1858/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1858/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1858 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1858/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Λ. Σ. του Π. και 2. Π. Σ. του Δ., κατοίκων ... και ήδη κρατούμενων στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 214, 275, 276/2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Mε πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ζ. Θ. του Ε., 2. Ν. Μ. του Α. και 3. Π. Θ. του Γ., κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2016 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: .../18-4-2016 από 14-4-2016 κοινή αίτηση των α) Π. Σ. του Δ. και β) Λ. Σ. του Π., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18-4-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 214, 275 και 276/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ.
α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 28-3-2016, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.- Κατά την διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν.2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης".
Έτσι για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου.
Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος) και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού.
Περαιτέρω, ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως.
Για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, ώστε να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων, που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεσή της, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης.
Δι’ ο και απαιτείται ειδική αιτιολογία, ότι ο δράστης - κατηγορούμενος ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την λήψη της αποφάσεως είτε μόνο κατά την εκτέλεση αυτής ή να εκτίθεται προμελέτη, η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή (ΑΠ 907/2015). Εξ άλλου, ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β` του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό.
Ψυχική συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση, που ήδη έχει λάβει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, που μπορεί να πραγματωθεί με την παροχή σ` αυτόν, πριν από την πράξη, υποσχέσεως για βοήθεια κατά την τέλεση της πράξεως ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της, δύναται δε να παρασχεθεί και με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει ήδη λάβει για την τέλεση της πράξεως, καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ` οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος ή υποσχέσεως για την απομάκρυνση του αυτουργού από τον τόπο του εγκλήματος ή την εξάλειψη των ιχνών του (ΑΠ 225/2013).
Η απλή παρουσία άλλου στον τόπο τελέσεως πράξεως ανθρωποκτονίας συνιστά ψυχική συνέργεια τότε μόνο, όταν ο παριστάμενος αφενός μεν γνωρίζει, ότι ο αυτουργός πρόκειται να αποκτείνει άλλον και αφετέρου με την παρουσία του θέλει ή αποδέχεται να τον ενισχύσει ή να τον ενθαρρύνει στην πραγμάτωση του ως άνω εγκλήματος (ΑΠ 929/1991).
Η υλική συνδρομή συντελείται με υλικές πράξεις, όπως π.χ. η μεταφορά του αυτουργού στον τόπο του εγκλήματος. Για την εξ υποκειμένου στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας δεν είναι ανάγκη ο απλός συνεργός να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού, καθώς και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί αυτή από τον αυτουργό της (πράξεως - ΑΠ 225/2013).
Ο δόλος δε του απλού συνεργού, όπως και κάθε συμμετόχου, είναι διπλός και περιλαμβάνει και καλύπτει τόσον γνωσιακά όσον και βουλητικά, αφ` ενός μεν την παροχή συνδρομής στον δράστη της κυρίας πράξεως προς τέλεση αυτής, αφ` ετέρου δε και την τέλεση της κυρίας πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού είναι δυνατόν να είναι και ο ενδεχόμενος του άρθρου 27 παρ. 1 β` του ΠΚ, εκτός εάν ο νόμος για το έγκλημα απαιτεί ειδική μορφή δόλου, οπότε αυτή απαιτείται και για τον απλό συνεργό.
Ο διπλός δόλος του απλού συνεργού σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως περιλαμβάνει, το μεν την γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της τελέσεως απ` αυτόν της άδικης αυτής πράξεως, το δε την βούληση ή αποδοχή του να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού.
Στην περίπτωση δε της ανθρωποκτονίας από απρομελέτητο δόλο, του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, δεν απαιτείται ειδική μορφή δόλου, είναι δυνατή η συνδρομή ενδεχομένου δόλου στο πρόσωπο του απλού συνεργού ως προς τον ένα από τους δύο δόλους ή και ως προς αμφοτέρους (ΑΠ 1308/2016, ΑΠ 225/2013).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. H δε κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για την τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, αφού η παραδοχή του άγει στην επιεικέστερη ποινική μεταχείριση αυτού.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2011, 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 214, 275 και 276/2014 απόφασή του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τον πρώτο αναιρεσείοντα (Π. Σ.) και τον κατεδίκασε στην ποινή της ισοβίου καθείρξεως και σε διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Επίσης το ως άνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της απλής συνδρομής στην ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας τον δεύτερο αναιρεσείοντα (Λ. Σ.) και τον κατεδίκασε στην ποινή της καθείρξεως των δέκα (10) ετών, καθώς και σε αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για πέντε (5) έτη. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το ως άνω δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως για τα εγκλήματα αυτά, κατά λέξη, τα εξής: "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά και από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στα ..., στις 15-8-2009 αργά το απόγευμα, ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ., βρισκόταν στην επί των οδών ... οικία του με τη σύζυγό του Μ. Σ. και τα τέκνα τους, Λ. (β’ κατηγορούμενο) Χ. και Π. γιορτάζοντας την εορτή της "Κοιμήσεως της Θεοτόκου". Σε απροσδιόριστο ακριβώς χρόνο ο δεύτερος των κατηγορουμένων, παρεξηγήθηκε με τον πατέρα του (πρώτο κατηγορούμενο) για θέμα που αφορούσε τις σχέσεις του τελευταίου με τη σύζυγό του και μητέρα αυτού και αποχώρησε ενοχλημένος από την πατρική οικία και κατευθύνθηκε προς την οικία του.
Καθ’ οδόν συνάντησε τον Π. Θ., ο οποίος βρισκόταν στην αυλή της οικίας του στη συμβολή των οδών ..., όπου εντός αυτής βρίσκονταν φίλοι, συγγενείς και τα ανήλικα τέκνα τους λόγω του εορτασμού της ονομαστικής του εορτής. Κατά τη συνάντησή τους αυτή βλέποντας ο Π. Θ. τον Λ. Σ. να είναι εξοργισμένος τον ρωτά "γιατί τρέχεις", αυτός άρχισε να τον βρίζει, αντάλλαξαν υβριστικούς χαρακτηρισμούς, εξελίχθηκε καβγάς, απηύθυναν ύβρεις και για τον πατέρα του καθενός και με παρέμβαση του παρευρισκόμενου Β.
Β., στο πεζοδρόμιο της οικίας του Π. Θ., ο οποίος μπήκε στη μέση και τους απομάκρυνε, αποσοβήθηκε η συμπλοκή των παραπάνω. Μετά το πέρας του επεισοδίου οι Β. Β. και Π. Θ. εισήλθαν στην αυτή της οικίας του τελευταίου, επί υπερυψωμένης ράμπας που έχει μέτωπο στην οδό ... και συζητούσαν για το επεισόδιο που προηγήθηκε, ενώ ο δεύτερος επέστρεψε στην πατρική του οικία.
Εκεί αφηγήθηκε στον πατέρα του το επεισόδιο και τις ύβρεις που του απηύθυνε ο Π. Θ. και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος θέλοντας να επιλύσει δυναμικά την προσωπική διαφορά που για ασήμαντη αφορμή προέκυψε μεταξύ του γιού του και του Π. Θ., εγκατέλειψε την οικία του και κατευθύνθηκε προς την οικία του τελευταίου, συνοδευόμενος από τα τέκνα του Λ., Χ.
και Π.. Όταν οι παραπάνω έφτασαν στην οικία του Π. Θ. ο πρώτος κατηγορούμενος εξήγαγε το πιστόλι του, που έφερε και περί ώρα 21.30’ πυροβόλησε κατά του Π. Θ., ρίπτοντας τέσσερις βολές από πολύ κοντινή απόσταση, περίπου 3-4 μέτρων, λέγοντάς του "εσύ είσαι ο παλικαράς και βρίζεις το γυιό μου;", με συνέπεια μια σφαίρα να τον πλήξει στην κοιλιακή χώρα, από την οποία όπως εξάγεται από την .../2009 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών προκλήθηκε τρώση κοινής λαγονίου αρτηρίας και λεπτού εντέρου.
Ο παθών διακομίσθηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο, υποβλήθηκε άμεσα σε ερευνητική λαπαροτομία, τοποθετήθηκε συνθετικό μόσχευμα αρτηρίας μετά από διχασμό της αορτής, διενεργήθηκε εντερεκτομή σε δύο σημεία και μετά την πάροδο τριών ωρών από το πέρας της λαπαροτομής και περί ώρα 05.25 της 16-8-2009, αποβίωσε αιμοδυναμικά ασταθής.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα ιατροδικαστική έκθεση, αιτία θανάτου του Π. Θ. ήταν το τυφλό τραύμα της κοιλίας που προκλήθηκε δια βλήματος πυροβόλου όπλου μικρού διαμετρήματος. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του πρώτου κατηγορουμένου καταδεικνύεται από τον αριθμό των πυροβολισμών και της ευθείας βολής προς το σώμα του παθόντος, διότι η σφαίρα είχε πορεία σχεδόν οριζόντια και μικρή παραμόρφωση - πεπλάτυνση στο εμπρόσθιο μέρος πλησίον της κορυφής της βολίδας που αφαιρέθηκε από το σώμα του θύματος, λόγω της κατ’ εφαπτομένης πρόσκρουσής της στην σπονδυλική στήλη.
Ο πρώτος κατηγορούμενος διαμόρφωσε την απόφασή του να αποκτείνει τον Π. Θ., καθόλο το διάστημα αφότου πληροφορήθηκε τον διαπληκτισμό αυτού με τον δεύτερο κατηγορούμενο μέχρι και την μετάβασή του στο σπίτι του θύματος, απόσταση περίπου 300 μέτρων από την δική του οικία, τελούσε δε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να θανατώσει το θύμα του, αλλά και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως, όπως συνάγεται από τη μετάβασή του στο σπίτι του θύματος με το όπλο του έτοιμο προς πυροδότηση, την άνευ του ελαχίστου ενδοιασμού ή οίκτου χρήση του και την ψύχραιμη αποχώρησή του από το σπίτι του θύματος, με την συνοδεία των τέκνων του και την απόκρυψή του μέχρι τις 18-8-2009, οπότε και εμφανίσθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, ενώ συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιεγέρσεως των συναισθημάτων του, ως συνέπεια της συμπεριφοράς του θύματος και της λεκτικής αντιπαράθεσης που είχε με τον γιό του, δεύτερο κατηγορούμενο, δεν αποδείχθηκε και ειδικότερα ότι πράγματι η αντιπαράθεση αυτή δημιούργησε στον εν λόγω κατηγορούμενο αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος του θυμού και της αγανάκτησης και συνεπεία αυτών τέτοια ψυχική κατάσταση που να αποκλείει την σκέψη του.
Το όλο δηλαδή προηγηθέν περιστατικό της λεκτικής αντιπαράθεσης του θύματος και του δευτέρου κατηγορουμένου, μπορεί να προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο κάποιο εκνευρισμό, ουδόλως όμως ήταν πρόσφορο να του δημιουργήσει ούτε και αποδείχθηκε ότι του δημιούργησε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, η οποία να αποδυναμώσει την σκέψη του και να μην είναι πλέον δυνατή η στάθμιση απ’ αυτόν των αιτίων που τον κινούσαν στην τέλεση του εγκλήματός του και εκείνων που τον συγκρατούσαν από αυτήν.
Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι πυροβόλησε δύο - τρεις φορές στον αέρα και ότι δέχθηκε χτύπημα στην πλάτη και το όπλο του εκπυρσοκρότησε και έπληξε το θύμα τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε εμπλοκή τρίτου ατόμου στο θανατηφόρο συμβάν, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η σκόπευση του θύματος από πολύ κοντινή απόσταση έγινε με ψυχρή λογική εκτελεστή, για να μην αστοχήσει η βολή.
Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος με πρόθεση προσέφερε απλή (ψυχική) συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, δεδομένου ότι αυτός μετέφερε τις ύβρεις που ειπώθηκαν κατά την φιλονικία του με το θύμα στον πατέρα του, τον συνόδευσε μαζί με τα αδέλφια του στο σπίτι του θύματος έχοντας τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι ήταν οπλισμένος, ουδέν έπραξε για να αποφευχθεί η χρήση του όπλου του, δίνοντας στον αυτουργό πατέρα του την πεποίθηση της επιδοκιμασίας της επιλογής του και της ανεπιφύλακτης υποστήριξης των ενεργειών του, πράγματι δε αυτός δεν παρενέβη για την αποτροπή της ρίψεως πυροβολισμών κατά του θύματος αλλά αντίθετα αναχώρησε μαζί του από το σπίτι του θύματος, μετά το τέλος των πυροβολισμών, με ψυχραιμία και βοήθησε στη διαφυγή του, ούτω δε, με ενεργή συμπεριφορά, παρείχε με πρόθεση, ψυχική συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ενισχύοντας την απόφασή του να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, με τη δημιουργία συνθηκών μείζονος ασφαλείας και βεβαιότητας.
Ο εν λόγω κατηγορούμενος τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να συνεργήσει στην ανθρωποκτονία από πρόθεση, όσο και κατά το χρόνο υλοποιήσεως της απλής συνδρομής. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (αρ. 299 παρ. 1 ΠΚ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατ’ ουσίαν ο αυτοτελής ισχυρισμός του δήθεν ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής.
Τέλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (αρ. 299 παρ. 1, 47 ΠΚ).". Στο δε διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το δικαστήριο κήρυξε τον μεν πρώτο κατηγορούμενο Π. Σ. ένοχο, κατά λέξη, του ότι: "Στην Αθήνα, στα ..., την 15-8-2009 και περί ώρα 21:30’ , ενεργώντας με πρόθεση, σκότωσε άλλον, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά την απόφαση, όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης και ειδικότερα, μετέβη έξωθεν της οικίας του Π.
Θ., επί της οδού ..., έχοντας αποφασίσει να τον θανατώσει κι ενώ ο τελευταίος βρισκόταν επί υπερυψωμένης ράμπας στην αυλή της οικίας του, πυροβόλησε εναντίον του, με τη χρήση πυροβόλου όπλου, από απόσταση 3-4 μέτρων πολλές φορές και τουλάχιστον τέσσερις, με αποτέλεσμα να τον πλήξει στην κοιλιακή χώρα, προκαλώντας του τυφλό τραύμα κοιλίας, εκ του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στο Θριάσιο Νοσοκομείο, μετά την πάροδο ολίγων ωρών και συγκεκριμένα την 16-8-2009 και περί ώρα 05:25’ .", τον δε δεύτερο κατηγορούμενο Λ.
Σ. (εκήρυξε) ένοχο, επίσης κατά λέξη, του ότι: "Στην Αθήνα, στα ..., την 15-8-2009 και περί ώρα 21:30’ , με πρόθεση παρέσχε συνδρομή απλή σε άλλον πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και ειδικότερα με πρόθεση παρέσχε απλή συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Π. Σ., πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας, με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που διέπραξε σε βάρος του Π.
Θ.. Πιο συγκεκριμένα, τυγχάνοντας υιός του πρώτου κατηγορουμένου, Π. Σ., συνόδευε τον πρώτο κατηγορούμενο στον τόπο τέλεσης της πράξεως, ενισχύοντας και ενθαρρύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ψυχικά, με την απλή φυσική παρουσία του, στην πραγμάτωση του αποφασισθέντος από αυτόν εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τόσον του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο κατεδίκασε τον εκ των αναιρεσειόντων Π.
Σ., όσον και του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, για το οποίο κατεδίκασε τον εξ αυτών Λ. Σ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α’ , 27, 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Για τον σχηματισμό της κρίσεώς του αυτής, δεν ήταν δε αναγκαίο να εκθέσει το δικαστήριο τι προέκυψε χωριστά από καθένα των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, ούτε απητείτο να αναφέρει από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή του, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απητείτο να ορίζει ποιό αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου.
Ειδικότερα, με τις παραδοχές, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Σ. διαμόρφωσε την απόφασή του να αποκτείνει τον Π. Θ., καθ’ όλο το διάστημα αφότου πληροφορήθηκε τον διαπληκτισμό του με τον υιό του, έτερο αναιρεσείοντα Λ. Σ., μέχρι και την μετάβασή του στο σπίτι του θύματος, που απέχει περίπου 300 μέτρα από την δική του οικία, ότι τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να θανατώσει τον ως άνω παθόντα, αλλά και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως αυτής, ότι τούτο συνάγεται από την μετάβασή του στο σπίτι του θύματος με το όπλο του έτοιμο προς πυροδότηση, την προσέγγιση του θύματος, την στόχευσή του (θύματος) και την ρίψη κατ’ αυτού από απόσταση των 3-4 μέτρων τεσσάρων πυροβολισμών λέγοντάς του ταυτοχρόνως "εσύ είσαι ο παλικαράς και βρίζεις το γυιό μου", την εν συνεχεία ψύχραιμη αποχώρησή του από το σπίτι του θύματος, με την συνοδεία των τέκνων του και την απόκρυψή του μέχρι τις 18-8-2009, οπότε και εμφανίσθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, ότι το όλο προηγηθέν περιστατικό της λεκτικής αντιπαράθεσης του θύματος και του υιού του (δευτέρου κατηγορουμένου), μπορεί να προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο κάποιο εκνευρισμό, ότι τούτο όμως δεν ήταν πρόσφορο να του δημιουργήσει, ούτε και αποδείχθηκε, ότι του δημιούργησε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιεγέρσεως του συναισθήματος του θυμού και της αγανάκτησης και συνεπεία αυτών τέτοια ψυχική κατάσταση, που να αποκλείει ή να αποδυναμώνει την σκέψη του και να μην είναι πλέον δυνατή η στάθμιση απ’ αυτόν των αιτίων που τον κινούσαν στην τέλεση του εγκλήματός του και εκείνων που τον συγκρατούσαν από αυτήν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία αφ’ ενός μεν για το ότι ο κατηγορούμενος αυτός ευρίσκετο τόσον κατά την λήψη της αποφάσεως να αποκτείνει τον ανωτέρω παθόντα όσον και κατά την εκτέλεση της αποφάσεώς του αυτής σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος αυτός, κατά την λήψη της αποφάσεως του να φονεύσει τον ως άνω παθόντα και κατά την εκτέλεση της αποφάσεώς του αυτής, ευρίσκετο σε βρασμό ψυχικής ορμής υπό την εκτεθείσα έννοια.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, ούτε απητείτο να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απητείτο να ορίζεται ποιό αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, με τους οποίες ο αναιρεσείων Π. Σ. πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αντιστοίχως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ ως προς την καταδικαστική αυτού κρίση και απόφαση για την εκ προθέσεως θανάτωση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση του Π.
Θ. και για ευθεία εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ, ως προς την απορριπτική του ισχυρισμού του κρίση και απόφασή του, ότι τέλεσε την ανωτέρω πράξη του τελώντας σε βρασμό ψυχικής ορμής, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι δε εμπεριεχόμενες στους λόγους αυτούς, λοιπές αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση πραγμάτων και, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουσες την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. - Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες ειδικότερες παραδοχές, που το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό δικαστήριο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ως προς τον έτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Λ.
Σ., και δη αφ’ ενός μεν ότι συνόδευσε, μαζί με τα αδέλφια του, τον αναιρεσείοντα και πατέρα του Π. Σ. και πήγε και αυτός στην οικία του παθόντος έχοντας έτσι την δυνατότητα να αντιληφθεί ότι ο πατέρας του αυτός ήταν οπλισμένος, ότι ουδέν έπραξε για να αποφευχθεί η χρήση από αυτόν (πατέρα του Π. Σ.) του όπλου του για να πυροβολήσει κατά του ως άνω θύματος με ανθρωποκτόνο σκοπό, ότι έτσι έδωσε στον αυτουργό πατέρα του την πεποίθηση της επιδοκιμασίας της επιλογής του και της ανεπιφύλακτης υποστήριξης των ενεργειών του, ότι πράγματι αυτός (Λ.
Σ.) δεν παρενέβη για την αποτροπή της πλήξεως του θύματος, ότι στην συνέχεια μετά την πλήξη του παθόντος αναχώρησε μαζί με τον δράστη πατέρα του από το σπίτι του τελευταίου (παθόντος), ότι με ψυχραιμία βοήθησε στη διαφυγή του και ότι ενίσχυσε έτσι την απόφασή του (δράστη πατέρα του) να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, με τη δημιουργία συνθηκών μείζονος ασφαλείας και βεβαιότητας και αφ’ ετέρου ότι εκ τούτων προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος αυτός παρείχε με πρόθεση, ήτοι με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι τούτο επιτυγχάνεται, ψυχική συνδρομή στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα πατέρα του, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ενισχύοντας την απόφασή του να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, το μεν διέλαβε, όπως προαναφέρεται, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου αυτού και ήδη αναιρεσείοντος (Λ.
Σ.) συνισταμένου, κατά τις παραδοχές αυτές, αφ’ ενός μεν στο ότι ο εγνώριζε, ότι ο πατέρας του είχε αποφασίσει να φονεύσει τον ως άνω παθόντα και για τον λόγο αυτό πήγε στην οικία του θύματος φέροντας μαζί του το ανωτέρω όπλο, το δε στην αποδοχή του να συμβάλει με την παροχή, κατά τους ως άνω τρόπους, που εξειδικεύονται στο σκεπτικό και συμπληρώνουν κατά τούτο το διατακτικό, της ψυχικής συνδρομής του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος από τον πατέρα του την οποίαν (ψυχική αυτή συνδρομή) και πράγματι κατά τις οικείες παραδοχές και παρείχε, το δε, περαιτέρω, ορθά, όπως επίσης προαναφέρεται, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α’ , 27, 47 παρ. 1 και 299 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Συνεπώς, τα αντίθετα που προβάλει με τους από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως ο εκ των αναιρεσειόντων αυτός (Λ. Σ.), είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι δε εμπεριεχόμενες στους λόγους αυτούς, λοιπές αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση πραγμάτων και υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουσες την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.- Όπως ήδη προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007 ΠΧρ ΝΗ’ .245).
Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, δ και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", "δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (ΑΠ 791/2014).
Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά (ΑΠ 1090/2015).
Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψή του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 951/2012 ΤΝΠ Νόμος).
Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης.
Αντίθετα, η ύπαρξη καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος, και δεν αρκούν για την χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού.
Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη (και όχι μόνο την ελεύθερη) διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή όρων χορήγησης του σχετικού ελαφρυντικού και υπό σχετικά μακρόχρονο καθεστώς κρατήσεως, στις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις, που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμορφώσεως του μέσου κρατούμενου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, την σταθερή εναρμόνιση του προς τις επιταγές της εννόμου τάξεως και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του (ΑΠ 909/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Π. Σ., μετά του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικά πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αυτοτελείς ισχυρισμούς μεταξύ των οποίων και τους εξής, επί λέξει: "Β.
Αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως αποδοχής ή όχι των ανωτέρω υπερασπιστικών ισχυρισμών, το Δικαστήριό Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ακόλουθες ελαφρυντικές περιστάσεις: Ο κατηγορούμενος έζησε έως τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος έντιμη ατομική.
οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. ( άρθρα 84 τταρ.2 περ. α’ ΠΚ) Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο Υμών κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο, τότε θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α’ Π.Κ ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, όπως προέκυψαν από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δη από το ποινικό του μητρώο, το γεγονός ότι δεν απασχόλησε τις διωκτικές αρχές, την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου μέχρι την ηλικία των πενήντα δύο ετών. Είναι παντρεμένος με την Μ.
Σ. με την οποία έχει αποκτήσει έξι παιδιά, ενώ έχουν πεθάνει άλλα δύο. Επαγγελματικά η πορεία του στον χώρο του εμπορίου υπήρξε αδιάλειπτη όπως προκύπτει από πλήθος τιμολογίων, δελτία αποστολής, εκκαθαριστικά και τα τέλη κυκλοφορίας των επαγγελματικών του αυτοκινήτων. Και αν ακόμα το Δικαστήριο Υμών κρίνει ότι τέλεσε τις αποδιδόμενες πράξεις, υπό οιαδήποτε νομική μορφή, θα πρέπει να κριθεί ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως του αδικήματος αυτού είχε έντιμο βίο και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το αντίθετο.
Tης ειλικρινούς εμπράκτου μετανοίας (άρθρα 84 παρ.2 περ. δ’ ΠΚ) Μετά την τέλεση της πράξης ο κατηγορούμενος επέδειξε μετάνοια ειλικρινή κι έμπρακτη, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην απλή έκφραση λύπης ή συγγνώμης αλλά συνδυάζεται με γεγονότα που μαρτυρούν ότι επιδίωξε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.
Το ότι η μεταμέλειά του υπήρξε ειλικρινής αποδεικνύεται από την συμπεριφορά που επέδειξε ευθύς μετά την τέλεση της πράξης του καθώς έφυγε από την οικία του ταραγμένος και μη γνωρίζοντας σε τι κατάσταση ακριβώς ήταν το θύμα, αργότερα δε παρουσιάστηκε αυθορμήτως στην Ανακρίτρια όπου και ομολόγησε την πράξη του.
Η ανακριτική του απολογία, όχι μόνο δεν αποτελεί προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας αλλά αντίθετα υποδηλώνουν άνθρωπο πραγματικά συντετριμμένο και μεταμελημένο για την πράξη που διέπραξε. 3. Ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του ( άρθρο 84 παρ.2 περ. ε’ ΠΚ) Το ελαφρυντικό αυτό παρέχεται, αν αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.
Εν προκειμένω κατά το διάστημα της κρατήσεώς του από την 19-8-2009 μέχρι και σήμερα δηλαδή χρονικό διάστημα άνω των τεσσάρων ετών ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε άψογα επιδείξας διαγωγή πολύ καλή, δεν υπέπεσε σε οιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα ή επίψογη συμπεριφορά και οι σχέσεις του με τις συγκρατούμενούς του και το υπαλληλικό προσωπικό είναι οι πρέπουσες όπως αποδεικνύεται και από το από 15-10-2013 πιστοποιητικό των φυλακών Αλικαρνασσού ενώ εργάζεται ως βοηθός μάγειρα.
Περί του ότι το ελαφρυντικό αυτό αφορά και αναγνωρίζεται μόνο σε κρατούμενους είναι αναμφίβολο, καθόσον δεν είναι νοητό να αναφέρεται σε μη κρατούμενους, οι οποίοι κατηγορούνται για τέλεση εγκλημάτων εν όψει του ότι αυτοί ουδόλως τελούν σε εποπτεία ή φύλαξη από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί η συμπεριφορά τους.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, βεβαιωμένης, όπως εν προκειμένω συμβαίνει, της πολύ καλής διαγωγής του κατηγορουμένου, αποδεικνύει ότι συντρέχουν όλες οι κατά νόμο προϋποθέσεις που επιβάλλουν την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού στον κατηγορούμενο. Η επιδειχθείσα από τον κατηγορούμενο πολύ καλή διαγωγή στις φυλακές έως σήμερα είναι εκούσια και ειλικρινής και δεν οφείλεται στον περιοριστικό και αναγκαστικό χαρακτήρα της κρατήσεώς της ο οποίος είναι κοινός για όλους τους κρατούμενους πλην όμως δεν εμποδίζει τη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς τους, οι οποίοι καίτοι είναι έγκλειστοι υποκύπτουν σε πειθαρχικά παραπτώματα ή ποινικά αδικήματα με αποτέλεσμα τη μη χορήγηση αδειών εξόδου ή του ευεργετήματος της υφ’ όρων απόλυσης.
Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η χορήγηση του αιτούμενου ελαφρυντικού επιβάλλεται κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού όταν συντρέχουν προϋποθέσεις όπως εν προκειμένω κάμπτεται δε μόνο όταν υφίσταται περιστατικά που εμποδίζουν την αναγνώρισή του όπως απόπειρα απόδρασης του κρατούμενου, φυγοδικία ή μικρό χρονικό κράτησης (ΑΠ 296/99, ΑΠ 109/99).
Ως προκύπτει από την διατύπωση του άρθρου 84 ΠΚ οι μνημονευόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις δεν προβλέπονται σε αυτό περιοριστικώς αλλά ενδεικτικώς, πράγμα που υποδηλώνεται με τη χρήση της λέξης ιδίως.
Συνεπώς το δικαστήριο δύναται πέρα των ρητώς αναφερομένων στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων να αναγνωρίσει ως τέτοια, αν συντρέχει και κάθε άλλη περίπτωση, η οποία θα έχει ευεργετικό αποτέλεσμα στη ποινική μεταχείριση του δράστη και θα συνδέεται είτε με τη προσωπικότητά του είτε με τη συμπεριφορά του είτε με αυτό το ίδιο το έγκλημα.".
Όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός - αίτημα του κατηγορουμένου αυτού (Π. Σ.), ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α’ του ΠΚ, που ζήτησε να του αναγνωρισθεί, υπό το ανωτέρω και μόνον περιεχόμενό του, ήτοι ότι από το λευκό, μέχρι της ηλικίας του των 52 ετών, ποινικό του μητρώο προκύπτει το γεγονός ότι δεν απασχόλησε τις διωκτικές αρχές, ότι είναι έγγαμος με την Μ.
Σ., με την οποία έχει αποκτήσει έξι παιδιά, ενώ έχουν πεθάνει άλλα δύο και ότι επαγγελματικά η πορεία του στον χώρο του εμπορίου υπήρξε αδιάλειπτη, όπως προκύπτει από πλήθος τιμολογίων, δελτία αποστολής, εκκαθαριστικά και τα τέλη κυκλοφορίας των επαγγελματικών του αυτοκινήτων, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε.
Επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο έτερος αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπό του ( του αυτού ως άνω κατηγορουμένου Π. Σ.) της κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. δ’ ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετανοίας του, προς στοιχειοθέτηση της οποίας ο κατηγορούμενος αυτός επικαλέσθηκε, όπως προαναφέρεται, μόνον, ότι αμέσως μετά την τέλεση της πράξεώς του καθώς έφυγε από την οικία του ήταν ταραγμένος και μη γνωρίζοντας σε τι κατάσταση ακριβώς ήταν το θύμα, και ότι αργότερα παρουσιάστηκε αυθορμήτως στον ανακριτή όπου και ομολόγησε την πράξη του.
Και τούτο γιατί τα περιστατικά αυτά, δεν αρκούν για την κατά τα προαναφερόμενα νομική θεμελίωση του ελαφρυντικού αυτού, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών, με τα οποία, η κατά την προαναφερόμενη έννοια της ανωτέρω διατάξεως ειλικρινής μετάνοια να εκδηλώνεται εμπράκτως και τα οποία, να δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του.
Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός - αίτημα του αυτού ως άνω κατηγορουμένου, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ του ΠΚ, που και αυτήν ζήτησε να του αναγνωρισθεί, επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή του και για τη δικαστική διερεύνηση και απόφανση της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέστηκε, και ειδικότερα ότι κατά το διάστημα της κρατήσεώς του στις φυλακές Αλικαρνασσού από την 19-8-2009 μέχρι της κατά την 13-6-2014 εκδικάσεως σε δεύτερο βαθμό της ανωτέρω εναντίον του κατηγορίας, "συμπεριφέρθηκε άψογα επιδείξας διαγωγή πολύ καλή, δεν υπέπεσε σε οιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα ή επίψογη συμπεριφορά, εργάζεται ως βοηθός μάγειρα και οι σχέσεις του με τις συγκρατούμενούς του και το υπαλληλικό προσωπικό είναι οι πρέπουσες", δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν εξαιρετική περίπτωση συμπεριφοράς καταδίκου με την προαναφερόμενη νομική έννοια για τη χορήγηση από το δικαστήριο της ουσίας του ζητούμενου ελαφρυντικού υπό καθεστώς κράτησης.
Επομένως, αφού οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Π. Σ. ήσαν αόριστοι, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους, ουδέ ήταν υποχρεωμένο οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε άλλης ελαφρυντικής περιστάσεως για αμφότερους τους κατηγορουμένους αυτούς Συνεπώς το δικαστήριο απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος με την, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο οικείο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, αιτιολογία, ότι ο πρώτος ήταν αβάσιμος και οι δεύτερος και τρίτος αόριστοι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ.,1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων Π. Σ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειωτέον και ενταύθα, ότι από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και των πρακτικών της, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ουδέ προκύπτει ότι διορθώθηκαν, δεν προκύπτει, ότι ο εκ των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων Λ.
Σ., κατά την διαδικασία στο δικαστήριο της ουσίας, προέβαλε, έστω και επιγραμματικά, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προαναφερομένων ή άλλων ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίοι να απερρίφθησαν από το δικαστήριο με την κύρια περί της ενοχής ή με παρεμπίπτουσα απόφασή του.
Συνεπώς, ο ανωτέρω όγδοος λόγος αναιρέσεως, καθ’ ο μέρος με αυτόν προβάλλεται υπό του αναιρεσείοντος αυτού (Λ. Σ.) η αιτίαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη των αφορώντων αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού με τον λόγο αυτόν πλήττεται ανύπαρκτη απορριπτική απόφαση δικαστηρίου.- Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: .../18-4-2016 από 14-4-2016 αίτηση των Π. Σ. του Δ. και Λ. Σ. του Π., που ασκήθηκε με δήλωση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 214, 275 και 276/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. πρωτ: .../18-4-2016 από 14-4-2016 αίτηση των Π. Σ. του Δ. και Λ. Σ. του Π., κατοίκων ... και ήδη κρατουμένων του Κ.Κ. Αλικαρνασσού, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18-4-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 214, 275 και 276/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ