1859/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Legislator headnote
AI generated1859/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να χαρακτηρίζεται αυτή ως ορισμένη είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Full text
Απόφαση 1859 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1859/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Ν., ομορρύθμου εταίρου της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Β. και ΣΙΑ Ε.Ε", κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5039/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 13 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5039/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 7590/13.1.2011 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5039/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 27 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 19.9.2011, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 129§4, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5039/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 5.7.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 576/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 25.9.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και της συνεναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (που δικάσθηκε ερήμην) και υποχρεώθηκαν αυτοί εις ολόκληρο να καταβάλουν νομιμοτόκως στον αντίδικό τους το ποσό των 58.694 ευρώ, ως προς το οποίο υπήρξε δήλωση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι ο αναιρεσείων.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 18, 19, 22, 24, 27, 28, 43 και 44 του ΕμπΝ και 748§1, 749, 750, 751, 752, 754§1, 756, 757, 760 και 784 του ΑΚ προκύπτει ότι στις προσωπικές εταιρείες, όπως είναι και η ετερόρρυθμη εταιρεία, η εξουσία διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και γι' αυτό δεν μπορεί με την εταιρική σύμβαση ή με μεταγενέστερη απόφαση των εταίρων να ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι εταίρος, όπως αντίθετα είναι δυνατόν στις κεφαλαιουχικές εταιρείες.
Ισχύει δηλαδή στις προσωπικές εταιρείες η αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης σε αντιστοιχία με την απεριόριστη προσωπική ευθύνη των εταίρων (ΟλΑΠ 13/1997), που καθιερώνεται γενικώς στις προσωπικές εταιρείες (άρθρ. 759 ΑΚ), με εξαίρεση τις ετερόρρυθμες, στις οποίες η ευθύνη του ετερόρρυθμου εταίρου είναι περιορισμένη κατά το άρθρ. 26 του ΕμπΝ.
Συνακόλουθα μόνον οι απεριόριστα ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές της ετερόρρυθμης εταιρείας και όχι οι ετερόρρυθμοι εταίροι της ή τρίτα πρόσωπα. Αυτό ρητά ορίζεται με το άρθρ. 27 του ΕμπΝ για τον ετερόρρυθμο εταίρο, όμως ισχύει πολύ περισσότερο και για τους τρίτους. Βέβαια με σύμβαση εντολής ή εργασίας μπορεί να ανατεθεί από τους εταίρους ετερόρρυθμης εταιρείας η διεξαγωγή συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων σε ετερόρρυθμο εταίρο ή τρίτο πρόσωπο και να τους δοθεί και η αναγκαία πληρεξουσιότητα προκειμένου να ενεργήσουν ως εντολοδόχοι ή αναλόγως ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας, χωρίς όμως έτσι να γίνονται και διαχειριστές αυτής κατά την έννοια του νόμου ούτε όργανα του νομικού προσώπου της.
Συνεπώς αν η δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, απαιτεί την τήρηση τύπου, όπως είναι ο έγγραφος τύπος που απαιτείται κατά το άρθρ. 873 του ΑΚ για τη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ίδιος τύπος πρέπει κατά το άρθρ. 217§2 του ΑΚ να τηρείται και για τη χορήγηση της σχετικής πληρεξουσιότητας (ΑΠ 1305/2009) ή την εκ των υστέρων έγκρισή της (ΑΠ 321/2009), διαφορετικά υφίσταται έλλειψη πληρεξουσιότητας και οι συνέπειες ρυθμίζονται από τα άρθρ. 229-234 του ΑΚ.
Αντίστοιχα στην περίπτωση αυτή δεν νοείται φαινόμενη ή κατά ανοχή πληρεξουσιότητα, δηλαδή πληρεξουσιότητα συναγόμενη από τη συμπεριφορά του αντιπροσωπευομένου, αφού η ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς δεν καλύπτει και την έλλειψη του αναγκαίου για την πληρεξουσιότητα τύπου (πρβλ. ΟλΑΠ 19/2003). Κατά την ίδια έννοια δεν καθίσταται υποκατάστατο όργανο διοίκησης της προσωπικής και ειδικότερα της ετερόρρυθμης εταιρείας ο μη εταίρος de facto διαχειριστής της, δηλαδή ο τρίτος που ενεργεί με τη ρητή ή σιωπηρή συναίνεση ή έγκριση των εταίρων διαχειριστικές πράξεις για λογαριασμό της εταιρείας, αφού όργανα διοίκησης της ετερόρρυθμης εταιρείας μπορούν να είναι μόνο οι ομόρρυθμοι εταίροι της.
Στην περίπτωση αυτή η σχέση του τρίτου με τους εταίρους είναι εξωεταιρική και αποτελεί στην ουσία σχέση εντολής ή εργασίας. Επομένως ο de facto διαχειριστής τρίτος, που δεν διαθέτει ως εκ τούτου γενική διαχειριστική εξουσία, ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και τη δεσμεύει έγκυρα, εφόσον διαθέτει την αναγκαία για τη συγκεκριμένη συναλλαγή πληρεξουσιότητα, η οποία όταν η κύρια δικαιοπραξία είναι τυπική, πρέπει και αυτή να υποβληθεί στον αντίστοιχο τύπο.
Εξ άλλου αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να χαρακτηρίζεται αυτή ως ορισμένη είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237§1 ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Μεταβολή της βάσης της αγωγής που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ), να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι εναγόμενοι να του καταβάλουν νομιμοτόκως το ποσό των 58.694 ευρώ, επικαλούμενος για τη θεμελίωση της οφειλής τους την από 26.2.2002 δήλωση αναγνώρισης ισόποσου χρέους της πρώτης εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." προς αυτόν, που έγινε για λογαριασμό της από το μη διάδικο Ν. Β. και περιέχεται στην ταυτόχρονη έγγραφη απόδειξη που ο τελευταίος υπέγραψε ως διαχειριστής της εταιρείας. Διευκρινίζοντας τη διαχειριστική ιδιότητα του Ν. Β. ο αναιρεσίβλητος αναφέρει στην ένδικη αγωγή του ότι αυτή στηρίζεται στο άρθρ. 8 του καταστατικού της εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε μεν ο ομόρρυθμος εταίρος της και ήδη αναιρεσείων Α.
Β., όμως προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση κωλύματός του θα τον αντικαθιστά σε όλες τις διαχειριστικές αρμοδιότητές του ο μη εταίρος Ν. Β. κατόπιν πληρεξουσίου εγγράφου. Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ορισμένη και νόμιμη και απορρίφθηκαν οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της από 5.7.2007 έφεσης του αναιρεσείοντος με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: "...
κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι ... ο προαναφερόμενος Ν. Β. αποτελούσε τον εν τοις πράγμασι διαχειριστή της εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας και έτσι... τη δέσμευε η ένδικη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Το επιπλέον αυτό προσδιοριστικό στοιχείο της ιδιότητας του ως άνω τρίτου ως διαχειριστή της πρώτης των εναγομένων ετερόρρυθμης εταιρείας, το οποίο επικαλέσθηκε ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του, καίτοι εν μέρει διαφοροποιείται σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, δεν τροποποιεί ούτε και αντικαθιστά την ιστορική βάση αυτής, αλλά συνιστά επιτρεπτή συγκεκριμενοποίηση, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, του αγωγικού ισχυρισμού, που συνίσταται στο γεγονός ότι κατά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης ο προαναφερόμενος τρίτος Ν.
Β. ενεργούσε πράγματι ως διαχειριστής της εταιρείας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς συμπλήρωση της ένδικης αγωγής ισχυρισμό που δεν περιέχεται σ' αυτή και μεταβάλλει ανεπίτρεπτα κατά το άρθρ. 224 ΚΠολΔ την ιστορική βάση της ως προς την εξουσία του Ν. Β. να υπογράψει έγκυρα και δεσμευτικά για την εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία την από 26.2.2002 δήλωση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της προς τον αναιρεσίβλητο, αφού μολονότι στην αγωγή αναφέρεται ότι ο Ν.
Β. ενήργησε κατά το άρθρ. 8 του καταστατικού της εταιρείας, που προϋποθέτει τη χορήγηση σ' αυτόν έγγραφης πληρεξουσιότητας, δηλαδή κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτός εμφανίζεται ικανός να ενεργήσει μόνον ως πληρεξούσιος της εταιρείας, εντούτοις έγινε τελικώς δεκτό ότι αυτός ενήργησε ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της, με βάση σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, που επικαλέσθηκε αυτός με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών του και ο οποίος άλλωστε θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο μη εταίρος, αλλά εν τοις πράγμασι (de facto) διαχειριστής ετερόρρυθμης εταιρείας δεν μπορεί να προβεί έγκυρα στο όνομα της εταιρείας σε δήλωση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της χωρίς την ύπαρξη έγγραφης προς αυτόν σχετικής πληρεξουσιότητας.
Συνακόλουθα εφόσον στην ένδικη αγωγή δεν διευκρινίζεται αν πράγματι ο Ν. Β. ενήργησε με βάση έγγραφη πληρεξουσιότητα του διαχειριστή της εταιρείας, η αγωγή πάσχει από ποσοτική αοριστία και θα έπρεπε για το λόγο αυτό πρωταρχικά να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Όμως το Εφετείο, θεωρώντας απλή συγκεκριμενοποίηση τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, που συνιστά ο παραπάνω ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης και τελικώς επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας, όπως και η απόφαση αυτή, ότι η από 26.2.2002 δήλωση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας προς τον αναιρεσίβλητο έγκυρα έγινε στο όνομά της από τον μη εταίρο αυτής Ν.
Β., που ενήργησε ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της παρά την έλλειψη σχετικής πληρεξουσιότητας. Είναι επομένως βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει πλέον η περαιτέρω έρευνα τόσο του δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών με τη διαχείριση και εκπροσώπηση των προσωπικών εταιρειών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, όσο και του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι έλαβε υπόψη το έγγραφο της ως άνω αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της εναγόμενης εταιρείας, παρόλο που δεν έγινε επίκληση του εγγράφου αυτού.
Κατά παραδοχή λοιπόν του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως υπό άλλη σύνθεση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, πρέπει, τέλος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, όπως ορίζεται στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5039/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ