Legislator Case Law & Legislation
1857/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of power of attorney and failure to comply with procedural requirements.

Case Number 1857/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction by the Athens Court of Assizes. The appellant's lawyer filed the appeal without attaching a valid power of attorney, which was required under the Code of Criminal Procedure. The court rejected the appellant's excuses regarding negligence and lack of force majeure, ruling that the omission was preventable through ordinary diligence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 465, 473, 476 of the Code of Criminal Procedure; An appeal filed by a lawyer without a specific power of attorney is inadmissible as it fails to meet statutory formalities and constitutes a procedural defect not excusable by negligence or force majeure.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal power of attorney procedural defect Code of Criminal Procedure force majeure negligence legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 465 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 of the Code of Criminal Procedure
Article 476 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1857 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1857/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου 'Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν. Φ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Δ. Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 1265/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε." νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2018 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10 Μαΐου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../10-5-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου 'Ολγα Σμυρλή, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη, με αριθμό ...-6-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. ...-5-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ν.

Φ. του Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΖΤ 1265/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Κατά τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ "1. Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρ. 96 παρ. 1.

Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ένδικου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του.

Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των άρθρων 341, 430 και 501 παρ. 1 εδ. τελευταίο. 2. Το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση......Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 474, σύμφωνα με την οποία στην οικεία έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει από την καθαρογραφή και καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο.

Περαιτέρω, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 96 παρ. 2 ΚΠΔ, ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου γίνεται, εκτός των άλλων, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. β' και γ'. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές.

Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ένδικων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδ. β' και γ' του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, η γνησιότητα δε της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο.

Τέλος, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ, "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αυτοπροσώπως είτε από ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατυπώσεις του νόμου, ενώ, κατ' εξαίρεση, η αίτηση αναιρέσεως, εφόσον στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, μπορεί να ασκηθεί, για λογαριασμό του καταδικασθέντος, και από το συνήγορο του που είχε παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας [νόθευσης εγγράφου] με χρήση και β) της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 α του Ν. 2472/1997.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων προήλθε σε δήλωση άσκησης αναιρέσεως, η οποία υπογράφηκε και κατατέθηκε την 10-5-2018, για λογαριασμό του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Δ. Ν., χωρίς, όμως, να επισυνάπτεται στην εν λόγω δήλωση σχετικό για την άσκησή της πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, αν και ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο, αλλά από τον δικηγόρο Αθηνών Ε.

Ρ. του Κ., κατά το άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ, ο οποίος και θα μπορούσε να ασκήσει αναίρεση κατά της καταδικαστικής, ως άνω, αποφάσεως. Με τα δεδομένα των προηγούμενων αναπτύξεων, η προειρημένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο και δη δικηγόρο, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις για την άσκησή της και συγκεκριμένα, χωρίς αυτός να έχει ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. ...-5-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Φ. του Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ.

ΖΤ 1265/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου".

Αφού άκουσε

την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 και 2 εδ. α' ΚΠοινΔ "1. Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του.

Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των άρθρων 341, 430 και 501 παρ. 1 εδ. τελευταίο". Σημειωτέον, ότι η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρου 6 του ν. 1653/1986 (ΦΕΚ Α`173). "2.

Το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 474, κατά την οποία στην οικεία έκθεση πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει από την καθαρογραφή και καταχώρηση της απόφασης στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο.

Περαιτέρω, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 96 παρ. 2 ΚΠΔ, ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου γίνεται, εκτός των άλλων, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. β' και γ' ΚΠοινΔ. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές.

Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ένδικων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδ. β' και γ' του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, η γνησιότητα δε της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο.

Τέλος, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ, "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...".

Από τις προαναφερόμενες διατυπώσεις του νόμου προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης ασκείται είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αυτοπροσώπως είτε από ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση, η αίτηση αναίρεσης, εφόσον στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, μπορεί να ασκηθεί, για λογαριασμό του καταδικασθέντος, και από το συνήγορό του, που είχε παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Απαιτείται η εντολή για την άσκηση της αναίρεσης να υφίσταται κατά το χρόνο της άσκησης. Μεταγενέστερη χορήγηση εντολής ή έγκριση της άσκησης δεν αρκεί και η παράλειψη υποβολής σχετικής εξουσιοδότησης οδηγεί σε κήρυξη του ένδικου μέσου της αναίρεσης ως απαραδέκτου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις:

α) της πλαστογραφίας (νόθευσης εγγράφου) με χρήση και β) της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 α' του Ν. 2472/1997. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων υπέβαλε δήλωση άσκησης αναίρεσης, η οποία υπογράφηκε και κατατέθηκε την 10-5-2018, για λογαριασμό του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δ.

Ν., χωρίς, όμως, να επισυνάπτεται στην εν λόγω δήλωση σχετικό για την άσκησή της πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, αν και ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν είχε παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν είχε εκπροσωπηθεί από τον ανωτέρω δικηγόρο, αλλά από τον δικηγόρο Αθηνών Ε. Ρ. του Κ., κατά το άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο οποίος και θα μπορούσε να ασκήσει αναίρεση κατά της καταδικαστικής, ως άνω, απόφασης.

Με τα δεδομένα των προηγούμενων αναπτύξεων, η προειρημένη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ασκήθηκε από πρόσωπο και δη δικηγόρο, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις για την άσκησή της και συγκεκριμένα, χωρίς αυτός να έχει ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο στο χρόνο της άσκησής της, αφού ούτε στη σχετική δήλωση προς τον 'Αρειο Πάγο για την αναίρεση της ΖΤ1265/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναφέρεται η εν λόγω αναγκαία εξουσιοδότηση ούτε η τελευταία ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτής είχε προσαρτηθεί στην έκθεση άσκησης του ένδικου μέσου φέρουσα μάλιστα υπογραφή ή σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα.

Το αίτημα του αναιρεσείοντος στο κατατεθέν στις 11-10-2018 υπόμνημά του με τις συνοδεύουσες αυτό: α) από 10-5-2018 εξουσιοδότηση αυτού προς τον υπογράψαντα τη δήλωση αναίρεσης δικηγόρο, που δεν υποβλήθηκε όμως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στον προσήκοντα χρόνο και β) από 9-10-2018 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ.

Β., με την οποία παρέχεται η διαβεβαίωση από αυτόν, ότι εξαιτίας της επιδειχθείσας εκ μέρους του αμέλειας παραλείφθηκε η υποβολή της συνημμένης στη αναιρετική δήλωση εξουσιοδότησης, περί (τυπικής) παραδοχής του άνω αναιρετηρίου, είναι εκτός από αλυσιτελές και μη νόμιμο, καθόσον σε ουδεμία δικονομική διάταξη στηρίζεται.

Επιπροσθέτως, δεν συνιστά ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν συνυποβλήθηκε κατά το χρόνο της υποβολής της δήλωσης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο η αναγκαία εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος προς τον υπογράφοντα τη δήλωση αυτή δικηγόρο, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αμέλεια του εντεταλμένου να προβεί στην επίδοση των άνω εγγράφων στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δικαστικού επιμελητή, εξαιτίας της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, παρέπεσε η σχετική εξουσιοδότηση και δεν συνυποβλήθηκε με την αναιρετική δήλωση, καθόσον δεν αποτελεί τούτο εξαιρετικό και απρόβλεπτο, γεγονός, αφού μπορούσε να αποτραπεί με την επίδειξη μέσης επιμέλειας.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί για τον προεκτεθέντα λόγο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2018 (αρ. πρωτ. Εισ. Α.Π. .../10-5-2018) αίτηση αναίρεσης του Ν. Φ. του Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμό ΖΤ 1265/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.

Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ