Legislator Case Law & Legislation
1859/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court order for late payment interest on public contract fees.

Case Number 1859/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Fylis's appeal against the Athens Court of Appeal's decision ordering late payment interest. The court found that the appeal was based on an incorrect interpretation of Article 18 of Law 1947/1991 regarding interest rates for public contracts. Consequently, the appeal was rejected, and the Municipality was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 93, 94 of the Constitution; Art. 18 of Law 1947/1991; Art. 5 of Law 1418/1984: The Supreme Court held that the specific transitional provisions of Law 1418/1984 govern the application of the 85% interest rate for public contracts concluded after December 31, 1985, thereby validating the lower court's calculation of late payment interest.

Keywords

AI generated
public contract interest late payment penalty transitional provisions municipal liability Supreme Court appeal legal costs award public works contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 93 of the Constitution
Art. 94 of the Constitution
Art. 18 of Law 1947/1991
Art. 5 of Law 1418/1984
Art. 27 of Law 1418/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1859 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1859/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Φύλης, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο ..., που κατοικοεδρεύει στη ..., εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κάρλο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Μακαρίτης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4536/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3220/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προβαλλόμενης απόφασης ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξη αυτής κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 93 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ στο άρθρο 94 ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.

Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".

Το Σύνταγμα, με τις προμνησθείσες διατάξεις, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής επιτρέπεται με τις προϋποθέσεις που τάσσονται στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος. Εξ άλλου, εν όψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, με την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται για πράξεις που συνιστούν άσκηση αρμοδιότητας διοικητικής φύσεως.

Έτσι με δεδομένο ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής από πολιτικό δικαστή κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 634 του ΚΠολΔ εντάσσεται στην άσκηση δικαστικής και όχι διοικητικής αρμοδιότητας, ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης αυτής του δικαστικού λειτουργού της πολιτικής δικαιοδοσίας, που δέχθηκε την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαίτηση από σύμβαση δημοτικού έργου, ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια.

Συνεπώς, η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά διαταγής πληρωμής του δικαστή του πολιτικού δικαστηρίου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ασχέτως αν η διάγνωση της χρηματικής αξίωσης, για την οποία εκδόθηκε, υπάγεται στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια (ΑΕΔ 18/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου κατά της 4536/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της 6223/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα εξής:

Η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αφορά χρηματική απαίτηση (αμοιβή) του υποκατασταθέντος από το αναιρεσίβλητο ΤΕΕ, Ηλεκτρολόγου- Μηχανολόγου- Μηχανικού Ζ, σύμφωνα με τον 5° εγκεκριμένο και θεωρημένο λογαριασμό, για την εκπόνηση πλήρους μελέτης κατασκευής του έργου "Ραδιοτηλεοπτικά συστήματα", την οποία ανέθεσε σ' αυτόν ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) Δήμος, με την από 15.6.1989 υπογραφείσα μεταξύ τους σύμβαση.

Η απαίτηση αυτή, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ναι μεν προέρχεται από γνήσια διοικητική σύμβαση, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη (πρωτόδικη απόφαση) και όχι από ιδιωτική διαφορά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, γεγονός άλλωστε που έγινε δεκτό και με την υπ' αριθμ 593/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί προσφυγών του καθού η ανακοπή Τ.Ε.Ε (αναιρεσιβλήτου) και του αναδόχου μελετητή Ζ κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Φυλής για διαφορά από την επίδικη σύμβαση και ειδικότερα από τη μη πληρωμή του επιδίκου λογαριασμού, η ανακοπή όμως για τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ) υπάγεται, κατά τα προαναφερθέντα, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι των διοικητικών δικαστηρίων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εξαφανίσαν ακολούθως την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και γιαυτό ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 εδάφ. β' του ΚΠολΔ το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των πρόσθετων λόγων αυτής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585§2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης εναντίον απόφασης που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων έφεσης.

Άλλοι λόγοι που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής ή σε εκείνο των πρόσθετων λόγων δεν εξετάζονται από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο, απορρίψαν την ως άνω ανακοπή, δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, για την έκδοση της οποίας δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση, αφού, όπως το ίδιο (Εφετείο) δέχθηκε, η απαίτηση, για την οποία αυτή εκδόθηκε, προέρχεται από διοικητική σύμβαση και όχι από έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, η έλλειψη δε της εν λόγω νόμιμης προϋποθέσεως, καίτοι μη προταθείσα με σχετικό λόγο της ανακοπής, έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως αφορώσα στη δημόσια τάξη.

Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ακυρωτικός της διαταγής πληρωμής λόγος, μη προταθείς με το κύριο ή το πρόσθετο δικόγραφο της σχετικής ανακοπής, δεν μπορεί, έστω και αν αφορά στη δημόσια τάξη, να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Με τη διάταξη της παραγρ. 8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 ορίζετο ότι <<Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.

Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, ο τόκος υπερημερίας που ισχύει για τις οφειλές γενικά του Δημοσίου---.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1947/1991 (Α, 70) η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ίδιου νόμου, άρχισε ισχύουσα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 14.5.1991, αντικαταστάθηκε το τελευταίο εδάφιο της παραγρ. 8 του άρθρου 5 του Ν.1418/1984 και ορίσθηκε ότι <<Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή μελετητή, οφείλεται αυτοδικαίως τόκος υπερημερίας ίσος με τα ογδόντα πέντε εκατοστά (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων του Δημοσίου--->>.

Εκ του ότι δε το ανωτέρω άρθρο 18 του ν.1947/1991, με το οποίο αντικαταστάθηκε εν μέρει η παράγρ. 8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984, απετέλεσε, από την έναρξη της ισχύος του, μέρος της τελευταίας αυτής διάταξης, συνάγεται ότι η έκταση εφαρμογής του ως άνω άρθρου 18 του ν.1947/1991 διέπεται από την ειδική μεταβατική ρύθμιση της παραγρ. 2 του άρθρου 27 του ν.1418/1984, από την οποία ρυθμίζεται η έκταση εφαρμογής και της παραγρ. 8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984.

Με την εν λόγω παραγρ. 2 του άρθρου 27 του ν.1418/1984, όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. ΕΔ2α/01/9/Φ.ν.294/30-1-1985 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων (Φ. 49/30-1-19085, τ.Β), κυρωθείσα με την παραγρ. 4 του άρθρου 15 του ν.1561/1985, σε συνδυασμό προς την παραγρ. 5 του αυτού άρθρου 15 του ν.1561/1985, προβλέπεται, μεταξύ άλλων ότι η ανωτέρω παραγρ. 8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 εφαρμόζεται στις συμβάσεις περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, οι οποίες καταρτίσθηκαν με βάση προσφορές, υποβαλλόμενες μετά την 31.12.1985 (Συμ.

Επικρ. 2959/1997). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση από αμοιβή του Ζ που είχε βάση την από 15.6.1989 εργολαβική σύμβαση, με την οποία ο αναιρεσείων Δήμος του ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης για την κατασκευή του έργου "Ραδιοτηλεοπτικά Συστήματα της Κοινότητας Φυλής και τον 5ο λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών και προμήθειας υλικών που ελέγχθηκε από την επιβλέπουσα το έργο και θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της Διευθύνουσας υπηρεσίας στις 18.3.1994.

Κατά συνέπεια, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 18 ν. 1947/1991 έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση και το Εφετείο που επεδίκασε στο αναιρεσίβλητο τόκο με επιτόκιο ίσο με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τη διάταξη αυτή (18 ν. 1947/1991) και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.12.2007 αίτηση του Δήμου Φυλής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3220/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ