Legislator Case Law & Legislation
1858/2011 AI generated

1858/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1858/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 374/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 6.2.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6152/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2551/2004 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου είχε δεχθεί εν μέρει την από 6.3.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος, εις ολόκληρο με το συνεναγόμενο Γ.

Legislator headnote

AI generated

1858/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι στο σύνολό του απορριπτέος. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

Keywords

AI generated
incapacity for work concept of occupational disease weather-related loss of work post-service health impairment sick leave unfit notwithstanding health condition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1858 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1858/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδρεαδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: 1Α. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6.3.2001 και 6.10.2003 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2004 μη οριστική και 6152/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 374/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαΐου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 374/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 6.2.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6152/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2551/2004 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου είχε δεχθεί εν μέρει την από 6.3.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος, εις ολόκληρο με το συνεναγόμενο Γ.

Κ., να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 80.000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προκάλεσε σ' αυτόν με την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά του. 2. Κατά το άρθρ. 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ.

της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ.α ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ' αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986).

Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος οφείλεται κατ' αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρ. 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, μπορεί δε κατ' εφαρμογή του άρθρ. 16§4 εδ.(α), (β) και (γ) του ν. 551/1915 να μειωθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η αποζημίωση μέχρι το μισό της μόνον όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή συναφών κανονισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ή τον κύριο της επιχείρησης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση κυρώθηκαν από την αρχή.

Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχουν το δικαίωμα κατά το άρθρ. 16§1 του ν. 551/1915 να ζητήσουν ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρ. 6 του ν. 551/1915 συγγενείς του μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη μ' αυτές συνάφεια.

Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα μόνον εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000).

Σε περίπτωση πάντως που ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 34§2 και 60§3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 16§§1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915 και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σ' αυτόν από το ΙΚΑ παροχών.

Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη των προσώπων που προστήθηκαν από τον εργοδότη, τα οποία επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή (ΟλΑΠ 1267/1976), ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά, κατά τα προεκτεθέντα, την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια (ΑΠ 412/2008), αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους κατά τα άρθρ. 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010).

Η υποχρέωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρ. 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.

Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και για τον εργοδότη τόσο από τη γενική διάταξη του άρθρ. 662 ΑΚ όσο και κυρίως από τις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του ν. 1396/1983, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφάλειας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα, παραπέμποντας μεταξύ άλλων και στα προβλεπόμενα με το π.δ. 1073/1981 μέτρα ασφάλειας.

Έτσι κατά μεν το άρθρ. 4§1 του ν. 1396/1983, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφάλειας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, κατά δε το άρθρ. 5§1 του ίδιου νόμου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ν. 1396/1983 ο εργολάβος τμήματος του έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών ή αναλόγως ο κύριος του έργου, όμως αν τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του τμήματος του έργου, διότι διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του και υποχρεούται συνεπώς σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), με βάση σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και του εναγομένου (αναιρεσείοντος), εργαζόταν σε συνεργείο του τελευταίου, με αντικείμενο υδραυλικές εργασίες, στο ξενοδοχείο Κ.

ΠΑΛΛΑΣ της νήσου Κω, μέχρι τις 18.00 περίπου της 18.3.1998. Τότε κλήθηκε να μεταβεί εκτάκτως, μαζί με το συνεργείο, στο ξενοδοχείο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΛΛΑΣ, ιδιοκτησίας, όπως και το πρώτο, της εταιρείας Γ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε., προκειμένου να προβούν σε τοποθέτηση και σύνδεση αποχετευτικών σωλήνων, όπως είχε συμφωνήσει ο Γ.

Κ., διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, με τον εναγόμενο. Εκεί, υπό την παρουσία του Γ. Κ. και τεχνιτών του, καθώς και του εναγομένου, ο οποίος έφθασε στο έργο περί τις 19.00-19.30, τοποθέτησαν τους σωλήνες σε ήδη ανοιγμένη τάφρο (μήκους 60 μέτρων, πλάτους ενός και βάθους 3,80 μέτρων). Επ' αυτής ωστόσο δεν είχαν ληφθεί μέτρα ασφαλείας, όπως δόμηση αντιστηρίξεων, απομάκρυνση επισφαλών τμημάτων, χωμάτων και λίθων περιμετρικά, απομάκρυνση των εντός της τάφρου υδάτων, στάθμης περί τα 60 cm.

Υπό τις συνθήκες αυτές έγινε η τοποθέτηση των σωλήνων, αλλά το συνεργείο αναγκάσθηκε στη συνέχεια να τους αποξηλώσει και να ξεκινήσει την επανατοποθέτησή τους κατόπιν παραπόνων ως προς την κλίση τους από πλευράς Γ. Κ.. Παράλληλα ο τελευταίος προέβαινε με βαρύ ερπυστριοφόρο μηχάνημα, που προκαλούσε δονήσεις του εδάφους, σε εσπευσμένη επιχωμάτωση της τάφρου.

Περί τα μεσάνυκτα όμως συνέβη υποχώρηση των χωμάτων εντός της τάφρου, τα οποία και καταπλάκωσαν τους εκεί εργαζομένους Ε. Π. και Ι. Π., αλλά και στη συνέχεια, μετά από νέα υποχώρηση, και τον ενάγοντα, όταν αυτός πήδηξε μέσα στην τάφρο για να παράσχει βοήθεια. Αποτέλεσμα υπήρξε ο θάνατος του Ε. Π., ο τραυματισμός του Ι.

Π. και ο βαρύς τραυματισμός του ενάγοντος. Στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα του εναγόμενου εργολάβου του έργου. Και τούτο ανεξαρτήτως συνδρομής ή μη ειδικής αμέλειάς του περί την τήρηση μέτρων ασφαλείας, διότι μολονότι ο τελευταίος παρευρισκόταν στο χώρο του ατυχήματος ώρες πριν τούτο συμβεί και είχε διαπιστώσει εξ αρχής, ως έμπειρος εργολάβος, τον κίνδυνο υποχώρησης των χωμάτων από την παντελή έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας και την κατά τη διάρκεια των εργασιών προκαλούμενη δόνηση του εδάφους από το βαρύ ερπυστριοφόρο μηχάνημα, που εκτελούσε εργασίες επιχωμάτωσης της τάφρου, δεδομένης και της γνωστής σ' αυτόν άρνησης, για το λόγο αυτό, του ...

ετέρου συνεργείου του υπό τον Κ. Μ., να εισέλθει στην τάφρο, (εντούτοις) από έλλειψη της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή κατά την εκτέλεση από εργολάβο των ανωτέρω εργασιών, ανέλαβε από την εκεί παρουσία του και επέτρεψε τη διεξαγωγή των παραπάνω εργασιών από το (και παθόν εν τέλει) συνεργείο του υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, ενώ όφειλε υπό τις παραπάνω συνθήκες, επιμελώς φερόμενος, να απαγορεύσει την κάθοδο των εργατών του στην επισφαλή τάφρο προς εκτέλεση εργασιών και να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνσή τους από τη στιγμή που μετέβη στο εργοτάξιο και διαπίστωσε ότι αυτοί εργάζονταν εντός αυτής.

Αντίθετα επέτρεψε τη συνέχιση των εργασιών χωρίς την εξασφάλιση των ως άνω μέτρων ασφαλείας, τα οποία, εφόσον δεν είχε λάβει ο κύριος του έργου, όφειλε να λάβει ο ίδιος που εκτελούσε εργασίες εντός της τάφρου. Δεν επιβεβαιώνεται δε πέραν πάσης αμφιβολίας ο ισχυρισμός του ότι συνέστησε στους εργαζομένους του την απομάκρυνσή τους από την τάφρο, αλλά αρνήθηκαν οι ίδιοι, επειδή τελείωναν ...

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ενάγων υπέστη κάταγμα λεκάνης, ρήξη σπληνός (υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, χολεκτομή), ρήξη ουροδόχου κύστεως με σύνθλιψη του προσθίου τοιχώματος, ρήξη ορθού, κάταγμα πλευρών αριστερά και αιμοθώρακα, ενδοφθαλμίτιδα και εξόρυξη αριστερού οφθαλμού. Υποβλήθηκε έτσι σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα, απ' όπου του αφαιρέθηκε η ουροδόχος κύστη και 20 cm από το παχύ έντερο και δημιουργήθηκε παρά φύση έδρα.

Κρίθηκε επίσης αναγκαία η μετάβασή του στο εξωτερικό, στην Αγγλία, όπου υποβλήθηκε σε πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της φυσικής συνέχειας του κατώτερου ουροποιητικού και τη μείωση της αναπηρίας του(>80%), χωρίς ωστόσο την πλήρη ίασή του ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού περαιτέρω έκρινε ότι το ποσό των 80.000 ευρώ, που αναγνωρίσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ότι υποχρεούται να καταβάλει ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με τον οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του τραυματισμό του, είναι εύλογο, απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη για τη θεμελίωση πταίσματος του αναιρεσείοντος πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή και συνιστούν ανεπίτρεπτη διεύρυνση της ιστορικής βάσης της και συγκεκριμένα αν και το πταίσμα του αναιρεσείοντος περιορίζεται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή στην παράλειψή του να λάβει τα εκεί αναφερόμενα μέτρα ασφάλειας για το προσωπικό του, ωστόσο το Εφετείο, εισάγοντας στην ουσία νέα αγωγική βάση, δέχθηκε με την απόφασή του ότι αυτός, ο οποίος ως έμπειρος εργολάβος είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο υποχώρησης των πρανών της τάφρου μέσα στην οποία εργάζονταν τα μέλη του συνεργείου του και όφειλε συνεπώς, ως συνετός συναλλασσόμενος, να απαγορεύσει στο συνεργείο του την εκτέλεση εργασιών στην επισφαλή τάφρο, αφού μάλιστα συνεχιζόταν παράλληλα η επιχωμάτωσή της με βαρύ ερπυστριοφόρο μηχάνημα που χειριζόταν σε κατάσταση μέθης ο Γ.

Κ., εντούτοις, αμελώς φερόμενος, επέτρεψε τη διεξαγωγή εργασιών στην τάφρο παρά την έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου από την κατολίσθηση χωμάτων στο εσωτερικό της τάφρου. Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι μ' αυτή ναι μεν καταλογίζεται ως πταίσμα στο αναιρεσείοντα η παράλειψή του να λάβει εξ αρχής τα αναγκαία μέτρα για τη δημιουργία συνθηκών ασφαλούς εργασίας στην τάφρο, στην οποία κλήθηκε να εργασθεί το συνεργείο των τεχνιτών του, όμως παράλληλα η ευθύνη του για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται και στην παράλειψή του να αντιδράσει στην επισήμανση του τελευταίου ότι η σταθερότητα των πρανών της τάφρου κατέστη επισφαλής από τη συνεχιζόμενη επιχωμάτωση της τάφρου με τη χρήση από τον Γ.

Κ. ερπυστριοφόρου μηχανήματος (τσάπας), που ήταν μεγάλου βάρους και προκαλούσε έντονους κραδασμούς. Δηλαδή σαφώς με την ένδικη αγωγή καταλογίζεται ως πταίσμα στον αναιρεσείοντα και το ότι δεν απαγόρευσε, μετά και την ως άνω επισήμανση του αναιρεσιβλήτου, την εκτέλεση εργασιών από τους τεχνίτες του συνεργείου του μέσα σε τάφρο, που, όπως μπορούσε να αντιληφθεί, ήταν πλέον ιδιαίτερα επισφαλής.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο και οπωσδήποτε με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, μολονότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού του και της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα παράλειψης να απαγορεύσει την εκτέλεση εργασιών από το συνεργείο του στην επισφαλή τάφρο διακόπηκε από το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος με δική του πρωτοβουλία και ενώ είχε γίνει ήδη η πρώτη κατολίσθηση χωμάτων στο εσωτερικό της τάφρου, καταπλακώνοντας τους εργαζόμενους εκεί δυο άλλους τεχνίτες, εισήλθε σ' αυτή για να τους βοηθήσει και μάλιστα σε χρόνο που ο Γ.

Κ. συνέχιζε με τον ίδιο επικίνδυνο τρόπο την επιχωμάτωση της τάφρου. Ωστόσο η παραπάνω παράλειψη του αναιρεσείοντος βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, αφού ναι μεν αυτός με δική του πρωτοβουλία και αίσθημα αλτρουϊσμού εισήλθε στην τάφρο για να βοηθήσει τους κινδυνεύοντες εκεί συναδέλφους του, όμως ενήργησε έτσι ως μέλος του συνεργείου του αναιρεσείοντος και στο πλαίσιο της εργασίας που είχε ανατεθεί στα μέλη του και από κοινού εκτελούσαν με εντολή του εργοδότη τους, ο οποίος είχε αντίστοιχα τη βασική ευθύνη για τη δημιουργία συνθηκών ασφαλούς εκτέλεσης του έργου για όλους τους εμπλεκόμενους στην εκτέλεσή του.

Συνεπώς αυτός, επιτρέποντας την εκτέλεση εργασιών από τα μέλη του τεχνικού συνεργείου του στο εσωτερικό της τάφρου, παρόλο που γνώριζε ότι κατά τη διάνοιξή της δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης των πρανών της, υπήρχαν συσσωρευμένα στην περίμετρό της προϊόντα της εκσκαφής της και δεν είχαν αντληθεί από το βάθος του σκάμματός της τα υπάρχοντα εκεί ύδατα, ενώ η όλη κατάσταση επιβαρυνόταν από την ταυτόχρονη επιχωμάτωσή της με τη χρήση από τον Γ.

Κ. ερπυστριοφόρου μηχανήματος, συνετέλεσε κατά τρόπο άμεσο στον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέστη δυνατός ακριβώς επειδή ο αναιρεσείων δεν απαγόρευσε την εκτέλεση εργασιών στην επισφαλή τάφρο, ενέργεια που αν είχε γίνει, θα απέτρεπε κατά τη συνήθη πορεία τον τραυματισμό οποιουδήποτε εμπλεκομένου στο εκτελούμενο έργο.

Όφειλε δηλαδή ο αναιρεσείων να έχει σε κάθε περίπτωση απαγορεύσει την εκτέλεση εργασιών στην παραπάνω τάφρο, εφόσον δεν είχαν ληφθεί προηγουμένως τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια του προσωπικού του, διαφορετικά έπρεπε να έχει λάβει ο ίδιος τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφάλιζε τη σωματική ακεραιότητα των τεχνιτών, που θα απασχολούσε άμεσα ή έμμεσα στο έργο ή θα εμπλέκονταν με οποιοδήποτε τρόπο στην εκτέλεσή του.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε με τον ίδιο τρόπο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του. Είναι έτσι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται περαιτέρω στην εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες ότι αφενός μεν δεν αιτιολογεί την ύπαρξη ή όχι συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου για τον επελθόντα τραυματισμό του, αφετέρου δε δεν διευκρινίζει "ποια ενέργεια ή παράλειψη των λοιπών συμμετεχόντων στο ατύχημα προκάλεσε αιτιωδώς την κατάρρευση των χωμάτων στην τάφρο και σε ποιο βαθμό".

Όμως ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρ. 300 ΑΚ δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και ούτε άλλωστε αυτός επικαλείται την προβολή της, ενώ αδιάφορο είναι μετά την αναγνώριση ευθύνης του για τον τραυματισμό του αντιδίκου του το είδος και ο βαθμός συμμετοχής των λοιπών εμπλεκομένων στο ατύχημα, αφού έναντι του παθόντος ευθύνονται κατά το άρθρ. 926 ΑΚ όλοι εις ολόκληρο.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι στο σύνολό του απορριπτέος. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.5.2008 αίτηση του Μ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 374/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ