Supreme Court allows appeal against debt contract ruling due to insufficient reasoning on insolvency prediction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final judgment from the Single District Court of Thebes. The plaintiffs argued that the lower court failed to adequately explain why they continued signing new debt contracts despite a known economic crisis and income reduction starting in 2011. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the predictability of the debtors' inability to pay at the time of contract signing. Consequently, the appeal was granted, the contested judgment was annulled, and the case was remitted for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be granted when the lower court fails to provide sufficient reasoning on a critical issue affecting the outcome, necessitating a retrial by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1857 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1857/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Γ., 2) Ε. Σ. του Δ., συζ. Π. Γ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευθυμία Ρούσσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2013 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2019, όπως αυτή διορθώθηκε με την 360/2019, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της 287/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 360/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος, 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 1033/29-10-2021, 1038/29-10-2021 και 1050/29-10-2021, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π.. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/10-8-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη, τέταρτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (3-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 287/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 360/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πρώτης και τέταρτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης και έκτης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 9-12-2013 αίτηση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών στις 9-12-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10.9.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (AΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 701/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 287/2019 απόφασή του (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 360/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα : "Ο πρώτος αιτών και ήδη πρώτος εκκαλών (πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι ηλικίας 57 ετών και είναι νυμφευμένος με τη δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη εκκαλούσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ηλικίας 53 ετών.
Από το γάμο αυτό έχουν αποκτήσει δύο ενήλικα πλέον τέκνα, την Ε. - Μ. και την Π. Γ., ηλικίας 29 και 23 ετών, αντίστοιχα. Ο αιτών από το έτος 1999 έως σήμερα εργάζεται ως δάσκαλος και η δεύτερη αιτούσα από το έτος 1997 έως σήμερα ομοίως εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Η μεγαλύτερη σε ηλικία κόρη των αιτούντων τυγχάνει άνεργη, ενώ κατά το σχολικό έτος 2015-2016, εργάστηκε ως δασκάλα σε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο.
Η μικρότερη σε ηλικία κόρη, σπουδάζει στο τμήμα Οδοντιατρικής στη σχολή επιστημών υγείας (ΕΚΠΑ). Το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται, σήμερα, στο ποσό των 1.020,61 ευρώ και το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας συζύγου του ανέρχεται στο ποσό των 1.239,58 ευρώ ... ήτοι το συνολικό μηνιαίο εισόδημα τους ανέρχεται στο ποσό των 2.260 ευρώ, περίπου.
Οι ετήσιες απολαβές του αιτούντα μετά της συζύγου του και αιτούσας διαμορφώθηκαν τα προηγούμενα έτη στο ποσό των: α) 18.728,88€ για τον αιτούντα και 19.741,02€ για την αιτούσα σύζυγό του, ήτοι στο συνολικό ποσό των 38.469,90€ κατά το οικονομικό έτος 2008, β) 19.566,47€ για τον αιτούντα και 21.033,01€ για τη σύζυγό του, ήτοι στο συνολικό ποσό των 40.599,48€ κατά το έτος οικονομικό έτος 2009, γ) 20.851,74€ για τον αιτούντα και 23.552,25€ για τη σύζυγό του ήτοι στο συνολικό ποσό των 44.403,99 € κατά οικονομικό έτος 2010, δ) 18.955,47 για τον αιτούντα και 21.215,90€ για τη σύζυγό του, ήτοι στο συνολικό ποσό των 40.171,37€ κατά οικονομικό έτος 2011, ε) 17.889,54€ για τον αιτούντα και 20.108,34€ για τη σύζυγό του, ήτοι στο συνολικό ποσό των 37.997,88 € κατά το οικονομικό έτος 2012, στ) 14.289,22€ για τον αιτούντα και 17.899,41€ για τη σύζυγό του, ήτοι στο συνολικό ποσό των 32.188,63 € κατά το οικονομικό έτος 2013, ζ) 14.012,28€ για τον αιτούντα και 17.513,88€ για τη σύζυγό του και συνολικά στο ποσό των 31.526,16€ κατά το οικονομικό έτος 2014, η) 14.128,20€ για τον αιτούντα και 18.377,50€ για τη σύζυγό του και συνολικά στο ποσό των 32.505,70 € κατά το φορολογικό έτος 2015, θ) 14.671,90€ για τον αιτούντα και 18.846,74€ για τη σύζυγό του, και συνολικά στο ποσό των 33.518,64 € κατά το φορολογικό έτος 2016, ι) 14.337,25€ για τον αιτούντα και 18.565,11€ για τη σύζυγό του, και συνολικά στο ποσό Ευρώ 32.902,36 κατά το φορολογικό έτος 2017 ...
Περαιτέρω, ο αιτών έχει την πλήρη κυριότητα 1) μιας οικίας ανώγειας με κύριους χώρους 133 τ.μ., έτους κατασκευής 1984, η οποία βρίσκεται σε ευρύτερο οικόπεδο, επιφάνειας 657,00 τ.μ. στις ..., εντός οικισμού ... αντικειμενικής αξίας 93.335,52 και 2) ενός ελαιοπερίβολου, έκτασης 1.750 τ.μ., με σαράντα ελαιόδεντρα εντός αυτού, κείμενου στις ...
Η αιτούσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία. Τέλος, οι αιτούντες τυγχάνουν συνιδιοκτήτες σε ποσοστό 50% έκαστος, ήδη από το έτος 2008 δύο οχημάτων, ήτοι του υπ' αρ. ΒΙΚ ... αυτοκινήτου, εργοστασίου NISSAN, τύπου Ρ12, 1597cc, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2005 και του υπ' αρ. ΒΙΜ ... αυτοκινήτου, εργοστασίου VOLKS WAGEN, τύπου POLO, 1198cc, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2008, το οποίο έχει τεθεί σε ακινησία από την 31-12-2013.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο πρώτος αιτών είχε αναλάβει τα κατωτέρω αναφερόμενα χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα, τα οποία συνεχίζουν να εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης ...
Ειδικότερα: 1) Στην πρώτη εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) οφείλει ποσό ευρώ 6.976,14 (ήτοι κεφάλαιο ευρώ 6.709,71, τόκοι ευρώ 266,43, για το με αριθ. λογαριασμού 1877680 και αριθμό σύμβασης 0020130... καταναλωτικό δάνειο-μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 75,40), στο οποίο ενέχεται ως οφειλέτης, 2) στη δεύτερη εφεσίβλητη, Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), οφείλει ποσό ευρώ 22.608,09 (κεφάλαιο Ευρώ 21.306,48, τόκοι ευρώ 1.129,11, έξοδα 172,50 για την με αριθμό MG1210...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με μηνιαία ενήμερη δόση Ευρώ 151,20) στο οποίο ενέχεται ως οφειλέτης, 3) α. στην τρίτη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." (και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), για τις απαιτήσεις της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου αυτής, οφείλει:
α) ποσό ευρώ 68.469,60 (κεφάλαιο ευρώ 64.110,85, τόκοι ευρώ 4.358,75, για το με αριθμό σύμβασης 9201960... στεγαστικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 351,90), στο οποίο ενέχεται ως οφειλέτης, β) ποσό ευρώ 19.295,16 (κεφάλαιο ευρώ 16.583,87, τόκοι ευρώ 2.711,29, για το με αριθμό σύμβασης 91109610... καταναλωτικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 201,42), στο οποίο ενέχεται ως οφειλέτης, γ) ποσό ευρώ 8.868,67 (κεφάλαιο ευρώ 8.473,25, τόκοι ευρώ 395,42, για το με αριθμό σύμβασης 91109610...
καταναλωτικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 181,60), στο οποίο ενέχεται ως οφειλέτης, β. στην τρίτη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", για τις απαιτήσεις της ιδίας οφείλει: α) ποσό ευρώ 23.186,56 (κεφάλαιο ευρώ 17.539,48, τόκοι ευρώ 4.453,62, έξοδα ευρώ 1.193,46, για το με αριθμό σύμβασης 650001...
στεγαστικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 160,40), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτης, β) ποσό ευρώ 42.910,02 (κεφάλαιο ευρώ 34.866,47, τόκοι ευρώ 7.925,33, έξοδα ευρώ 118,22, για το με αριθμό σύμβασης 6500011... στεγαστικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 290,10), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως εγγυητής, γ) ποσό ευρώ 36,04 (κεφάλαιο Ευρώ 0,00, τόκοι ευρώ 36,04, για την με αριθμό σύμβασης 510155106...
πιστωτική κάρτα, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 253,60), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτης, δ) ποσό ευρώ 296,43 (κεφάλαιο ευρώ 196,02, τόκοι ευρώ 100,41, για την με αριθμό σύμβασης 930050133... πιστωτική κάρτα, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 3,90), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτης, 4) στην τέταρτη εφεσίβλητη, Ανώνυμη εταιρεία παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Πιστώσεων" (και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), οφείλει ποσό ευρώ 3.294,89 (τρέχον υπόλοιπο 3.177,23, τόκοι ευρώ 170,06 και εξωλογιστικοί τόκοι ευρώ 117,66, για την με αριθ.
λογαριασμού 423294016... πιστωτική κάρτα, με μηνιαία ενήμερη δόση Ευρώ 63,50), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτης, 5) στο πέμπτο εφεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", οφείλει ποσό ευρώ 10.329,32 για τη λήψη δύο δανείων εκταμιευθέντων την 1.1.2004 και την 1.7.2008 (κεφάλαιο ευρώ 10.000,00 εκάστου, με τρέχον τοκοχρεολύσιο ευρώ 257,82 και ευρώ 459,60, με μηνιαία συνολική ενήμερη δόση ευρώ 119,57), στα οποία δάνεια ενέχεται ως οφειλέτης.
Συνολικά ο αιτών οφείλει ποσό ευρώ 206.270,92, με τη μηνιαία ενήμερη δόση να ανέρχεται συνολικά σε ευρώ 1.562,49, χωρίς να προσμετράται η μηνιαία δόση στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, ποσού Ευρώ 290,10 και ως πρωτοφειλέτιδα η σύζυγός του και δεύτερη αιτούσα. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η δεύτερη αιτούσα είχε αναλάβει τα κατωτέρω αναφερόμενα χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα, τα οποία συνεχίζουν να εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης ... 3).
Ειδικότερα: 1) στην πρώτη εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), οφείλει ποσό ευρώ: 6.976,14 (ήτοι κεφάλαιο ευρώ 6.709,71, τόκοι ευρώ 266,43, για το με αριθ. λογαριασμού 1877680 και αριθμό σύμβασης 0020130... καταναλωτικό δάνειο-μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 75,40), στο οποίο ενέχεται ως εγγυήτρια, β) ποσό ευρώ 1.376,96 (κεφάλαιο ευρώ 990,66, τόκοι ευρώ 362,07 και έξοδα 24,23€, για την με αριθμό 200210290...
πιστωτική κάρτα, με μηνιαία ενήμερη δόση Ευρώ 20,30), στην οποία ενέχεται ως οφειλέτιδα, 2) α. στην τρίτη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία (EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." (και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), για τις απαιτήσεις της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου αυτής, οφείλει:
α) ποσό ευρώ 18.232,53 (κεφάλαιο ευρώ 16.202,95, τόκοι ευρώ 2.029,58, έξοδα ευρώ 0,00, για το με αριθμό σύμβασης 91109610... καταναλωτικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση Ευρώ 201,40), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτιδα, β) ποσό ευρώ 8.868,67 (κεφάλαιο ευρώ 8.473,25, τόκοι ευρώ 395,42, για το με αριθμό σύμβασης 91109610... καταναλωτικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 181,60), στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια και γ) ποσό ευρώ 68.469,60 ( κεφάλαιο ευρώ 64.110,85, τόκοι ευρώ 4.358,75, για το με αριθμό σύμβασης 9201960...
στεγαστικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση Ευρώ 351,90), στο οποίο ενέχεται ως εγγυήτρια, 2) β. στην τρίτη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία (EUROBANK ERGASIAS Α.Ε."), για τις απαιτήσεις της ιδίας οφείλει ποσό ευρώ 42.910,02 (κεφάλαιο ευρώ 34.866,47, τόκοι ευρώ 7.925,33, έξοδα ευρώ 118,22, για το με αριθμό σύμβασης 6500011...
στεγαστικό δάνειο, με μηνιαία ενήμερη δόση ευρώ 290,10), στο οποίο δάνειο ενέχεται ως οφειλέτιδα,3) στο πέμπτο εφεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (και ήδη αναιρεσείον), οφείλει ποσό ευρώ 10.139,30 για τη λήψη δύο δανείων εκταμιευθέντων την 01.01.2004 και την 01.07.2008 (κεφάλαιο ευρώ 10.000,00 εκάστου, με τρέχον τοκοχρεολύσιο ευρώ 257,82 και ευρώ 459,60, με μηνιαία συνολική ενήμερη δόση ευρώ 119,57), στα οποία δάνεια ενέχεται ως οφειλέτιδα.
Συνολικά οφείλει ποσό ευρώ 156.973,22 με τη μηνιαία ενήμερη δόση να ανέρχεται συνολικά σε ευρώ 631,37, στα οποία τυγχάνει οφειλέτιδα, χωρίς να έχουν προσμετρηθεί στη μηνιαία δόση η μηνιαία δόση εξ' εγγυήσεων, στις οποίες τυγχάνει πρωτοφειλέτης ο σύζυγος της και πρώτος αιτών. Η συνολική, δηλαδή, μηνιαία δόση του ζευγαριού χωρίς να υπολογίζονται οι ανειλημμένες υποχρεώσεις ως εγγυητών αυτών εκατέρωθεν του ενός σε κάποια από τα χρέη του άλλου ανέρχεται σε ποσό ευρώ 2.193,86 (1.562,49 +631,37).
Οι αιτούντες υπέβαλαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών την υπό κρίση αίτηση για ρύθμιση των ανωτέρω οφειλών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες. [...]. Ωστόσο, από την προαναφερόμενη αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων των αιτούντων προκύπτει προοδευτική αύξηση των οικογενειακών εισοδημάτων τους από το έτος 2008 έως το έτος 2011 και έπειτα προοδευτική μείωση αυτών, με αποτέλεσμα να μειωθεί η οικονομική δυνατότητά τους να εξυπηρετούν τα ανωτέρω δάνεια και τελικά να περιέλθουν σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους πιστωτές τους, αφού τα εισοδήματά τους δεν επαρκούσαν, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών τους αναγκών.
Η πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των εφεσίβλητων ισχυρίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει με δόλο σε αδυναμία πληρωμής των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς αυτές, επικαλούμενες ότι προέβησαν στη σύναψη των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, δημιουργώντας χρέη ύψους άνω των 200.000 ευρώ, αν και γνώριζαν ότι με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση τους εισοδήματα τους θα ήταν αδύνατο να τα αποπληρώσουν.
Η ως άνω ένσταση, ωστόσο, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η περιέλευση των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους οφείλεται σε δόλο, έστω και ενδεχόμενο, αυτού, με την επισήμανση ότι το σχετικό βάρος απόδειξης φέρουν κατά το νόμο οι εφεσίβλητες.
Επισημαίνεται δε ότι α) τόσο κατά το χρόνο σύναψης των στεγαστικών δανείων, όσο και μέχρι το έτος 2012, οι αιτούντες μπορούσαν να καταβάλουν ευχερώς το συνολικό οφειλόμενο προς τους πιστωτές τους ποσό για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, όπως προκύπτει από τα προεκτιθέμενα οικογενειακά εισοδήματα τους, β) η από το έτος 2011 και εφεξής μείωση των εισοδημάτων τους, οφείλεται στην εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση των υπερβολικών ελλειμμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, που οδήγησαν σε αδυναμία δανεισμού και τελικά σε διακρατική χρηματοδότηση και δεν ήταν προβλεπτή από αυτούς, κατά το χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων.
Με τα παραπάνω δεδομένα, η περιέλευση των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους πιστωτές τους δεν οφειλόταν σε δόλο τους, καθώς ουδόλως προκύπτει ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων (ήτοι το έτος 2003 έως το έτος 2012) οι αιτούντες δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετήσουν με βάση τα εισοδήματα τους ή ότι μπορούσαν κατά τον παραπάνω χρόνο να προβλέψουν τη μελλοντική αδυναμία εξυπηρέτησης τους.
Με βάση τα προαναφερόμενα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι οι αιτούντες περιήλθαν από δόλο σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθ' ων οι αιτήσεις-πιστώτριές τους, με την επιλογή τους να προβούν σε υπέρμετρο και δυσχερώς διαχειρίσιμο με βάση τα διαθέσιμα και αναμενόμενα στο μέλλον εισοδήματα τους, δανεισμό, αδιαφορώντας για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανειακών τους συμβάσεων με τους πιστωτές, και απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες.
Θα πρέπει, συνεπώς, η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, και αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535§ 1 ΚΠολΔ), να ρυθμιστούν οι οφειλές των εκκαλούντων προς τις εφεσίβλητες, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ... δεδομένου ότι οι αιτούντες στερούνται ρευστοποιήσιμης περιουσίας, καθώς τα ανήκοντα σε αυτούς, κατά ποσοστό 50% σε έκαστο αυτοκίνητα ...
δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση ... καθόσον δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα. Επιπλέον, αγοραστικό ενδιαφέρον δεν πρόκειται να προκαλέσει, ενόψει της έκτασής του και ο ανήκον στον αιτούντα ελαιοπερίβολος, έκτασης 1.750 τ.μ., με σαράντα ελαιόδεντρα εντός αυτού, που βρίσκεται στις ....
Περαιτέρω, οι εν γένει βιοτικές ανάγκες της οικογένειας των αιτούντων (δύο ενήλικες με δύο ενήλικα τέκνα εκ των οποίων το ένα δεν εργάζεται και το άλλο φοιτά σε πανεπιστήμιο) ανέρχονται στο ποσό των 1.800 ευρώ, περίπου, μηνιαίως, προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες διαβίωσής τους ...
Συνεπώς, για την αποπληρωμή των ως άνω χρεών τους οι αιτούντες μπορούν να διαθέσουν το ποσό των 460 ευρώ, μηνιαίως, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων τους και της ανάλογης προς τις δυνάμεις τους συνεισφοράς αμφοτέρων στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών. Η ρύθμιση των χρεών τους θα γίνει με μηνιαίες καταβολές, στους πιστωτές τους από τα εισοδήματα τους για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, που θα αρχίσει τον πρώτο μήνα, αμέσως μετά τη δημοσίευση της παρούσας και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός. [...]. Περαιτέρω, στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 ... θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, όπως αυτή ανωτέρω περιγράφηκε.
Συνεπώς, ο αιτών υποχρεούται να καταβάλει στην τρίτη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", με την ιδιότητα της ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", το ποσό των 311,12 ευρώ [74.668,42 (δηλαδή το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, που βάσει του ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2017 ανέρχεται στο ποσό των 93.335,52 ευρώ:240 δόσεις), καθόσον αυτή έχει Α' προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου του αιτούντος [...] Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν θα πρέπει η από 09-12-2013 αίτηση περί δικαστικής ρύθμισης των χρεών των αιτούντων και περί εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του πρώτου εξ αυτών να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη τους προς τις καθ' ων η αίτηση, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τρόπο ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 287/2019 απόφασή του, (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 360/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 283/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών [το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 9-12-2013 αίτηση των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι αυτοί περιήλθαν από ενδεχόμενο δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης δόλου, που είχε προταθεί το αναιρεσείον και τις τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες] και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, που είχε προταθεί από τους ανωτέρω διαδίκους και, ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αίτηση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη αυτών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους και ήδη τρίτη έως και έκτη των αναιρεσίβλητων και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του πρώτου αναιρεσίβλητου, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της, το ανωτέρω αναφερόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση και τη λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία τους.
Ήδη, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, αληθώς όμως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, μόνο από τον αριθμό 6, με την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αναφορικά με την κρίση του περί της άνευ δόλου περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε αδυναμία πληρωμών, ως προς την οποία διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, (καθώς και των λοιπών ανωτέρω αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών), περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε αδυναμία πληρωμών, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ.
β' του Ν. 3869/2010 (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ), την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο : α) ενώ, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται ότι ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων των αιτούντων ήταν από το έτος 2003 έως και το έτος 2012 και ότι κατά το χρόνο σύναψης των δανείων τους και μέχρι το έτος 2012, οι αιτούντες μπορούσαν να τα εξυπηρετήσουν με βάση τα εισοδήματά τους, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εισοδήματα των αιτούντων καθ' όλο το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα λήψης των δανείων, ήτοι από το έτος 2003 έως και το έτος 2012, όπως απαιτείται για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε, σε συνδυασμό και με το αναγκαίο ποσό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ίδιων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, κατά το άνω χρονικό διάστημα, το οποίο επίσης δεν προσδιορίζεται, όπως απαιτείται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, να καθίσταται εφικτό να κριθεί αν πράγματι μπορούσαν να ανταποκριθούν τόσο στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, όσο και στην εξυπηρέτηση των δανείων τους, αλλά αναφέρονται τα ετήσια εισοδήματά τους μόνο από το έτος 2008 και μετέπειτα, που όμως δεν επαρκεί για να αιτιολογηθεί πλήρως η κρίση ότι με βάση τα εισοδήματά τους, μπορούσαν να εξυπηρετούν τις δανειακές τους υποχρεώσεις και να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ότι, συνεπώς, ο δανεισμός τους δεν ήταν υπέρμετρος και πέραν των οικονομικών τους δυνατοτήτων και ότι, ως εκ τούτου, δεν καθίστατο αμφίβολη η εξυπηρέτηση των δανείων τους κατά το χρόνο λήψης αυτών, και β) ενώ, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται ότι από το έτος 2011 και εφεξής επήλθε μείωση των εισοδημάτων των αιτούντων, η οποία "οφείλεται στην εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση των υπερβολικών ελλειμμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, που οδήγησαν σε αδυναμία δανεισμού και τελικά σε διακρατική χρηματοδότηση και δεν ήταν προβλεπτή από αυτούς, κατά το χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων", δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο οι αιτούντες συνέχισαν να συνάπτουν νέες δανειακές συμβάσεις έως και το έτος 2012, σε χρόνο δηλαδή, που δεν ήταν απλώς μη προβλεπτή, αλλά είχε ήδη επέλθει και συνέχιζε αμείωτη η οικονομική κρίση και που ήδη μειώνονταν οι αποδοχές τους και αυξάνονταν οι οικογενειακές τους ανάγκες λόγω των εκπαιδευτικών αναγκών των τέκνων τους, ώστε να καθίσταται εφικτό να κριθεί εάν, κατά την ανάληψη των χρεών τους, ήταν προβλεπτή ή μη η αδυναμία εξυπηρέτησής τους, ενόψει και του συνεχούς ανωτέρω μακροχρόνιου δανεισμού τους.
Κατόπιν των ανωτέρω ελλιπών και ανεπαρκών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και πλήρες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, της άνευ δόλου περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε αδυναμία πληρωμών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις του, όπως ορθά εκτιμώνται, πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού δεύτερου λόγου αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 287/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 360/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
-Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ