Supreme Court dismisses appeal against conviction for overdue agricultural product purchase due to lack of procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a criminal conviction for failing to pay for agricultural products on time. The appellant argued that the trial court lacked sufficient reasoning regarding the timing of the offense and violated the defendant's rights by examining a witness after the defense concluded. The court rejected these claims, finding the reasoning clear, the timeline unambiguous, and the defendant's rights fully preserved during the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 3424/1955; Articles 340 and 341 of the Civil Code; Article 510 §1 items A and D of the Criminal Code; Article 171 §1 item d of the Criminal Code: A criminal appeal based on insufficient reasoning or procedural violations regarding defense rights is inadmissible if the lower court's decision clearly establishes the facts and the defendant was afforded the opportunity to respond to all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1859 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1859/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 5214/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 442/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του Ν.3424/1955, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν.1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 22 του Ν.992/1979 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογήν της Συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων" για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος, στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές, διωκόμενος και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ.1 ΑΚ, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής, συμφωνήθηκε ορισμένη (δήλη) ημέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ, Ε ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 340 §1, 349 και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων η από ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμία εμφάνισης του συνηγόρου του για να τον υπερασπιστεί. Η παραδοχή ή όχι του αιτήματος αυτού απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του.
Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5214/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της δίκης, γιατί "ο συνήγορος υπεράσπισής του έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις άλλων πελατών του στο Πρωτοδικείο Έδεσσας και για το λόγο αυτόν αδυνατεί να παραστεί κατά τη σημερινή δικάσιμο και να τον υπερασπιστεί", προσκόμισε δε προς τούτο και την από 2-12-2009 επιστολή του δικηγόρου Έδεσσας Ιωάννη Βέττα, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.
Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή, αφενός δεν προέκυψε μετά βεβαιότητος ότι πράγματι ο δικηγόρος του κατηγορουμένου είχε άλλη πολιτική δίκη στο πολιτικό δικαστήριο που αναφέρει και ακόμη ότι δεν μπορούσε μετά τη συζήτηση της επικαλούμενης υποθέσεως να προσέλθει από το πλησίον της Θεσσαλονίκης δικαστήριο της Έδεσσας και παρασταθεί στο παρόν δικαστήριο και αφετέρου έχει ήδη παρέλθει χρόνος περί τα έξι έτη και ο κατηγορούμενος ουδέν ποσό, πλην εκείνου που αρχικά είχε καταβάλει, κατέβαλε μέχρι σήμερα στον αγρότη (μηνυτή) για την αγορά των προϊόντων (αγροτικών) που είχε αγοράσει απ' αυτόν, θα πρέπει το αίτημα περί αναβολής να απορριφθεί ως προσχηματικά υποβληθέν".
Η ως άνω απορριπτική του αιτήματος αναβολής αιτιολογία είναι η κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί το Δικαστήριο αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν πείστηκε για τη βασιμότητα του επικαλούμενου κωλύματος του δικηγόρου και ότι και αν ακόμη υπήρχε, δεν ήταν ανυπέρβλητο. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά στο αίτημα της αναβολής.
Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο αιτιολογικό της προαναφερθείσης αποφάσεώς του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, όπως περιγράφεται ειδικότερα στο πιο κάτω διατακτικό και ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην ..., στους πιο κάτω χρόνους, ενώ αγόρασε με την ιδιότητα του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του ενταύθα αγροτικού συνεταιρισμού, με την επωνυμία "Αγροτικός Φρουτοπαραγωγικός Συν/σμός ... Γη", που εδρεύει στη ..., από τον εγκαλούντα αγρότη, Χ, κάτοικο ..., στις 12-8-2004, 10.160 καθαρά κιλά νεκταρίνια, συνολικής αξίας 3.048 ευρώ και στις 17-8-2004 καθαρά κιλά δαμάσκηνα, συνολικής αξίας 1.496 ευρώ, ήτοι καίτοι αγόρασε αγροτικά προϊόντα, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν.992/1979 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογή της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων και οργανωτικών θεμάτων", για να τα μεταπωλήσει περαιτέρω σε τρίτους ο ίδιος, συνολικής άξιας 4.544 ευρώ, το οποίο, κατά τη ρητή μεταξύ τους συμφωνία, όφειλε να του καταβάλει (ήτοι, στον ως άνω εγκαλούντα - πωλητή) εντός ενός (1) μηνός από την τελευταία παραλαβή, ήτοι μέχρι την 17-9-04, κατέβαλε σ' αυτόν το Δεκέμβριο του 2004, το ποσό των 1.165 ευρώ και το Μάρτιο του 2005, το ποσό των 500 ευρώ, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος στην καταβολή του υπολοίπου ποσού των 2,879 ευρώ, ποσό το οποίο αρνείται να του καταβάλει μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του (του παραπάνω εγκαλούντος-αγρότη)".
Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην ..., στις 12 και 17 Αυγούστου 2004, ως αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν.992/1979 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογή της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων και οργανωτικών θεμάτων", για μεταπώληση και εξαγωγή, κατέστη υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στον πωλητή αγρότη.
Συγκεκριμένα, ενώ αγόρασε με την ιδιότητα του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Φρουτοπαραγωγικός Συν/σμός ... Γη", που εδρεύει στη ... από τον εγκαλούντα αγρότη, Χ, κάτοικο ..., στις 12-8-2004, 10.160 καθαρά κιλά νεκταρίνια, συνολικής αξίας 3.048 ευρώ και στις 17-8-2004 καθαρά κιλά δαμάσκηνα, συνολικής αξίας 1.496 ευρώ, ήτοι ενώ αγόρασε αγροτικά προϊόντα συνολικής αξίας 4.544 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος κατά τη ρητή μεταξύ τους συμφωνία όφειλε να καταβάλει στον εγκαλούντα εντός ενός (1) μηνός από την τελευταία παραλαβή ήτοι μέχρι την 17-9-04, κατέβαλε σ' αυτόν το Δεκέμβριο του 2004 το ποσό των 1.165 ευρώ και το Μάρτιο του 2005 το ποσό των 500 ευρώ, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος στην καταβολή του υπολοίπου ποσού των 2.879 ευρώ, ποσό το οποίο αρνείται να καταβάλει μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του παραπάνω εγκαλούντος".
Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) Ευρώ, ανέστειλε δε την ποινή φυλακίσεως επί τριετίαν.
Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε σ' αυτήν και ως προς την ουσία της υποθέσεως, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπερημερίας καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 του Ν.3424/1955, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του αγροτικού συνεταιρισμού, αγορά από τον αγρότη Χ, νεκταρινιών και δαμάσκηνων, β) το χρόνο της αγοράς ο οποίος είναι η 12 Αυγούστου 2004 για τα νεκταρίνια και η 17 Αυγούστου 2004 για τα δαμάσκηνα, γ) τις αγορασθείσες ποσότητες και την αξία τους, δ) τη συμφωνία για πληρωμή του τιμήματος μέχρι την 17-9-2004 και δ) τις καταβολές που έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 2004 και τον Μάρτιο του 2005 και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο των 2.879 Ευρώ.
Από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, το χρόνο της επελεύσεως της υπερημερίας του κατηγορουμένου, δηλαδή την 17-9-2004 και ορθά τον κήρυξε ένοχο για το υπόλοιπο ποσό που όφειλε κατά το χρόνο της εκδίκασης της υποθέσεως. Η αναφορά στην αρχή του αιτιολογικού και του διατακτικού της 12ης και 17ης Αυγούστου δεν τέθηκε ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, αλλά ως χρόνος της αγοράς (αυτό υποδηλώνει η περικοπή "στις 12 και 17 Αυγούστου 2004 ως αγοραστής γεωργικών προϊόντων ...."), αφού παρακάτω αναφέρεται σαφώς ότι οι ανωτέρω δύο χρόνοι είναι οι χρόνοι της αγοράς, ότι είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα καταβολής του τιμήματος (η 17-9-2004) και ότι αυτό δεν καταβλήθηκε ολόκληρο.
Επομένως δεν υπάρχει αντίφαση, ούτε ασάφεια ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως και έτσι οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι και κατά το μέρος αυτό αβάσιμος και είναι επίσης αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 171 §1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει το νόμος, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Α' του ίδιου Κώδικα. Τέτοια παραβίαση συνιστά και η μετά την απολογία του κατηγορουμένου συμπληρωματική εξέταση του ήδη καταθέσαντος στο ακροατήριο μάρτυρα, χωρίς μετά ταύτα να δοθεί πάλι ο λόγος στον κατηγορούμενο να συμπληρώσει την απολογία του και να κάνει, αν θέλει, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη συμπληρωματική κατάθεση, κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά τη διάρκεια της απολογίας του κατηγορουμένου, ο Προεδρεύων κάλεσε τον μάρτυρα Χ που είχε εξεταστεί προηγουμένως και του ζήτησε σχετικές πληροφορίες και συγχρόνως ανέγνωσε απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας. Στη συνέχεια έδωσε και πάλι το λόγο στον κατηγορούμενο και συνέχισε την απολογία του.
Ακολούθως ο ανωτέρω μάρτυρας και μηνυτής ζήτησε το λόγο και προέβη σε σχετική δήλωση που αφορούσε στον κατηγορούμενο και τον προηγουμένως εξετασθέντα μάρτυρα .... Ο Προεδρεύων κάλεσε πάλι τον ανωτέρω μάρτυρα και του ζήτησε πληροφορίες σχετικά με την προαναφερθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας.
Μετά ταύτα έδωσε και πάλι το λόγο στον κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής: "Δουλεύουμε σαν συνεταιρισμός. Αναγκαστήκαμε και πήραμε δάνειο 67.000 Ευρώ για να πληρώσουμε τους παραγωγούς. Ο Συνεταιρισμός έδωσε την προκαταβολή των 3.600 Ευρώ στον Χ, όχι εγώ". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε το λόγο τελευταίος και μπορούσε να κάνει παρατηρήσεις στις συμπληρωματικές εξετάσεις των μαρτύρων και στην απόφαση του Ειρηνοδικείου, ενώ ολοκλήρωσε και την απολογία του.
Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα ανωτέρω υπερασπιστικά του δικαιώματα και δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη ακυρότητα. Γι' αυτό, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5214/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ