Legislator Case Law & Legislation
1858/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor overwork claims, ruling facts were properly considered despite procedural omissions.

Case Number 1858/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's partial acceptance of a labor claim regarding unpaid wages and overwork. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence submitted in the first instance, yet the court found the material facts and legal arguments had been adequately presented and considered in the appellate proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal was unfounded because the lower court had implicitly taken all relevant evidence into account, leading to the rejection of the appeal and a ruling against the appellant for legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11g) KPolD; Art. 240 KPolD: The Supreme Court may dismiss an appeal alleging failure to consider evidence if the lower court's decision implicitly reflects consideration of all submitted materials, rendering the appeal unfounded.

Keywords

AI generated
labor overwork claims unpaid wages dispute appeal admissibility evidence evaluation legal costs award partial acceptance of claim procedural omissions

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11g) KPolD
Art. 240 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1858 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1858/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Φ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Λιδωρίκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Χ. Κ. του Α. και 2) A. H. S., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπεκιάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 15381/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2655/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 KΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να συνάγει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ. 3 KΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 KΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, και την από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους - πολίτη...

κ.λ.π." υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον, χρησιμοποιήθηκε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως, και δεν έγινε επίτηδες, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (Ολ. 8/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ` Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις από 18-11-2019 προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, ότι ο δεύτερος ενάγων (δεύτερος αναιρεσίβλητος), εργάστηκε στην επιχείρησή του, ως τεχνίτης χειροποίητων χαλιών και όχι ως υπάλληλος, επιπρόσθετα δε απεχώρησε από την εργασία του οικειοθελώς, που πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη:

α) την από 1-4-2017 υπεύθυνη δήλωση, του Δ. Ν., β) την από 27-12-2017 υπεύθυνη δήλωση της Μ. Δ. και γ) την από 27-3-2017 υπεύθυνη δήλωση του Ζ. Ι.. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο σε προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι....".

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, έστω και αν δεν περιέχεται κρίση αυτού περί του ότι οι ως άνω μαρτυρίες τρίτων δεν δόθηκαν ειδικά με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην ενώπιον του διεξαχθείσα δίκη και γι' αυτό νομίμως λαμβάνονται υπ' όψη, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, ως μη αποτελούντα ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο δηλαδή των "εγγράφων", δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης.

Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είχαν προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ. 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Δηλαδή, δεν αρκεί οι ισχυρισμοί αυτοί να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχαν επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ..με το οποίο ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν.

Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 474/2021, 1048/2020, 1386/2009, 729/2006, 1417/2002, 433/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατέληξε στην αποδοχή της εφέσεώς του και μετά από εξαφάνιση της εν μέρει αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, στην αποδοχή εν μέρει της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεχθέν μεταξύ άλλων, για το κατ' ουσία βάσιμο της εναντίον του αγωγής αυτών, ότι:

α) ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) εργαζόταν στην επιχείρησή του 42 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία και δεν απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, με συνέπεια να δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές και δια φορά δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών αδείας, επίδομα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, β) ο δεύτερος ενάγων (δεύτερος αναιρεσίβλητος), εργαζόταν στην επιχείρησή του ως υπάλληλος πλήρους απασχόλησης και όχι, ως τεχνίτης μερικής απασχόλησης, επί 42 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία και δεν απεχώρησε οικειοθελώς, με αποτέλεσμα να δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές, διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών αδείας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων είχαν προβληθεί με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, δεν είχαν επαναφερθεί στην έκκλητη δίκη σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 240 KΠολΔ.

Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής, τα ως άνω πραγματικά γεγονότα και ισχυρισμοί έχουν περιληφθεί σ` αυτή προς θεμελίωση των συναφών αιτημάτων τους περί επιδικάσεως στον μεν πρώτο αναιρεσίβλητο, ποσού 19,846,71 ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, ποσού 18,839,53 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωση απολύσεως κ.λπ..

Για τη λήψη δε υπόψη των γεγονότων αυτών και ισχυρισμών από το εφετείο δεν ήταν απαραίτητη η επαναφορά τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 240 KΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων-εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που αυτοί προέβαλαν προς αντίκρουση της κατ` αυτών εφέσεως του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και ο ισχυρισμός του δευτέρου ενάγοντος, περί αμφισβητήσεως της γνησιότητος της σύμβασης μερικής απασχόλησής του, διαλαμβάνονται στο κείμενο των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων αυτών, όπου εμπεριέχεται, αυτούσιο, και το κείμενο των προτάσεων τους κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση, ενοποιημένων σε ενιαίο συνολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίστηκε και υποβλήθηκε μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την απόρριψη της εναντίον τους έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο των προτάσεων αυτών από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσιβλήτων-εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2020 αίτηση, περί αναιρέσεως της 2655/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ