1857/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1857/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1857 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1857/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. M. του T., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 315/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ....5-1-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μόνο για την απόρριψη του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, β) να αναιρεθεί η απόφαση για το σκέλος της αυτό και να παραπεμφθεί η εκδίκαση του κεφαλαίου αυτού στο ίδιο δικαστήριο και για τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ίδια αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από5-1-2016 αίτηση-δήλωση του M. G. του T. για αναίρεση της υπ’ αριθ.315/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ. "αν εξαιτίας συμπλοκής ή επίθεσης επήλθε θάνατος ή βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων (αρθ.310), καθένας από εκείνους που πήραν μέρος στη συμπλοκή ή στην επίθεση τιμωρείται για μόνη τη συμμετοχή του σ’ αυτήν με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, εκτός αν συμπλέκτηκε χωρίς υπαιτιότητά του". Με την ανωτέρω διάταξη τιμωρείται η απλή συμμετοχή σε συμπλοκή ή επίθεση, ως εξόχως επικίνδυνη δραστηριότητα. Πρόκειται για ιδιώνυμο έγκλημα, αναγκαίας συμμετοχής και αφηρημένης διακινδυνεύσεως, αφού μόνη συμμετοχή σε συμπλοκή έχει επικινδυνότητα. Συμπλοκή είναι η σύγκρουση δύο ή περισσοτέρων μεθ’ ενός ή περισσοτέρων κατ’ αλλήλων βιαιοπραγούντων, θα πρέπει δε να έχει ως επακόλουθο το θάνατο ή τη βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων, η επέλευση των οποίων συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω πράξης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπλοκής ή της επιθέσεως και του θανάτου ή της βαρείας σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε αρκεί απλός δόλος (πρόθεση), που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι για συμπλοκή περισσοτέρων κατά την άνω έννοια. Αυτουργός του εγκλήματος είναι όποιος είναι παρών κατά τη βιαιοπραγική φιλονικία και συμβάλλει (σωματικώς ή ψυχικώς) σε επαγωγή των βιαιοπραγιών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ.315/ 2015 αποφάσεως του εκ τακτικών δικαστών Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στο ... - Αττικής και επί της οδού ...
κατοικούσε o R. I. με τον αδελφό του R. A.. Στις 5-7-2008 και περί ώρα 7,00’ πρωϊνή άκουσε ο πρώτος τον αδελφό του να καλεί σε βοήθεια από το δρόμο μπροστά από το σπίτι τους και αμέσως κατέβηκε στο δρόμο έχοντας ανησυχήσει. Εκεί αντίκρισε τους δύο σήμερα κατηγορουμένους μαζί με τους B. G. και R. M., να κρατούν στα χέρια τους και να κραδαίνουν διάφορα εργαλεία πρόσφορα για επίθεση, ενώ αυτός εναγωνίως αναζητούσε με το βλέμμα του να δει εκεί γύρω τον αδελφό του.
Τότε οι ως άνω του επιτέθηκαν και επακολούθησε συμπλοκή, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους κτυπήματα τόσο με τα χέρια, όσο και με τα εργαλεία που οι τελευταίοι έφεραν μαζί τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε όπως δέχθηκε και η πλειοψηφούσα άποψη της πρωτοβάθμιας απόφασης, ότι ο άνω αναφερθείς R. I. μόνος του αντιμετώπιζε 4 άτομα που καταφέρονταν εναντίον του με κατσαβίδια και σφυρί που μπορούσαν να του προκαλέσουν κίνδυνο της ζωής του, και ότι υπό το κράτος της συναισθηματικής φόρτισης και ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, καθόσον ο R.
M. του κατάφερε χτύπημα στο κεφάλι με το σφυρί το οποίο έφερε, εντάθηκε στον άνω το ενστικτώδες αίσθημα της αυτοσυντήρησης και ενόσω διαρκούσε η συμπλοκή, κατάφερε με το μαχαίρι του δύο πλήγματα στο στήθος του R. M., τα οποία επέφεραν τον θάνατο του τελευταίου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω περίτρανα κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι οι παρόντες σήμερα κατηγορούμενοι έλαβαν μέρος στην συμπλοκή αυτή, από την οποία επήλθε ο θάνατος του άνω (R.
M.), και ειδικότερα αυτοί κατά την συμπλοκή στρέφονταν εναντίον του R. I. και κρατούσαν κατσαβίδια, με τα οποία επέφεραν πλήγματα στον τελευταίο, ενώ ο θανών κρατούσε ένα σφυρί και με αυτό τον κτυπούσε πριν μαχαιρωθεί. Άλλωστε ο πρώτος εκ των κατ/νων κατά την προανάκριση σαφώς κατέθεσε το γεγονός ότι αυτός και ο σήμερα συγκατηγορούμενός του πήραν από την τσάντα με τα εργαλεία που είχαν μαζί τους από ένα κατσαβίδι και ότι ο θανών πήρε από την τσάντα ένα σφυρί.
Οι αντίθετοι δε ισχυρισμοί ιδίως του δευτέρου κατ/νου, ότι τάχα αυτός δεν ήταν στο σημείο της συμπλοκής και ότι δεν είχε ανάμειξη σ’ αυτήν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν και είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δικαιολογείτο η παρουσία του στο σημείο της συμπλοκής ή έστω κοντά σ’ αυτήν, για κάποιο άλλο νόμιμο λόγο, εκτός από το σκοπό του να συμμετάσχει στην επίθεση κατά του R.
Ι. μαζί με τους άνω αναφερθέντες. Την κρίση του δικαστηρίου για την συμμετοχή του δευτέρου κατ/νου στην συμπλοκή δεν είναι ικανό να κλονίσει το γεγονός που ισχυρίζεται αυτός, ότι τάχα δεν έφερε καμιά κάκωση και ότι δεν άφησε δακτυλικά αποτυπώματα στον τόπο της συμπλοκής, αφού αφενός αποδείχθηκε στην συμπλοκή ότι αυτός ήταν επιτιθέμενος και ο R.
I. αμυνόμενος κατά τα άνω και αφετέρου αφού κατά τον τρόπο που έγινε η συμπλοκή, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξουν αποτυπώματα εκ των πραγμάτων, παρά μόνο ενδεχομένως, γενετικό υλικό προς εξέταση μεταξύ των συμπλεκομένων. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατ/νοι όπως και πρωτοδίκως, από το παρόν εκ τακτικών δικαστών ΜΟΔ, χωρίς την συμμετοχή ενόρκων διότι κατ’ άρθρο 408 παρ. 2 ΚΠΔ, εφόσον αυτοί (κατ/νοι) καταδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΜΟΔ) μόνο για το πλημμέλημα του άρθρου 313 ΠΚ, δεν είναι απαραίτητη η συγκρότηση του ΜΟΔ".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που αφορούν τους συγκατηγορουμένους του ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε τον τελευταίο (αναιρεσείοντα) ένοχο, της αξιόποινης πράξης της συμπλοκής εξαιτίας της οποίας επήλθε θάνατος, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Το Δικαστήριο απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του δεύτερου κατηγορουμένου M.
G. που αφορούν την κατηγορία. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον δεύτερο κατηγορούμενο M. G., ένοχο του ότι: την 5-7-2008 στο ... Αττικής έλαβε μέρος σε συμπλοκή εξαιτίας της οποίας επήλθε θάνατος κάποιου και συγκεκριμένα έξω από την οικία των R. I., R. A. και R. C.-C. στην οδό ... ήλθε σε συμπλοκή ο ίδιος και οι B. G., O. Η. και R. M. εναντίον του R. I. καταφέροντας κτυπήματα στον R.
I. με τα χέρια τους και με κατσαβίδι που κρατούσαν ο ίδιος και οι O. Η. και B. G. και σφυρί που κρατούσε ο R. M., ενώ ο R. I. κτυπούσε αυτούς με τα χέρια του και με ένα μαχαίρι μήκους λάμας 20 εκατοστών, κατά την διάρκεια δε της συμπλοκής ο R. I. κατέφερε με το μαχαίρι δύο πλήγματα στην επιφάνεια του αριστερού μαστού του R.
M. προξενώντας του τραύματα βάθους 2 και 4 εκατοστών, τα οποία επέφεραν τον θάνατο του". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, σε σχέση με την επίδικη αξιόποινη πράξη της συμπλοκής, περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφή ή ελλιπή αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, για τις συνθήκες τέλεσης της άνω αξιόποινης πράξης, τον τρόπο συμμετοχής του αναιρεσείοντος στη συμπλοκή, και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπλοκής και του επελθόντα θάνατο του (χωρίς ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου ...αρκεί απλός δόλος (πρόθεση) και διαλαμβάνεται περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή) μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, μαρτύρων, εγγράφων που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφερθεί τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό στοιχείο ξεχωριστά και από ποία στοιχεία πείστηκε για την ενοχή, ούτε άλλωστε η επισήμανση ορισμένων αποδεικτικών μέσων σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, αντίθετες αιτιάσεις, που διατυπώνονται με τον δεύτερο και τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και οι λόγοι απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου απορριπτέες τυγχάνουν ως απαράδεκτες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης , η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας , για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Προκείμενου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώστηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους ,οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από τον διευθύνοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, οποίος με την υπ’ αριθμό 315/2015 απόφαση των τακτικών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών έχει κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη της συμπλοκής από την οποία επήλθε θάνατος και έχει επιβληθεί σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο ετών, με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεώς του, προβάλλει ότι επήλθε ακυρότητα εκ του ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο άνω Δικαστήριο για στήριξη της απόφασης περί ενοχής του , περιλαμβάνονται έγγραφα , μεταξύ των οποίων και το με αύξοντα αριθμό "10) Δέκα οκτώ(18) έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες επισκοπήθηκαν", οι οποίες δεν ταυτοποιούνται ως προς τον χρόνο, τον τόπο και το περιεχόμενο τους και ως εκ τούτου να στερηθεί του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος να εκφέρει τις παρατηρήσεις του για αυτές.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης , τα οποία δεν διορθώθηκαν, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, αποδεικνύεται κατ’ άρθρο 141 παρ.3 ΚΠΔ, ότι αναγνώστηκαν τα αναφερόμενα αναλυτικά στις σελίδες 1 έως και 17 συνολικά τριάντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το με α/α 10, που αφορά σε "δεκαοκτώ (18) έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες επισκοπήθηκαν", χωρίς να προβληθεί αντίρρηση.
Έτσι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη για τον αναιρετικό λόγο, οι φωτογραφίες δεν αναγνώστηκαν, αλλά επισκοπήθηκαν, δηλαδή επιδείχθηκαν από την διευθύνουσα την συζήτηση στους παράγοντες της δίκης, οπότε με την επιδείξή τους έγινε γνωστό το περιεχόμενο τους (απεικόνηση) και η ταυτότητα των φωτογραφιών, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για ποιες φωτογραφίες πρόκειται, τη στιγμή μάλιστα, που όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε για την ανάγνωση των εγγράφων και πολύ περισσότερο για την επισκόπηση των επίμαχων φωτογραφιών, που εδώ ενδιαφέρει, εκ μέρους του παρισταμένου εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ο οποίος από τη δημόσια επισκόπηση αυτών στο ακροατήριο είχε την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, σχετικές με το περιεχόμενο τους, ασκώντας τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, τα οποία ουδόλως παραβιάστηκαν.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α’ ΚΠΔ, συναφής, ως άνω πρώτος, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω έλλειψη της απαιτούμενης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ , υπάρχει, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, όταν δεν προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο ,έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους ,αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει ,όμως να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ,ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά.
Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.
Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, διακρινόμενο των έγγραφων πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ,ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ183/2013 740/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επειδή δεν προκύπτει αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική κρίση του την αναγνωσθείσα (με α/α13) από 6 Ιουλίου και με αριθ.
πρωτ ... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματικών Ερευνών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της επιδίκου πραγματογνωμοσύνης των πρακτικών και του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εν λόγω έκθεση της παραπάνω Υπηρεσίας ΔΕΕ), που αφορά στην διαπίστωση βιολογικού υλικού (DNA) επί των σ’ αυτή αναφερομένων και ερευνηθέντων, προς τούτο, πειστηρίων, κατά το πόρισμα αυτής (πραγματογνωμοσύνης) το διαπιστωθέν βιολογικό υλικό "Αγνώστου Ανδρα", ελλείψει βιολογικού υλικού-2κ.ε.αίματος προς σύγκριση δεν ήταν αξιοποιήσιμο προς ταυτοποίηση.
Επομένως, ο άνω ...εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ λόγος είναι βάσιμος και απορριπτέος, επειδή το δικαστήριο, παρότι δεν αναφέρει ειδικά ούτε στην αρχή του σκεπτικού, ούτε στο ίδιο το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την παραπάνω έκθεση της Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματικών Ερευνών, δεν έλαβε αυτήν υπόψη του για την καταδικαστική κρίση του, καθόσον το πόρισμα της ,δηλαδή η ανυπαρξία ταυτοποίησης δειγμάτων αίματος προς σύγκριση του διαπιστωθέντος κατ’ αυτήν, ως άνω, βιολογικού υλικού επί των πειστηρίων, που εξετάστηκαν νομίμως, δεν έχουν σχέση με τον αναιρεσείοντα.
Κατά την παρ.4 του όρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, α)τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β)την προσωπικότητα του εγκληματία".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.315/2015 απόφαση του εκ τακτικών δικαστών Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής φυλακίσεως των δύο (2) ετών που επέβαλε σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την άνω αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητά τους, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύονται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και η ένταση του δόλου, χωρίς να είναι αναγκαία επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.
Επομένως, ο σχετικός από το όρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη διάταξη της για επιμέτρηση της ποινής είναι αβάσιμος. Η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, (αριθ.141 παρ.2 και 331 ΚΠΔ) δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους. έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί, των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ. με στοιχεία α’ και ε’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επιμεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ήτοι πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α’ ΠΚ μορφές. Έτσι, όπως δεν είναι αρκετή για τον αποκλεισμό της εντιμότητας μια καταδίκη για πράξη που έγινε περιστασιακά και δεν είχε σοβαρή κοινωνική απαξία, δεν είναι εξ ίσου αρκετή για την κατάφαση της η εκ συμπτώσεως έλλειψη προηγουμένων ποινικών καταδικών. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του.
ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη εντός ή εκτός φυλακής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων ζήτησε με γραπτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε στο ακροατήριο ο συνήγορος του και ανέπτυξε και προφορικά, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.
α και ε του ΠΚ. Ειδικότερα: Α)Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ.α’ της παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέστηκε κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Μέχρι την τέλεση της πράξης (2008) επί ΕΠΤΑ ΕΤΗ, δηλ 2001 - 2008, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως απεδείχθη από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων:
Διαμένω νομίμως στην Χώρα από το έτος 2001 μέχρι και σήμερα (σχετικές οι ήδη αναγνωσθέντες άδειες παραμονής). Επί επτά έτη και μέχρι την τέλεση της πράξης (2008) διήγα έντιμη ζωή εκπληρώνοντας όλες τις υποχρεώσεις μου απόλυτα ενταγμένος στην εδώ κοινωνία, (σχετικά τα ήδη αναγνωσθέντα εκκαθαριστικά ΔΟΥ). Είχα νόμιμη εργασία (σχετικά τα ήδη αναγνωσθέντα ένσημα μου) Μέχρι την τέλεση της πράξης η μοναδική μου εμπλοκή με την ποινική δικαιοσύνη αφορά αποκλειστικά και μόνο σε παράβαση του Κ.Ο.Κ, όπως τούτο αποδεικνύεται από το ποινικό μου μητρώο (ερήμην καταδίκη σε ποινή 70 ημερών).
Η φύση του αδικήματος αυτού, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι ήσσονος σημασίας και άσχετο με την υπό κρίσιν υπόθεση, δεν είναι δυνατόν να αναιρέσει την εν γένει καλή συμπεριφορά μου. Είμαι παντρεμένος από το 2006 με Ελληνίδα υπήκοο την κ Σ., και πατέρας ανηλίκου τέκνου. Ο γάμος μου είναι σε ισχύ, διάγουμε αρμονικό βίο και συγκατοικούμε στην ως άνω δηλωθείσα διεύθυνση (σχετικά τα ήδη αναγνωσθέντα έγγραφα:
ληξιαρχική πράξη γάμου, γέννησης - βάπτισης- ονοματοδοσίας, έλεγχοι προόδου, μισθωτήριο συμβόλαιο) . Δεν υπάρχουν αρνητικά περιστατικά που να αποδεικνύουν το αντίθετο, σύμφωνα με πάγια θέση της νομολογίας (ΑΠ 743/2009, ΑΠ 141/2003) Β)Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ.ε της παρ.2 του αρθ.84 ΠΚ, επικαλέστηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Μετά την τέλεση της πράξης (2008) μου συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, όπως απεδείχθη από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων:
Μετά τις απολογίες μου ενώπιον της αρμόδιας 8ης ανακρίτριας Αθηνών την 6/7/2008 και 24/7/08 αφέθηκα ελεύθερος με την επιβολή του όρου της εμφάνισης στο Α.Τ.του τόπου κατοικίας μου και της απαγόρευσης εξόδου από την Ελλάδα. Έκτοτε εξακολουθώ να παραμένω ελεύθερος αφού με την εκκαλουμένη απόφαση μου χορηγήθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην άσκηση έφεσης, ΧΩΡΙΣ την επιβολή οιοδήποτε όρου - Από την τέλεση της πράξης (2008) μέχρι και σήμερα (2015) έχουν παρέλθει ΕΠΤΑ ΕΤΗ.
Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα σε καθεστώς ελευθερίας επέδειξα ειλικρινή μεταβολή της ψυχικής διάθεσης μου και θετική συμπεριφορά ως προς την ενστέρνιση των κανόνων κοινωνικής συμβίωσης, καθόσον απεδείχθη από την ακροαματική διαδικασία ότι: Ήμουν και εξακολουθώ να είμαι νομίμως διαμένω στην Χώρα (σχετικές οι άδειες διαμονής μου) Ανέκαθεν εργαζόμουν αλλά και εργάζομαι (σχετικά τα ένσημα μου) Ήμουν και είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου προς το κράτος (σχετικά τα ένσημα μου, οι φορολογικές δηλώσεις, η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης) Είμαι παντρεμένος με Ελληνίδα υπήκοο και πατέρας ανηλίκου τέκνου, το οποίο έχει γεννηθεί εδώ και φοιτά σε ελληνικό σχολείο.
Η οικογένεια κατοικεί σε κοινή εστία και άπαντες συνδεόμαστε μεταξύ μας με ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, (σχετικά η ληξιαρχική πράξη γέννησης, οι βεβαιώσεις του σχολείου, το μισθωτήριο συμβόλαιο). Είμαι απόλυτα ενταγμένος στην εδώ κοινωνία και επιπλέον έχω βοηθήσει εμπράκτως από το υστέρημα μου γείτονες μου που αντιμετωπίζουν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα από την κρίση (σχετική η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης) Συμμετέχω στο έργο της Εκκλησίας και λαμβάνω τακτικά κατήχη (σχετική η απο 3/11/15 βεβαίωση του Αρχιμανδρίτη Γ.
Α.) Δεν έχω απασχολήσει ξανά τις αρμόδιες αρχές με οιασδήποτε μορφής παράβαση (σχετική η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού) Δεν έχω υποπέσει σε διάπραξη έστω και ενός ήσσονος σημασίας ποινικού αδικήματος (σχετικά το ποινικό μητρώο). Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι για το ικανό χρονικό διάστημα των επτά ετών, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού μου περίγυρου, εργάζομαι με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή.
Η καλή συμπεριφορά μου μετά την πράξη προκύπτει τόσο από την σφαιρική παρουσία θετικών στοιχείων (εργασία, δημιουργίας οικογένειας, ανατροφή του τέκνου μου) όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιοσδήποτε εμπλοκής μου με την ποινική δικαιοσύνη). Κατόπιν τούτων δέον όπως μου αναγνωριστεί η ως άνω ελαφρυντική περίσταση, διότι απεδείχθη ότι έχω συνειδητοποιήσει το σφάλμα μου και πλέον διάγω ως ευσυνείδητος και ευνομούμενος πολίτης για ιδιαιτέρως μακρό διάστημα (επτά έτη σε καθεστώς ελευθερίας)" Το εκτάκτων δικαστών Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε αμφότερους τους άνω ισχυρισμούς με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατ/νος μέχρι τον άνω χρόνο τέλεσης του αδικήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος είχε ζήσει έντιμη επαγγελματική και κοινωνική ζωή με θετικές προς την κοινωνία πράξεις, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι είχε έστω και ελαφράς μορφής παραβατική συμπεριφορά.
Επίσης από την εν γένει συμπεριφορά του από τον άνω χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, μέχρι σήμερα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προσπάθησε να βοηθήσει τις αρχές για την διαλεύκανση των αδικημάτων που και οι συγκατηγορούμενοί του διέπραξαν, τηρώντας μία αρνητική στάση, συμπεριφορά που συνέχισε μέχρι και σήμερα, αφού ανεξαρτήτως που δεν παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως στο δικαστήριο σήμερα, η στάση του ήταν αρνητική και κάθε άλλο αυτή που υπαγορεύει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, ήτοι η επί μακρόν χρονικό διάστημα καλή συμπεριφορά μετά την πράξη.
Συνεπώς το αίτημα του κατ/νου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ. 2 α’ και ε ΠΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά στην απόρριψη του δεύτερου αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυνυικής περίστασης, του ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το έγκλημα συμπεριφέρθηκε καλά ( άρθρο 84 παρ.2εΉΚ), διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του, δεχόμενο, εμμέσως πλην σαφώς, ότι δεν αποδείχθηκε μεταστροφή του χαρακτήρα του, συναγόμενη και από το ότι αυτός από την αρχή της τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, και μέχρι τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τήρησε συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που υπαγορεύει η ελαφρυντική αυτή περίσταση με την αρνητική του στάση να βοηθήσει τις αρχές για την διαλεύκανση του εγκλήματος, καθώς και με την μη αυτοπρόσωπη παρουσία του στο Δικαστήριο.
Επομένως, η, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ . διατυπούμενη αιτίαση στο αντίστοιχο σκέλος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμη, όσον αφορά όμως την απόρριψη του πρώτου αυτοτελούς ισχυρισμού του ανωτέρω, για το ότι αυτός μέχρι την τέλεση του εγκλήματος έζησε έντιμο βίο (άρθ.84 παρ.2α’ ΠΚ), η παραπάνω αιτιολογία είναι ελλιπής, καθόσον, ενώ ο αναιρεσείων παραδεκτώς είχε υποβάλει αρκετά, ως παραπάνω, θετικά της προσωπικότητας του στοιχεία, όπως ότι διαμένει νόμιμα και μόνιμα στη Χώρα από το 2001, έχοντας παντρευτεί ελληνίδα υπήκοο με την οποία απέκτησαν ένα ανήλικο αγόρι που φοιτά σε ελληνικό σχολείο, ότι εργάζεται νομίμως εκπληρώνοντας όλες τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος( υποβολή φορολογικών δηλώσεων, ένσημα κλπ), γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι είναι απόλυτα ενταγμένος στην ελληνική κοινωνία, για τα περιστατικά αυτά η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση δεν περιλαμβάνει την απαιτούμενη, κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων αρνητικών πραγματικών περιστατικών συνηγορούντων στην μη χορήγηση αυτού, αρκούμενη και εστιάζοντας την απορριπτική κρίση της, μόνον, στο ότι από το ποινικό του μητρώο προκύπτει, "ότι είχε έστω και ελαφράς μορφής παραβατική συμπεριφορά".
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη , όπως για την κατάφαση αναγνώρισης της ελαφρυντικής εν λόγω περιστάσεως, του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί μόνον η εκ συμπτώσεως έλλειψη προηγουμένων καταδικών (ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου), έτσι δεν είναι αρκετή για τον αποκλεισμό της εντιμότητας μια καταδίκη που έγινε περιστασιακά και δεν έχει σοβαρή κοινωνική απαξία.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς τη διάταξη της και κατά το μέρος αυτής που αφορά στην απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84παρ.2α ΠΚ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή της ποινής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αμετάκλητη πλέον την απόφαση περί ενοχής, να επανακρίνει μόνον ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο του ανωτέρω αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α’ του ΠΚ, και σε καταφατική περίπτωση, να την συνεκτιμήσει κατά την νέα επιμέτρηση της ποινής, που θα επιβληθεί. Ήτοι ,πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ,ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμό 315/2015 απόφαση του Τακτικού Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών : α) ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος διάταξη αυτής και μόνον κατά το μέρος αυτής περί της συνδρομής, στο πρόσωπο του ανωτέρω ,της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρου 84 παρ.2 εδ.α ΠΚ), και β) ως προς τη διάταξη της περί της ποινής που επιβλήθηκε στον ανωτέρω για την εν λόγω πράξη. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω, μόνον, αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο για την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5-1-2016 και με αριθμό ...19/5-1-2016 αίτηση- δήλωση του M. G. του T., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ.315/2015 αποφάσεως του Τακτικού Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ