Legislator Case Law & Legislation
1858/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds for two arguments while remanding one to plenary court.

Case Number 1858/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the second and third grounds, finding them inadmissible or unfounded. The court held that the second ground failed because the lower court relied on witness testimony rather than statutory books, while the third ground was rejected as it merely denied the plaintiff's claim rather than challenging a judicial finding. Consequently, the appeal was remanded to the plenary court only on the first ground, which concerned the admissibility of the order as proof of a securities transaction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12(5) of Law 3632/1928; Articles 27(1)-(2) of Law 1806/1988; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 563(3)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it challenges only the appellant's denial of the plaintiff's claim rather than a judicial finding of fact, and an appeal must be remanded to the plenary court if the decision is adopted by a simple majority.

Keywords

AI generated
securities transaction proof statutory books requirement witness testimony admissibility inadmissible appeal ground denial of claim vs finding plenary court remand simple majority rule

Cited Legislation

AI generated
Article 12(5) of Law 3632/1928
Article 27(1)-(2) of Law 1806/1988
Article 59(1) of Law 2533/1997
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 563(3)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1858 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1858/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Τσιβόλα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ Ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασαλάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14-3-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5724/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 398/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.5 του Ν.3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ.1 Ν.3152/2003. η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 παρ.1 και 2 Ν.1806/1988 προέβλεπε α) ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) ότι για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.

του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) ότι το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.

Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ.1 του Ν.2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ.1 του Ν.1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ'αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφούν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.

Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.

Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. 'Ητοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.

Ας σημειωθεί ότι με το Ν.2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.

Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται προβάλλεται η αιτίαση ότι στο Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος είχε δώσει στην αντίδικό του ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών τις αμφισβητούμενες εντολές προς αγορά μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη όχι τα οριζόμενα στο νόμο ειδικά βιβλία, αλλά την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 και, επομένως έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.

Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που προηγήθηκαν ή δια μαρτύρων απόδειξη δεν αποκλείεται για την απόδειξη της ένδικης συναλλαγής και, επομένως, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου Δημητρίου Λοβέρδου και του Αρεοπαγίτη Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, με το άρθρο 27 παρ. 1 εδ.

α΄ του ν. 1896/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 του ν. 2533/1997 ορίστηκε ότι οι εντολές προς κάθε Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται οι χρηματιστηριακές συμβάσεις στις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για το δικό τηςλογαριασμό καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, ενώ στην παρ. 2 του αυτού άρθρου 27, όπως τροποποιήθηκε, ορίστηκε ότι μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Η διάταξη αυτή, θεσπισθείσα όχι μόνο για τη διασφάλιση της διαφάνειας των χρηματιστηριακών συναλλαγών αλλά και την εμπέδωση της εμπιστοσύνης στο σύστημα εκτελέσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών καθώς και την κατοχύρωση των συμφερόντων των συμβαλλομένων και ειδικότερα του συμφέροντος του εντολέως για την πιστή εκτέλεση της εντολής του, επιβάλλει στα μέλη του χρηματιστηρίου την καταχώριση των σχετικών συναλλαγών τους με τους πελάτες τους στα υπό του άρθρου αυτού οριζόμενα ειδικά βιβλία, προκειμένου να μπορούν να επικαλεσθούν αυτές έναντι των τελευταίων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος είχε δώσει στην αντίδικό του ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών τις αμφισβητούμενες εντολές προς αγορά μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη όχι τα οριζόμενα στο νόμο ειδικά βιβλία, αλλά την κατάθεση του μάρτυρα Μ1.

Επομένως, έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. Κατ΄ ακολουθίαν ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Ενόψει αυτών, δεδομένου ότι η (απορριπτική) απόφαση επί του λόγου αυτού αναιρέσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τον λόγο αυτό στην (Τακτική) Ολομέλεια (άρθρο 563 παρ.3 β ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων, και τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με αριθμούς 3888 και 3890/2004. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που περιείχαν καταθέσεις των ....

και .... και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ως "ζητήματα" επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει λόγο αναιρέσεως νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού μέσου, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η αιτίαση όμως αυτή, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο και εξειδικεύεται με τις αναπτύξεις που περιέχονται σ΄ αυτό, αφορά όχι την παραδοχή ή μη εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας κρισίμων περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, αλλά ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που αποτελούν (αιτιολογημένης) άρνηση της αγωγής, και ειδικότερα άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία προέβη στην αγορά μετοχών κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 398/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά τους δεύτερο και τρίτο λόγους της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ