Legislator Case Law & Legislation
1857/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, rejecting claims on ethnic origin and procedural violations.

Case Number 1857/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision, finding no grounds for reversal. The appellant argued that the lower court erred in applying evidence rules regarding ethnic origin and violated constitutional equality principles. The court rejected these claims, stating the lower court provided sufficient reasoning and that the cited legal provision does not constitute substantive law for appeal purposes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the lower court's decision is reasoned and no substantive legal violation justifies reversal.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal ethnic origin evidence procedural violation constitutional equality substantive law distinction

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 147 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 37 of Law 4842/2021
Article 9 paragraph 1 of Law 4443/2016
Article 2 paragraph 1 of the Constitution
Article 20 paragraph 1 of the Constitution
Article 6 paragraph 1 of the ECHR
Article 14 paragraph 1 of Law 2462/1997
Article 28 paragraph 1 of the Constitution
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1857 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1857/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Βιαρόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "First Glass Ανώνυμη Βιομηχανική - Εμπορική και Τουριστική Εταιρεία" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ρέθυμνο Κρήτης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η .../2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2023 αίτησή της και τους από ...-2024 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από ...-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από ...-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. .../2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από ...-2017 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης .../2017) αγωγή αυτής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με το από ...-2024 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 14/2024) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 3028ΣΤ'/30-1-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ευαγγελίας Κλάδου, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 26/2022, 625/2008, 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, 26/2022, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 79/2023).

Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 26/2022, 1020/2019, 1681/2018, 1593/2017, 1632/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πλην όμως δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει τον ως άνω λόγο ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς αυτού στο Εφετείο.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1526/2021, 686/2021).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί αυτό υπόψη (ΑΠ 1588/07) καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ανεπιτρέπτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, απορριπτομένου διαφορετικά ως απαραδέκτου (ΑΠ 490/2017, 1416/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, 29/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, 1185/2010), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποια αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 595/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, 1350/2017). Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 26/2022, 516/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 19/2022, 558/2008).

Περαιτέρω, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 19/2022, 558/2008), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 19/2022, 1383/2008).

Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής ή της ένστασης, γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.

Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αν και δεν προτάθηκε, ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπόψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 19/2022, 922/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 510/2022, 571/2021, 1110/2021, 449/2012, 598/2010) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 510/2022, 598/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11 (πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου) και 14 ΚΠολΔ (δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου), συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε ισχύουσες δικονομικές διατάξεις που οδηγούσαν αδιαμφισβήτητα στην απόδειξη της αλήθειας των στοιχείων της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και συνακόλουθα στην παραδοχή της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, καθότι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος του, δεν αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η αναφερόμενη παραβίαση ούτε ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα ή ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζοντας αυτούς στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ούτε παρατίθενται σ' αυτό οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης ούτε αναφέρεται σ' αυτό α) ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, β) πού εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και δ) η νόμιμη βάση, ήτοι ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και έχει το ίδιο νομικό κύρος με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβώνας, καθώς και με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως μετονομάστηκε σε Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τροποποιήθηκε επίσης με τη Συνθήκη της Λισαβώνας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3671/2008 και τέθηκε σε ισχύ από 1-12-2009 (ΑΠ 931/2023, ΣτΕ 1391/2021, 1455/2018).

Με τα άρθρα 1, 15 παρ. 3, 21, 30 και 31 παρ. 1 του προαναφερθέντος ΧΘΔΕΕ ορίζονται τα εξής: "Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται." (άρθρο 1). "Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν άδεια να εργάζονται στο έδαφος των κρατών μελών δικαιούνται συνθηκών εργασίας αντίστοιχων με εκείνες που απολαύουν οι πολίτες της Ένωσης." (άρθρο 15 παρ. 3). "1.

Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. 2.

Εντός του πεδίου εφαρμογής των συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας." (άρθρο 21). "Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές." (άρθρο 30). "Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του." (άρθρο 31 παρ. 1).

Περαιτέρω, με το Ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α' 232/9-12-2016) ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη, μεταξύ άλλων, η Οδηγία 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, καθώς και η Οδηγία 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

Με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 2 περ. α' έως δ' και 3 παρ. 1 περ. γ' του ανωτέρω νόμου, ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται κάθε μορφή διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τους σκοπούς των διατάξεων του Μέρους Α: α) ως "άμεση διάκριση" νοείται όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση, β) ως "έμμεση διάκριση" νοείται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα. "Έμμεση διάκριση" δεν υφίσταται, εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξής του είναι πρόσφορα και αναγκαία, εάν τα μέτρα, που λαμβάνονται, είναι αναγκαία για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας, τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας, των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων ή όταν αφορά άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και μέτρα που λαμβάνονται υπέρ αυτών, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος και το άρθρο 5 του παρόντος, γ) η "παρενόχληση" νοείται ως διάκριση κατά την έννοια της παρ. 1, εφόσον σημειώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά που συνδέεται με έναν από τους λόγους του άρθρου 1 με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος, δ) ως "διάκριση", νοείται επίσης, οποιαδήποτε εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος προσώπου για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2 περ.

α' έως δ'). "1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 4, η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης, εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όσον αφορά:

α)...., β)...., γ) τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και απασχόλησης, ιδίως όσον αφορά τις αποδοχές, την απόλυση, την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και σε περίπτωση ανεργίας την επανένταξη και την εκ νέου απασχόληση" (άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ'). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 εδ.

α' του Συντάγματος, 1, 15 παρ. 3, 21, 30 και 31 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2 παρ. 1, 2 περ. α' έως δ' και 3 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 4443/2016 και 1, 2 και 3 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες παροχής γευμάτων από εστιατόριο ταχείας εξυπηρέτησης με παροχή καθίσματος αλλά όχι σερβιρίσματος και υπηρεσίες τροφοδοσίας συνεστιάσεων - εκδηλώσεων (catering) σε επαγγελματικούς χώρους.

Δηλαδή εκμεταλλεύεται κυλικεία, καντίνες και εταιρικά εστιατόρια.... Μεταξύ των υποκαταστημάτων που διατηρεί μέχρι σήμερα η εφεσίβλητη είναι και αυτό επί της οδού ..., στο ..., όπου διατηρεί κυλικείο (εστιατόριο self service) για την εξυπηρέτηση των εργαζομένων της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας Vodafone, που δραστηριοποιείται στο συγκεκριμένο κτίριο.

Στο εν λόγω υποκατάστημα του Χαλανδρίου απασχολούνταν κατά το έτος 2016 συνολικά δέκα (10) άτομα, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα. Η τελευταία προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη την 16η Απριλίου 2013, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως μπουφετζής στο πιο πάνω υποκατάστημά της, από Δευτέρα έως Παρασκευή και με ωράριο από 08:00 έως 16:30 με διάλλειμα μισής ώρας.

Βασικά της καθήκοντα ήταν να παρασκευάζει καφέδες και άλλα ροφήματα προς τους εργαζόμενους της Vodafone, καθώς και να τροφοδοτεί τις βιτρίνες του self service με τα διάφορα τρόφιμα που παρασκευάζονταν στην κουζίνα από τους μάγειρες. Η εργασιακή της σχέση συνεχίστηκε κανονικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2016 που η εφεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 3-11-2016 με θυροκόλληση, λόγω άρνησής της να παραλάβει στις 31-10-2016 την καταγγελία, ενώ της καταβλήθηκε και η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης με βάση το ημερομίσθιο που ελάμβανε κατά τον χρόνο της απόλυσης.

Η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της σύμβασής της έγινε εξαιτίας διάκρισης λόγω εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, επειδή η ίδια είναι υπήκοος Αλβανίας. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν βρίσκει έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό. Η εκκαλούσα με την ένδικη αγωγή της επικαλέστηκε διάφορα περιστατικά, τα οποία τοποθετεί χρονικά κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της, επιχειρώντας με αυτά να θεμελιώσει δήθεν διαφορετικότητα μεταχείρισής της εκ μέρους της εργοδότριας εναγόμενης δια των προστηθέντων της υπαλλήλων, σε σχέση με τη μεταχείριση των λοιπών εργαζομένων και δυσμενή διάκριση με την απόλυσή της, επειδή είναι αλβανικής καταγωγής και συγκεκριμένα διατείνεται Α) ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος της εφεσίβλητης και εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυράς της, Σ.

Μ., α) αρνήθηκε τη χορήγηση νόμιμης άδειας αναψυχής του έτους 2016 και αρχές Οκτωβρίου του 2016 αρνήθηκε να της χορηγήσει άδεια μίας ημέρας για ιατρικούς λόγους, ενώ οι άλλες υπάλληλοι ελάμβαναν τέτοια άδεια απουσίας όποτε το ζητούσαν, β) ότι προσέβαλε συστηματικά την ίδια κάνοντάς της δημοσίως επιπλήξεις, γ) ότι δεν της απηύθυνε τον λόγο όπως έκανε σε άλλους εργαζομένους, δ) ότι τον Οκτώβριο του 2015 άρπαξε τη συσκευή του κινητού της τηλεφώνου, που είχε αφήσει στον πάγκο για να μιλήσει σε περίπτωση ανάγκης με την κόρη της που ήταν άρρωστη, και την πέταξε σε ράφι πάνω ακριβώς στον σκουπιδοτενεκέ, Β) ότι τα Χριστούγεννα του 2015 ο μάγειρας στην επιχείρηση της εφεσίβλητης, Θ.

Κ., σε στιχομυθία που είχαν μεταξύ τους, της είπε περιφρονητικά "Άντε που ήλθες εσύ η Αλβανίδα να μας μάθεις Ελληνικά", Γ) ότι η ίδια επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον υπεύθυνο της εφεσίβλητης στην Κρήτη, Γ. Μ., διαμαρτυρόμενη για τη προσβλητική συμπεριφορά των Σ. Μ. και Θ. Κ., πλην όμως δεν έγινε πιστευτή και επισκεπτόμενος το υποκατάστημα Χαλανδρίου ο ως άνω υπεύθυνος της εφεσίβλητης στην Κρήτη, για να συζητήσει το θέμα, την κάλεσε και της απάντησε, όπως επί λέξει αναφέρει στην αγωγή της, ότι ο Σ.

Μ. "δεν μου πέταξε τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου μου μέσα στα σκουπίδια, αλλά πάνω στον κάδο απορριμμάτων" και "με τον μάγειρα να τα βγάλω πέρα, εδώ έχω τον Μ.", πράγμα που την έκανε να αισθανθεί σε βάρος της αδικία, νιώθοντας την εκτόπισή της από την ομάδα των άλλων εργαζομένων, όπως η ίδια αναφέρει στην αγωγή της, Δ) ότι το Πάσχα του 2016 η συνάδελφός της Α.

Γ. της είπε επί λέξει ότι "ο Κ. είναι αποφασισμένος να σε διώξει, διότι δεν θέλει Αλβανούς στο κατάστημα". Τα περιστατικά αυτά πρωτίστως δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν όπως τα αναφέρει η ίδια στην αγωγή της, εφόσον προς απόδειξη των ισχυρισμών της η εκκαλούσα επικαλείται και προσκομίζει ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο την ένορκη βεβαίωση του συζύγου της, Σ.

Κ., ο οποίος ό,τι γνωρίζει για τις συνθήκες απασχόλησης της εκκαλούσας, το γνωρίζει όχι εξ ιδίας αντίληψης αλλά από αναφορές της ίδιας της διαδίκου εκκαλούσας, ενώ η ενόρκως βεβαιούσα μάρτυρας Α. Γ., συνάδελφος της εκκαλούσας στο ίδιο υποκατάστημα, ρητώς διαψεύδει στην ένορκη βεβαίωσή της ότι της είπε τη φράση "ο Κ.

είναι αποφασισμένος να σε διώξει, διότι δεν θέλει Αλβανούς στο κατάστημα", αναφέροντας χαρακτηριστικά σε αυτή ότι "το τι γίνεται στο χώρο εργασίας τους ο σύζυγος της εκκαλούσας εξ αντικειμένου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει διότι δεν είχε έρθει ποτέ εκεί και ότι η ίδια δεν έχει πει ποτέ στην εκκαλούσα τέτοιο πράγμα ούτε βέβαια θα μπορούσε αυτή να γνωρίζει εάν ο "κος Δ. (νόμιμος εκπρόσωπος εφεσίβλητης) θέλει ή δεν θέλει τους Αλβανούς.

Πάντως, εάν δεν τους ήθελε, είναι προφανές ότι δεν θα προσλάμβανε ούτε την ίδια (εκκαλούσα) ούτε και άλλους αλλοδαπούς εργαζόμενους". Μάλιστα αποδεικνύεται ότι πράγματι στο ίδιο υποκατάστημα της εφεσίβλητης απασχολούνταν κατά τον επίμαχο χρόνο άλλες δύο αλλοδαπές εργαζόμενες η K. L. με καταγωγή από την Αλβανία και η Κ.

Π. με καταγωγή από τη Ρωσία, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο με επίκληση πίνακα προσωπικού προς το Σ.ΕΠ.Ε. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη δια των αρμοδίων οργάνων της επέδειξε διακριτική σε βάρος της εκκαλούσας μεταχείριση λόγω της εθνοτικής καταγωγής της, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας, και ότι δήθεν προέβη στην απόλυσή της λόγω της καταγωγής της αυτής.

Και είναι αλήθεια ότι γίνονταν παρατηρήσεις και υποδείξεις στην εκκαλούσα από τον ως άνω υπεύθυνο του υποκαταστήματος της εφεσίβλητης και εξετασθέντα μάρτυρα Σ. Μ., κατά την παροχή της εργασίας της, πλην όμως αυτές δεν συνδέονται με διαφορετικότητα μεταχείρισης της εκκαλούσας λόγω της καταγωγής της, αφού, όπως ο ίδιος ως άνω υπεύθυνος του υποκαταστήματος καταθέτει στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανάλογες παρατηρήσεις και υποδείξεις γίνονταν και στο λοιπό προσωπικό (π.χ.

το να μην πίνουν νερό μπροστά στους πελάτες), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι υποδείξεις αυτές υπερέβαιναν το ευλόγως αναμενόμενο μέτρο, πολλώ δε μάλλον δεν συνδέονται αιτιωδώς με την απόλυση της εκκαλούσας ούτε συσχετίζονται με δυσμενή διάκριση σε βάρος της, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας. Επίσης, δεν προέκυψε ότι η εκκαλούσα στερήθηκε την άδεια αναψυχής της για το έτος 2016, αφού τελικώς έλαβε αυτήν κατά τις ημέρες που την εξυπηρετούσαν.

Ούτε εξάλλου η αναγραφή της ειδικότητας του εργάτη μπουφετζή στο έγγραφο της καταγγελίας, αντί του υπαλλήλου μπουφετζή, μπορεί να σχετίζεται με δυσμενή διάκριση, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας. Οποιαδήποτε δε προστριβή ή φραστικό επεισόδιο μεταξύ της εκκαλούσας και άλλου συνάδελφου της εργαζόμενου στο υποκατάστημα, είτε μάγειρα είτε μπουφετζή, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να χρεωθεί στην εφεσίβλητη και να σχετιστεί με δυσμενή διάκριση εκ μέρους της εργοδότριας σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της καταγωγής της.

Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω το ερευνητέο είναι αν η καταγωγή της εκκαλούσας συνδέεται αιτιωδώς με την απόλυσή της και αποτελεί δυσμενή διάκριση, με την έννοια της άνισης μεταχείρισης έναντι των άλλων εργαζομένων, πράγμα όμως που από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Απεναντίας αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα απολύθηκε, διότι αφενός μεν έπρεπε να μειωθούν τα λειτουργικά έξοδα και ειδικότερα το κόστος μισθοδοσίας του υποκαταστήματος της επιχείρησης στο Χαλάνδρι, με μείωση του προσωπικού του κατά ένα άτομο, διότι παρουσίαζε μείωση της πελατείας του, που ήταν οι εργαζόμενοι της εταιρείας Vodafone, λόγω εφαρμογής σε αυτούς συστήματος ευέλικτης εργασίας, αφετέρου δε η εκκαλούσα παρουσίαζε προβλήματα στη συμπεριφορά της και είχε τσακωθεί με όλους τους συναδέλφους της, όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο υπεύθυνος της εφεσίβλητης και εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυράς της Σ.

Μ., επιβεβαίωσε δε η συνάδελφος της εκκαλούσας και ενόρκως βεβαιούσα μάρτυρας της εφεσίβλητης Α. Γ., αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η εκκαλούσα είχε προσβάλει την ίδια τουλάχιστον 3-4 φορές και μάλιστα μπροστά σε πελάτες, μιλώντας δυνατά και προσβλητικά, λέγοντας με αυταρχικό ύφος "τον καφέ θα τον κάνεις όπως σου λέω εγώ και όχι όπως θέλεις", "θα κάνεις ό,τι σου λέω", προσθέτει δε ότι τόσο η ίδια η μάρτυρας όσο και οι συνάδελφοί της προσπαθούσαν να κρατάνε χαμηλούς τόνους, ώστε να αποφεύγονται οι τσακωμοί, ενώ και ο υπεύθυνος του υποκαταστήματος είχε κάνει στην εκκαλούσα αρκετές συστάσεις.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η μείωση του προσωπικού και η μη ύπαρξη καλής συνεργασίας στην εργασία της, εξαιτίας όμως της συμπεριφοράς της εκκαλούσας, ήταν η αιτία της απόλυσής της και όχι η καταγωγή της, επειδή ήταν υπήκοος Αλβανίας, η οποία, όπως δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την πρόσληψή της, δεν αποτέλεσε και την αιτία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.

Άλλωστε το γεγονός ότι η εκκαλούσα δεν απολύθηκε λόγω της αλβανικής της καταγωγής ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο ίδιο κατάστημα εργάζονται επί πολλά έτη και δύο άλλες αλλοδαπές εργαζόμενες, μία αλβανικής και μία ρωσικής καταγωγής, χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς καμία διάκριση.

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής της ενάγουσας, εφόσον δεν αποδείχθηκε άμεση ή έμμεση διάκριση (κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 Ν. 4443/2016) σε βάρος της με βάση την εθνική ή εθνοτική καταγωγή της....

Περαιτέρω η ως άνω καταγγελία οφείλεται όχι σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο της εκκαλούσας, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας, αλλά λόγω μείωσης του προσωπικού του υποκαταστήματος της εφεσίβλητης και μη ύπαρξης καλής συνεργασίας της εκκαλούσας με το υπόλοιπο προσωπικό. Άλλωστε, μετά την απόλυση της εκκαλούσας, η εφεσίβλητη δεν προσέλαβε άλλον εργαζόμενο στη θέση της, ενώ η πρόσληψη της Μ.

Κ. έγινε τον μήνα Σεπτέμβριο του 2016, για να αναπληρωθεί η εργαζόμενη Γ. Σ., η οποία ήταν έγκυος και ελάμβανε πολλές αναρρωτικές άδειες λόγω προβλημάτων στην εγκυμοσύνη της.... η υπάλληλος Γ. Σ., που αντικαταστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016 από την Μ. Κ., η οποία είναι και απόφοιτος ΤΕΙ, εργαζόταν στο ταμείο του υποκαταστήματος Χαλανδρίου και δεν είχε στην πράξη καμία σχέση με την εργασία της εκκαλούσας.

Στο ταμείο δε, εργάζεται έκτοτε η Μ. Κ. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι κίνητρο της απολύσεως αυτής δεν ήταν η μείωση του προσωπικού του υποκαταστήματος Χαλανδρίου, αλλά η ικανοποίηση αισθήματος εκδίκησης του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, για λόγους συνισταμένους σε εχθρότητα εναντίον της και δυσμένεια λόγω της αλβανικής της καταγωγής, δεν ευσταθεί και είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος....

Η δε εκκαλούσα δεν δίνει λογική εξήγηση, για ποιο λόγο η εκδικητικότητα του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, επειδή η ίδια είναι υπήκοος Αλβανίας, εκδηλώθηκε μετά από 3,5 χρόνια συνεργασίας τους, δοθέντος ότι δεν δικαιολογεί κατ' αντικειμενική κρίση την παρουσία εκδικητικών κινήτρων της εφεσίβλητης και εμπάθειας προς το πρόσωπο της.

Κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκκαλούσας υπήρξε καταχρηστική, με την έννοια της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 ΑΚ), οφειλόμενη στα επικαλούμενα από την εκκαλούσα αισθήματα εχθρότητας, εκδικητικότητας και εμπάθειας του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης σε βάρος της.

Ως εκ τούτου η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης της εκκαλούσας. Με βάση αυτά, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο των αιτημάτων της, και δη της αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, της καταβολής μισθών υπερημερίας, αλλά και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το τελευταίο αυτό αίτημα στηρίζεται μόνο σε επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας λόγω της διακριτικής μεταχείρισης της για λόγους εθνοτικής καταγωγής, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. .../2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Συντάγματος, 1, 15 παρ. 3, 21, 30 και 31 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2 παρ. 1, 2 περ. α' έως δ' και 3 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 4443/2016 και 1, 2 και 3 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν οφείλεται στην εθνοτική καταγωγή της αναιρεσείουσας ούτε σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς το πρόσωπό της, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας, αλλά στην ανάγκη μείωσης του προσωπικού του υποκαταστήματος της ως άνω εταιρείας, όπου εργαζόταν η αναιρεσείουσα, καθώς και στη μη ύπαρξη καλής συνεργασίας της τελευταίας με το υπόλοιπο προσωπικό.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180).

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου ΑΚ 281 και, ως εκ τούτου, καθίσταται απαγορευμένη.

Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση με το Ν. 4359/2016 (ΦΕΚ Α' 5/20-1-2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 3 Μαΐου 1996 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (άρθρο πρώτο εδ. α' Ν. 4359/2016). Πράγματι, είναι αληθές ότι με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας".

Περαιτέρω, όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται.

Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται από παλιά στο εσωτερικό δίκαιο (Ν. 2112/1920, Ν. 3198/1955, Β.Δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με Ν. 3899/2010 και Ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μήνυσης) και δεν αίρεται, ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού.

Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι' αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο Δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, 366/2020, 1512/2018).

Στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ.1 στοιχ. α` ΚΠολΔ, είναι η σύμβαση εργασίας, τα γεγονότα που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας και η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που πρόσφερε ο ενάγων εργαζόμενος (ΑΠ 521/2022).

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, 281, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955. Από τις προεκτεθείσες, στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, 281, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν οφείλεται στην εθνοτική καταγωγή της αναιρεσείουσας ούτε σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς το πρόσωπό της, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας, αλλά στην ανάγκη μείωσης του προσωπικού του υποκαταστήματος της ως άνω εταιρείας, όπου εργαζόταν η αναιρεσείουσα, καθώς και στη μη ύπαρξη καλής συνεργασίας της τελευταίας με το υπόλοιπο προσωπικό.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 298, 299 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του [...].

Παράνομη συμπεριφορά, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου σε αποζημίωση, συνιστά κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1299/2023, 462/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.

Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη. Αυτό συμβαίνει, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 302/2022, 487/2020, 1329/2017, 866/2017).

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι θεσπίζεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος να αποκαταστήσει κάθε περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία τρίτου που προκλήθηκε από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος κατά την υπηρεσία του. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.

Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί, για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα, οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία, εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντα, η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 487/2020, 299/2007).

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 330, 914, 919, 922, 926, 932 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες, στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 330, 914, 919, 922, 926, 932 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, επειδή δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν οφείλεται στην εθνοτική καταγωγή της αναιρεσείουσας ούτε σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς το πρόσωπό της, επειδή είναι υπήκοος Αλβανίας, αλλά στην ανάγκη μείωσης του προσωπικού του υποκαταστήματος της ως άνω εταιρείας, όπου εργαζόταν η αναιρεσείουσα, καθώς και στη μη ύπαρξη καλής συνεργασίας της τελευταίας με το υπόλοιπο προσωπικό.

Ειδικότερα, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 και 926 ΑΚ, των οποίων γίνεται επίκληση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο σε σχέση με τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, Σ. Μ. και Γ. Μ., προς την αναιρεσείουσα, δεν είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον η προστήσασα αυτούς αναιρεσίβλητη συνδέεται συμβατικά με τη φερόμενη ως ζημιωθείσα αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 22/2022, 667/2020 216/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 2/2001, ΑΠ 22/2022). Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 57/2023, 492/2020, 1241/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων(ΑΠ 178/2010).

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε α) τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο ισχυρισμούς, που προέβαλε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις κατ' έφεση προτάσεις της, β) τις ενστάσεις i.

συμψηφισμού της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης με τους αιτηθέντες με την αγωγή μισθούς υπερημερίας και ii. συνυπολογισμού των αλλαχού κερδηθέντων, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με καταχώριση στα πρακτικά, καθώς και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, γεγονός που είχε ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει αυτούς ως αόριστους και να δεχθεί την αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: α) Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, επειδή οι επίμαχοι ισχυρισμοί αφορούν τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς τους συναδέλφους της και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η αναιρεσίβλητη κατά έτη 2011 έως και 2016, τα οποία την υποχρέωσαν να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας είκοσι υποκαταστημάτων της και σε μείωση του προσωπικού των λοιπών, αποτελούν δε οι εν λόγω ισχυρισμοί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ενστάσεις, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, συνεπώς δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπό την επίφαση του οποίου στην προκειμένη περίπτωση πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, και β) όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, δεν ερεύνησε τις ενστάσεις που η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με τις κατ' έφεση προτάσεις της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 57/2023, 664/2021, 303/2020).

Η κρίση για το αν συνάγεται ομολογία ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 57/2023, 1218/2020, 1099/2019). Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και κατ' ορθή νομική υπαγωγή του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, περιεχόμενη στις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις της, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία (ομολογία) επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις κατ' έφεση προτάσεις της, διαλαμβάνονται δε προς τούτο στο αναιρετήριο οι επίμαχες περικοπές των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, από τις οποίες συνάγεται η επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο ομολογία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση δε ως αβάσιμος, καθόσον οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης αποτελούν άρνηση της αγωγής και όχι ομολογία αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για την τελευταία γεγονότος.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι με τους επίμαχους ισχυρισμούς αυτή προέβαλε κατ' αρχάς γενική άρνηση της αγωγής ως εξής: "Επαναλαμβάνουμε, τα όσα αναφέρει η αντίδικος ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα έχουν, ενώ αντίθετα αναδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους η αντίδικος δεν κατέστη δυνατόν να ενταχθεί εν τέλει στο εργασιακό περιβάλλον.

Διότι δεν μπορεί όλοι να την κατατρέχουν (δήθεν να της πετάει το κινητό ο κ. Μ. στα σκουπίδια, να τσακώνεται με τον μάγειρα, να τη σπρώχνει η κα Κ.), να της ασκούμε δήθεν βάναυσο ψυχολογική βία", εν συνεχεία δε, αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή, επικαλούμενη αφενός τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς τους συναδέλφους της και αφετέρου τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η επιχείρηση κατά έτη 2011 έως και 2016, τα οποία την υποχρέωσαν να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας είκοσι υποκαταστημάτων της και σε μείωση του προσωπικού των λοιπών, γεγονότα τα οποία την οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με την ενάγουσα.

Σύμφωνα με το άρθρο 400 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015, "Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, 1) κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύτηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο, 2) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν, 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη".

Ακολούθως, με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου αυτού, η παράγραφος 3 του άρθρου 400 καταργήθηκε, οι ως άνω δε τροποποιηθείσες διατάξεις του άρθρου 400 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 4335/2015, εφόσον αφορούν σε μαρτυρικές καταθέσεις δοθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.

β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τις οποίες οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας αυτών, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 1645/2023, 1119/2023, 34/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ιδίου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτεθέντα, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα προεκτεθέντα, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 139/2024, 439/2017, 722/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αφού δεν αντίκειται στις ειδικές ρυθμίσεις της εν λόγω διαδικασίας, "1.

Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.... 2. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, θεωρούνται αυτά που είτε δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως είτε υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο εκείνα που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.

αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 988/2021, 484/ 2019, 1621/2009, 1107/2008).

Με τον έκτο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα: α) την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, Σ. Μ. του Ι., ο οποίος είχε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, η δε αναιρεσείουσα προέβαλε ένσταση εξαίρεσης αυτού, πριν από την όρκισή του, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία (ένσταση) καταχωρίστηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, β) τις υπ' αριθ. ... και 8553/13-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Γ. του Α. και Ν. Β. του Φ. αντίστοιχα, οι οποίες προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την εναγομένη με την προσθήκη στις προτάσεις της, χωρίς να προβάλλεται από αυτήν ότι σκοπούν στην αντίκρουση συγκεκριμένου ισχυρισμού προταθέντος από την ενάγουσα για πρώτη φορά στο ακροατήριο, και για τον λόγο αυτό δεν ελήφθησαν υπόψη από το ως άνω Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα: α) Ως προς το πρώτο σκέλος του, επειδή από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) των υπ' αριθ. .../2017 πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, Σ. Μ. του Ι., δόθηκε στις 8-6-2017, ήτοι μετά την κατάργηση της παραγράφου 3 του άρθρου 400 ΚΠολΔ με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015.

Επισημαίνεται δε, ότι και πριν από την ισχύ του Ν. 4335/2015 η ένορκη κατάθεση μάρτυρα, που είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου (ΑΠ 959/2022, 908/2017, 455/2014). β) Ως προς το δεύτερο σκέλος του, επειδή οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσκομιζόμενης από την αναιρεσείουσα από 8-6-2017 κλήσης, με την επ' αυτής από 8-6-2017 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ά.

Δ., στην οποία κλήση αναφέρεται η αγωγή που αφορούν οι βεβαιώσεις, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα που θα δοθούν, το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας αμφοτέρων των μαρτύρων, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων είναι η επαγγελματική, ενώ δεν απαιτείται η αναγραφή στην κλήση και του ΑΦΜ των μαρτύρων, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και συνεκτίμησε αυτές με τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, έστω και αν αυτές απαραδέκτως είχαν προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.

Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 374/2019, 794/2017).

Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αφενός μεν ανύπαρκτη ομολογία της, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι "η αιτία της απόλυσής της ήταν η μη ύπαρξη καλής συνεργασίας στην εργασία, όπως διαφαίνεται και από τους αγωγικούς ισχυρισμούς της", αφετέρου δε έγγραφα των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ειδικότερα, έγγραφα που η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις κατ' έφεση προτάσεις της ως σχετικά υπ' αριθ. 4 έως 23, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό αυτών.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: α) Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό αυτής, σε σχέση με το ερευνώμενο σκέλος του ως άνω πρόσθετου λόγου, τα εξής: "Ενόψει δε όλων των ανωτέρω, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η μείωση του προσωπικού και η μη ύπαρξη καλής συνεργασίας στην εργασία της, όπως εξάλλου διαφαίνεται και από τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ίδιας, εξαιτίας όμως της συμπεριφοράς της εκκαλούσας, ήταν η αιτία της απόλυσής της και όχι η καταγωγή της, επειδή ήταν υπήκοος Αλβανίας, η οποία, όπως δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την πρόσληψή της, δεν αποτέλεσε και την αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της".

Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε από τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ομολογία αυτής ως προς την αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αφού δέχθηκε ότι η μη ύπαρξη καλής συνεργασίας της ενάγουσας με τους συναδέλφους της οφειλόταν στη συμπεριφορά της ίδιας και αποτέλεσε (μαζί με την ανάγκη μείωσης του προσωπικού) την αιτία καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αντιδιαστέλλοντας τις εν λόγω παραδοχές από τους αγωγικούς ισχυρισμούς της τελευταίας περί μη ύπαρξης καλής συνεργασίας εξαιτίας της συμπεριφοράς των συναδέλφων της προς αυτήν.

β) Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση των κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε στη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επίμαχων εγγράφων, αλλ' αντιθέτως, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, επικαλέστηκε αυτά με σχετική αναφορά τόσο στο κυρίως σώμα των προτάσεών της (βλ.

σελ. 16), όσο και στην προσθήκη σ' αυτές (βλ. σελ. 26).

Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της και ειδικότερα 1) την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα και συζύγου της, Σ. Κ., 2) το υπό στοιχ. ...-2016 εισιτήριό της από Αθήνα για Σύρο με πτήση της Olympic Air, 3) το βιογραφικό της και β) τα έγγραφα που η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της ως σχετικά υπ' αριθ. 4 έως 23 και αφορούν τη διακοπή λειτουργίας ορισμένων υποκαταστημάτων της, τα οποία όμως έγγραφα επικαλέστηκε και η αναιρεσείουσα προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, αφού συνεκτίμησε "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, Σ. Μ. του Ι., που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, η οποία (κατάθεση) εκτιμάται σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά το μέτρο γνώσεως και τον βαθμό αξιοπιστίας του μάρτυρα, την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα της ενάγουσας (ήτοι του Σ.

Κ. του Π., δικηγόρου), ενώπιον του του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις υπ' αριθ. ... και ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων της εναγομένης (ήτοι των Α. Γ. του Α. και Ν. Β. του Φ., ιδιωτικών υπαλλήλων, αντίστοιχα) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όλα τα έγγραφα που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", καθώς και από τις αναφορές, στη σελ. 13 της απόφασης ότι "....

Στο παρελθόν διατηρούσε (ενν. η εφεσίβλητη εταιρεία) αρκετά υποκαταστήματα στην Αττική και την Κρήτη, σήμερα δε η δραστηριότητά της έχει συρρικνωθεί, καθώς από το έτος 2011 έως και το έτος 2015 έχει διακοπεί η λειτουργία περισσότερων από είκοσι υποκαταστημάτων της, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες με επίκληση βεβαιώσεις εγκαταστάσεων εσωτερικού της ΔΟΥ Ρεθύμνου....", στη σελ. 14 ότι "....

Τα περιστατικά αυτά πρωτίστως δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν όπως τα αναφέρει η ίδια στην αγωγή της, εφόσον προς απόδειξη των ισχυρισμών της η εκκαλούσα επικαλείται και προσκομίζει ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο την ένορκη βεβαίωση του συζύγου της, Σ. Κ., ο οποίος ό,τι γνωρίζει για τις συνθήκες απασχόλησης της εκκαλούσας, το γνωρίζει όχι εξ ιδίας αντίληψης αλλά από αναφορές της ίδιας...." και στη σελ. 18 ότι "....

Ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυρας της εκκαλούσας εξ αντικειμένου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει για τις συνθήκες απασχόλησης της εκκαλούσας και ό,τι γνωρίζει για το θέμα της απόλυσής της το γνωρίζει όχι εξ ιδίας αντίληψης, αλλά από αναφορές της ίδιας....", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα τόσο την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση, όσο και τα επίμαχα έγγραφα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του KΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, 194/2005).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).

Με τον ένατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 αναγγελίας πρόσληψης της υπαλλήλου Μ. Κ. από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, ειδικότερα δε, ότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "Άλλωστε μετά την απόλυση της εκκαλούσας η εφεσίβλητη δεν προσέλαβε άλλον εργαζόμενο στη θέση της, ενώ η πρόσληψη της Μ.

Κ. έγινε τον μήνα Σεπτέμβριο του 2016 για να αναπληρωθεί η εργαζόμενη Γ. Σ., η οποία ήταν έγκυος και ελάμβανε πολλές αναρρωτικές άδειες λόγω προβλημάτων στην εγκυμοσύνη της, όπως προκύπτει από σχετική ιατρική γνωμάτευση που προσκομίζει η εφεσίβλητη και κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο υπεύθυνος της εφεσίβλητης και εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυράς της Σ.

Μ. Τα ίδια βεβαίωσαν από δική τους άμεση γνώση και αντίληψη και συνεπώς με πειστικότητα και οι ενόρκως βεβαιούσες μάρτυρες και υπάλληλοι της εφεσίβλητης Α. Γ. και Ν. Β., ενισχύονται δε και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (αναγγελία πρόσληψης Μ. Κ.). Όπως χαρακτηριστικά δε επιβεβαίωσαν οι ως άνω ενόρκως βεβαιούσες μάρτυρες, η υπάλληλος Γ.

Σ. που αντικαταστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016 από τη Μ. Κ., η οποία είναι και απόφοιτος ΤΕΙ, εργαζόταν στο ταμείο του υποκαταστήματος Χαλανδρίου και δεν είχε στην πράξη καμία σχέση με την εργασία της εκκαλούσας. Στο ταμείο δε, εργάζεται έκτοτε η Μ. Κ., όπως οι ενόρκως βεβαιούσες μάρτυρες βεβαίωσαν μετά λόγου γνώσεως...." το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετέτρεψε την ημερομηνία πρόσληψης της υπαλλήλου Μ.

Κ. από 19-9-2016 σε Σεπτέμβριο 2016 και επιπλέον παρέλειψε την ανάγνωση των λέξεων "Ε. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ - ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ (ΑΚΡΙΒΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ) - ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΙ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΙ ΣΕΡΒΙΤΟΡΩΝ, ΚΩΔ. 51.50.10 - ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΕ ΕΤΗ 0 - ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΤΥΠΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ) ΑΟΡ. ΧΡΟΝΟΥ" και δεν βεβαίωσε το γεγονός ότι η ανωτέρω προσελήφθη στην αναγραφόμενη πραγματική θέση "σερβιτόρου και βοηθού σερβιτόρου" και μάλιστα αορίστου χρόνου, με συνέπεια τη μη παραδοχή των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ότι σκοπός της αναιρεσίβλητης ήταν η κατάληψη της θέσης εργασίας της (αναιρεσείουσας) από τη νεοπροσληφθείσα Μ.

Κ., καθώς και η ψευδής εκδίωξη αυτής (αναιρεσείουσας) ως "εργάτη", όπως αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, με την ψευδή αιτιολογία για μείωση προσωπικού, η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, αφού η Μ. Κ. εξακολουθεί να εργάζεται έως σήμερα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση δε, επειδή από τις προεκτεθείσες (στα πλαίσια της έρευνας των τρίτου και τετάρτου κύριων λόγων αναίρεσης) παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε το επίμαχο έγγραφο με τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση από τις διαδίκους αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο συγκεκριμένο έγγραφο.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2/2022, 175/2019, 328/2018).

Με τον δέκατο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο α) δεν απέδωσε στη δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στις ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της και ταυτίζεται με την επικαλούμενη με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ομολογία, τη δεσμευτική αποδεικτική δύναμη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και β) δεν απέδωσε δύναμη πλήρους απόδειξης, σε σχέση με τις μαρτυρικές καταθέσεις, στις από 16-4-2013 και 19-9-2016 αναγγελίες πρόσληψης της ίδιας (αναιρεσείουσας) και της Μ.

Κ., αντίστοιχα, από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις κατ' έφεση προτάσεις τους η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος α) ως προς το πρώτο σκέλος του, επειδή οι επικαλούμενοι με αυτό ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης συνιστούν άρνηση (γενική και αιτιολογημένη) της αγωγής, όπως ειδικότερα έχει ήδη αναφερθεί στα πλαίσια της εξέτασης του πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, και β) ως προς το δεύτερο σκέλος του, επειδή η απόδοση από το Δικαστήριο μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, οι μάρτυρες και οι ένορκες βεβαιώσεις, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, β) η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 555/2019, 1542/2018, 286/2013).

Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 4443/2016, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί τα άρθρα 8 της Οδηγίας 2000/43 ΕΚ και 10 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, ορίζεται ότι "Όταν ο βλαπτόμενος προβάλλει ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης και αποδεικνύει ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής πραγματικά γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί άμεση ή έμμεση διάκριση, το αντίδικο μέρος ή η διοικητική αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο, ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής αυτής".

Με τον ενδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 4443/2016 ως προς το βάρος της απόδειξης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "....δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής της, εφόσον δεν αποδείχθηκε άμεση ή έμμεση διάκριση (κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 Ν. 4443/2016) σε βάρος της ενάγουσας με βάση την εθνική ή εθνοτική καταγωγή της.

Σημειωτέον ότι, ενώ η εκκαλούσα εργαζομένη προέβαλε ότι υπέστη δυσμενή διάκριση εξαιτίας της απόλυσής της λόγω της αλβανικής της καταγωγής, εν τούτοις δεν απέδειξε τη διαφορετικότητα της μεταχείρισης μη αποδεικνύοντας αιτιώδη συνάφεια της καταγωγής της με την απόλυση της. Ως εκ τούτου η εφεσίβλητη εργοδότρια δεν έχει το αποδεικτικό βάρος, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 4443/2016, να αποδείξει ότι στην επίδικη υπόθεση δεν συντρέχουν οι περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της απαγόρευσης δυσμενούς διάκρισης λόγω εθνοτικής καταγωγής, είτε ότι υπάρχει τέτοια παραβίαση, αλλά είναι δικαιολογημένη, αφού το βάρος αυτό της απόδειξης προϋποθέτει προηγουμένως την απόδειξη εκ μέρους της εκκαλούσας, η οποία δεν επιτεύχθηκε, συσχετισμού της απόλυσης με έναν από τους λόγους διάκρισης που προβλέπονται στο νόμο, εν προκειμένω της εθνοτικής καταγωγής", ορθώς εφάρμοσε τους ορισμούς του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 4443/2016 ως προς το βάρος της απόδειξης και πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος ως αβάσιμος.

Με τον δωδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εκ πλαγίου παραβίαση (με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες) των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2462/1997 (και όχι 2462/1977 όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16 Δεκεμβρίου 1966. Από τις προεκτεθείσες, στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2462/1997, που ορίζει ότι "Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα", δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1212/2013), ώστε η παραβίασή της να ιδρύει τον εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συνεπώς ο ίδιος ως άνω πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το σκέλος του περί παραβίασης εκ πλαγίου της εν λόγω διάταξης.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης (κύριου ή πρόσθετου) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2023) αίτηση και τους από ...-2024 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2024) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ