Supreme Court dismisses hospital's appeal regarding overtime pay for nurses under specific statutory conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital Edessa's appeal against a First Instance Court ruling awarding nurses an additional two-hour daily wage. The hospital argued that the nurses did not work eight-hour shifts during the relevant period, while the court found they were legally entitled to the wage based on their employment status at the time the relevant law took effect. The court held that the additional wage is a statutory component of remuneration for full-time nursing staff regardless of actual hours worked, rejecting the hospital's claim that the law was repealed by subsequent legislation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 § 3 of Law 201/1975; Art. 10 § 4 of Law 2470/1997: The additional two-hour daily wage for nursing staff is a statutory component of remuneration for those employed full-time at the time the law took effect, and its entitlement does not depend on the actual hours worked or the repeal of the specific provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1859 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1859/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας", που εδρεύει στην Έδεσσα Ν. Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του Ιορδάνη Παπαδόπουλο του Χαραλάμπους, κάτοικο Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστοδουλόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες νομίμως υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Έδεσσας ..... προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με τις προσαρτημένες πράξεις καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθώς και με πρόσκληση προς παράσταση κατ' αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, που έχουν νομίμως κλητευθεί, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ.- 'Όπως προκύπτει από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικώς τους λόγους αναιρέσεως, δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη προς εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η δε έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, που στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987). Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, κατά το οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχουσα εκδοθεί επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 13/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Η § 3 του άρθρου 2 του ν. 201/1975 ορίζει ότι "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενον προσωπικόν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ν.Δ. 2592/53 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώραν ημερησίως υπολογιζομένη κατά τις διατάξεις του εδαφίου γ' της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4548/66 και από 1-1-1977 αμοιβή δια δύο ώρας ημερησίως".
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση. Η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νομίμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης.
Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας δεν συνεπάγεται την κατάργηση ή τη μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση απαραίτητη για την εκάστοτε καταβολή αυτής.
Επομένως, της πρόσθετης αυτής αμοιβής δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης της ισχύος του ν. 201/1975 είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης ( Α.Ε.Δ. 10/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες είναι υπάλληλοι κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Υ.Ε.) του αναιρεσείοντος από 21-5-2001, 12-5-1983 και 7-11-1983, αντίστοιχα, συνδεόμενες με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, και δικαιούνται να λάβουν και την περιλαμβανόμενη στις νόμιμες τακτικές αποδοχές τους πρόσθετη αμοιβή των δυο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 § 3 του ν.201/1975, απέρριψε δε σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επιδικάσει στις αναιρεσίβλητες την εν λόγω πρόσθετη αμοιβή.
Ήδη το αναιρεσείον με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την πιο πάνω διάταξη επειδή οι αναιρεσίβλητες κατά τον επίδικο χρόνο δεν εργάζονταν επί 8ωρο.Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν είναι η απασχόληση επί 8ωρο.
Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από την ίδια διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 10 § 4 του ν.2470/1997, με τον ισχυρισμό ότι με αυτήν καταργήθηκε η προαναφερόμενη αμοιβή (του άρθρου 2 § 3 του ν.201/1975 ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί κατά το κρίσιμο στη κρινόμενη υπόθεση χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως και 31-5-2005 ίσχυε το νομικό πλαίσιο κατά το οποίο οι αναιρεσίβλητες δικαιούνταν την παραπάνω αμοιβή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2007 αίτηση του "Γενικού Νοσοκομείου Έδεσσας" (ΝΠΔΔ) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ