δεχθεί, ότι ασφαλισμένος και λήπτης του ασφαλίσματος δεν ήταν ο αναιρεσείων ενάγων, αλλά η CITIBANK, όπως στα ασφαλιστήρια αυτά αναφέρεται, διότι δεν έλαβε υπόψη την απόδειξη ασφάλισης, το περιεχόμενο αυτής και το άρθρο 11 της Κ4/558/1978 αποφάσεως του Υπουργού εμπορίου περί καταρτίσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως για λογαριασμού κυρίου ή κατόχου οχήματος, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος προσκομίσει δήλωση του τρίτου, ότι τελεί σε γνώση της υπέρ αυτού συναπτόμενης συμβάσεως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται λάθος ανάγνωση εγγράφου, σε κάθε δε περίπτωση και ως απαράδεκτος, διότι με το λόγο αυτό πλήττεται το διαφορετικό συμπέρασμα από την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου.

Ακολούθως, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.7.2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Σ. του Ν., καθώς και τους από 24.1.2012 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5.343/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ