Legislator Case Law & Legislation
1859/2007 AI generated

1859/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1859/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1859/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 4, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1859 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1859/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..........., και 2. ..........., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημητρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-1984 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6553/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 10335/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-1998 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπουτσής ανέγνωσε την από 23-10-2000 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Στυλιανού Πατεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 4, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο εκ της σειράς του οικείου πινακίου, κατά την παρούσα δικάσιμο της 14.5.2007, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες. Η αναιρεσίβλητη, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, επικαλείται και προσκομίζει τις υπ΄ αριθ. .........

και ........... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .......... Από αυτές προκύπτει ότι, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες αντίγραφο της από 20.5.2006 και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απευθυνομένης κλήσεως της αναιρεσίβλητης, στην οποία περιέχεται η από 1.6.2006 πράξη του Προέδρου του Α2 πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της υπόθεσης η 30.10.2006, χωρίς, όμως, στις εκθέσεις αυτές, να γίνεται μνεία, ότι επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες και αντίγραφο της από 6.6.1998 ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση για παράσταση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ήτοι εκείνη της 22.11.2000, ούτε, άλλωστε, προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε, κατ΄ άρθρον 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

στον υπογράψαντα την αίτηση δικηγόρο. Και μπορεί μεν να προκύπτει, από την κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ότι με επίσπευση της αναιρεσίβλητης η από 6.6.1998 αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 22.11.2000, κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε και ότι στη συνέχεια, έπειτα από την κατά τα άνω κλήση της αναιρεσίβλητης, η αίτηση αυτή επαναφέρθηκε για τη δικάσιμο της 30.10.2006, κατά την οποία, η συζήτηση αυτής, με αίτηση των αναιρεσειόντων, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος της 14.5.2007, πλην, όμως, η επίδοση αντιγράφου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες είναι επιβεβλημένη, για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, διότι, οι αναιρεσείοντες, αφού δεν επισπεύδουν τη συζήτηση, πρέπει να έχουν βέβαιη και σαφή γνώση, ότι καλούνται να παραστούν στη συζήτηση του συγκεκριμένου ένδικου μέσου που αυτοί φέρονται ότι άσκησαν και όχι στη συζήτηση κάποιου άλλου, ανάγκη την οποία δεν εξυπηρετεί η επίδοση σ΄ αυτούς απλής κλήσεως.

Δεύτερον, δε, διότι, η σημείωση στο πινάκιο, όπως εν προκειμένω, περί παραστάσεως των αναιρεσειόντων δια δικηγόρου, στην πρώτη δικάσιμο της 30.10.2006, μετά την κατά τα άνω κλήση της αναιρεσίβλητης, δεν καλύπτει την, με τον αναφερόμενο τρόπο, ανάγκη απόδειξης της κλήσεώς τους με επίδοση και αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης σ΄ αυτούς (αναιρεσείοντες), αφού, δεν προκύπτει αν ο τότε εκπροσωπήσας αυτούς δικηγόρος μόνο για την αναβολή είχε την σχετική πληρεξουσιότητα, ούτε ότι είχαν κληθεί νομίμως, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, οι αναιρεσείοντες, κατά την αρχική δικάσιμο της 22ας Νοεμβρίου 2000, σύμφωνα με τα άρθρα 226 παρ. 4, 94 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6 Ιουνίου 1998 αιτήσεως των αναιρεσειόντων .............. και .................., για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 10.335/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ