Supreme Court allows appeal against lower court ruling for invalidly dismissing social security claim due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a social security organization's claim, finding a procedural error in the lower court's handling of the notice. The organization argued its notice was valid and complete, while the First Instance Court incorrectly declared it indefinite and dismissed the claim. The Court ruled that the lower court erred by applying Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) and Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a lower court ruling declaring a notice indefinite when it contained all legally required elements constitutes a procedural error warranting appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1857 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1857/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία 'Οργανισμός Ασφαλίσεως Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον κ. Διοικητή που ενεργεί ως καθολικός διάδοχος του ήδη καταργηθέντος "Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος" (ΤΕΒΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 26-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.10983/5-4-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Ε. Ζ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον την συζήτηση αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου για την 11-11-2013 και μετ' αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του, σαν να ήτο παρών.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Κατά τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι δανειστές του καθ'ού η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η αναγγελία πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων και περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλεται. Από δε την διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξεως επάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στον διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική πράξη της κατατάξεως και το αρχικό δικόγραφο με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα της κατατάξεως η απαίτηση του αναγγελόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου βαρύνονται να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 ΚΠολΔ) και την ανακοπή (άρθρο 979 ΚΠολΔ) ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσης απαιτήσεως.
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαιτήσεως. Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση.
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερομένης σε αυτό απαιτήσεως, μόνον όταν η περιγραφή αυτής καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της, είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μη μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ και να υφίστανται έτσι βλάβη.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για δικαστική προστασία κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ (Α.Π. 381/2001, 1783/2001). Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξης της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο έγγραφο.
Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (βλ.
άρθρο 151 Κ.Πολ.Δικ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Δεν επιφέρει όμως η πάροδος άπρακτης της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δικ., να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται;
και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η νομική αοριστία του δικογράφου της αναγγελίας στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει δε, όταν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση αυτής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεσή του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, για το οργισμένο ή μη του δικογράφου της αναγγελίας ως προς την συγκεκριμενοποίηση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία), ο Άρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο αυτό και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία και σε καταφατική περίπτωση αναιρεί την απόφαση εφόσον θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2188/2007, ΑΠ 31/2010).
Περαιτέρω, από το άρθρο 975 αριθ.6 ΚΠολΔ όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 41 παρ.1β'Ν.3863/2010, προκύπτει, ότι στην έκτη κατά σειρά τάξη των γενικών προνομιούχων δανειστών κατετάσσοντο στον συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα οι απαιτήσεις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, εφόσον "προέκυψαν" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.
Ειδικότερα, όσον αφορά το Τ.Ε.Β.Ε. (το οποίο αργότερα σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ.1, 3 παρ.1, 2, 4 παρ.1, 3 Ν.2676/1999 και το Π.Δ.154/2006 διαδέχθηκε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.), το άρθρο 33 παρ.4 Ν.1902/1990 ("Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων") όριζε: "Ο ασφαλισμένος του Τ.Ε.Β.Ε. ή του Τ.Α.Ε. ή του Τ.Σ.Α. υποχρεούται να καταβάλει τη βαρύνουσα αυτόν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά το βραδύτερο μέχρι του τέλους του επόμενου μήνα εκείνου στον οποίο ανάγεται, διαφορετικά από της 1ης του μεθεπόμενου θεωρείται καθυστερούμενη".
Το δε άρθρο 34 παρ.1 περ.β, γ' του ιδίου νόμου όριζε: "Το Ταμείο αποστέλλει στον υπόχρεο ασφαλισμένο του, μέσα στο τρίτο δεκαήμερο κάθε μήνα, δελτίο ασφάλισης και εισφορών, το οποίο περιέχει όλα τα ατομικά και ασφαλιστικά στοιχεία του υπόχρεου και το ύψος της εισφοράς του μήνα αποστολής. Ο ασφαλισμένος καταβάλλει την αναγραφόμενη στο δελτίο εισφορά, εντός του επομένου μήνα από εκείνο στον οποίο ανάγεται αυτή, στην υπηρεσία του Ταμείου ή στις συνεργαζόμενες με αυτό τράπεζες ή άλλους οργανισμούς".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως χρόνος κατά τον οποίο "προέκυψαν" οι απαιτήσεις του εν λόγω Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως νοείται ο χρόνος της κατά τα άνω ειδικώς προσδιοριζομένης στον νόμο γεννήσεώς τους, ήτοι το τέλος του επομένου μηνός από εκείνον στον οποίο ανάγεται η ασφαλιστική εισφορά.
Δεν λαμβάνεται δε στην περίπτωση αυτήν υπόψη ο χρόνος της ταμειακής βεβαιώσεως των απαιτήσεων, αφού η πράξη της βεβαιώσεως απλώς προϋποθέτει την προηγούμενη γέννηση της απαιτήσεως του ασφαλιστικού οργανισμού και δεν δημιουργεί αυτή την απαίτηση. Η ταυτότητα των εννοιών "προέκυψαν" και "γεννήθηκαν" στο άρθρο 975 παρ.6 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε) συνάγεται και από την χρήση της ίδιας έννοιας "προέκυψαν" και στις λοιπές παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου όπως ίσχυε, αλλά και όπως ήδη ισχύει, καθόσον ως εκ της φύσεως των απαιτήσεων, δεν μπορεί να νοηθεί "βεβαίωση" αυτών (βλ.Ολ.ΑΠ 28/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα υπάρχοντα στην δικογραφία δικόγραφα και συναφή διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από τον αναιρεσίβλητο εις βάρος του οφειλέτου του Μ. Π. για την ικανοποίηση απαιτήσεώς του ποσού 43.881,19 ευρώ, εκπλειστηριάσθηκε την 21-5-2003 ειδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτου (αντιπαροχή διαμερίσματος) με επιτευχθέν πλειστηρίασμα 31.500 ευρώ.
Στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους: 1)το Ελληνικό Δημόσιο, προνομιακές απαιτήσεις από α1)1.756,63 ευρώ και β1)326,45 ευρώ, 2)το Τ.Ε.Β.Ε., συνολικές απαιτήσεις 33.043,07 ευρώ και 3)ο αναιρεσίβλητος, την ως άνω απαίτησή του. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, αφού αφήρεσε από το πλειστήριασμα τα από 5.525,72 ευρώ έξοδα εκτελέσεως, για τον απομείναν υπόλοιπο κατέταξε στον συνταγέντα πίνακα α1)το Ελληνικό Δημόσιο προνομιακώς στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πρό της τροποποιήσεώς του, για το σύνολο της απαιτήσεώς του από 2.083,08 ευρώ (1.756,63 + 326,45) και β1)στην έκτη προνομιακή σειρά, του ιδίου άρθρου, το Τ.Ε.Β.Ε.
για το απομείναν υπόλοιπο των 23.891,20 ευρώ. Όσον αφορά το περιεχόμενο του δικογράφου της αναγγελίας του Τ.Ε.Β.Ε., αυτό συνίστατο στο εξής: "....ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ....Σας στέλνομε την αναγγελία και ανάλυση λογαριασμού του ασφαλισμένου μας Π.. Μ. του Ι.. Με ΝΑΜ … του οποίου ο πλειστηριασμός έγινε στις 21-5-2003 με την υπ' αριθμόν 10 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου.
Παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες. Η Προϊσταμένη....", συμπληρώθηκε δε με συνημμένο έγγραφο, το οποίο είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΥΠΗΡ. ΣΗΜΕΙΩΜΑ. Ονοματ. ασφαλ. Π. Μ. ΤΟΥ Ι. - ΝΑΜ …. Επάγγελμα ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ. Δ/νση …. Έτος υπαγωγής στην ασφάλιση Ο1-7-1988. ΑΝΑΛΥΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ: (1)Χρονική περίοδος από 3/90 έως 3/90, κατηγορία Γ', κλάδος μικτά, μήνες και ποσόν οφειλής:
μήνες 1Χ120 = 120 ευρώ, προσθ. τέλη 9 ευρώ, (2) χρονική περίοδος από 4/90 έως 12/95, κατηγορία ΣΤ', κλάδος μικτά, μήνες και ποσόν οφειλής: μήνες 69Χ178 = 12.282 ευρώ, προσθ. τέλη 921,15 ευρώ, (3)χρονική περίοδος 1/96 έως 12/02, κατηγορία Ζ', κλάδος μικτά, μήνες και ποσόν οφειλής: μήνες 84Χ207 ευρώ =17.388 ευρώ, προσθ.τ έλη 1.304,1 ευρώ, (4)χρονική περίοδος από 1/03 έως 4/03, κατηγορία Η', κλάδος μικτά, μήνες και ποσόν οφειλής:
μήνες 4Χ242 ευρώ = 968 ευρώ, προσθ. τέλη 50,82 ευρώ. ΣΥΝΟΛΟ 33.043,07 ευρώ. Άγιος Νικόλαος 2-6-2003 ...Η προϊσταμένη....". Από τα δύο αυτά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: 1)Από το αναγγελτήριο, στο οποίο αναφέρεται, ότι η απαίτηση του Τ.Ε.Β.Ε στρέφεται κατά του "ασφαλισμένου" του, συνάγεται, ότι η απαίτηση αφορά ασφαλιστικές εισφορές και επομένως το περιστατικό αυτό συμπίπτει με το κατά το άρθρο 975 παρ.6 ΚΠολΔ, ως ίσχυε, πραγματικό περιστατικό, δηλαδή πρόκειται για απαίτηση οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία με την ίδια διάταξη κατατάσσεται στην έκτη σειρά των γενικών προνομίων και ως εκ τούτου δεν ήτο απαραίτητο το Τ.Ε.Β.Ε.
να ζητήσει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού ειδικώς την προνομιακή κατάταξή του. 2)Από το παραδεκτώς, κατά την εκτεθείσα σκέψη, συνυποβληθέν με το αναγγελτήριο από το Τ.Ε.Β.Ε. "ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ" προκύπτουν τόσον οι επί μέρους απαιτήσεις του Τ.Ε.Β.Ε., όσον και ο χρόνος γεννήσεως εκάστης, ο οποίος ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας του πλειστηριασμού.
Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει περαιτέρω, ότι η αναγγελία του Τ.Ε.Β.Ε., όπως συμπληρώθηκε από το συνυποβληθέν έγγραφο, ήταν ορισμένη, καθόσον περιείχε όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία. Το Εφετείο, αντιθέτως, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ως αόριστη την αναγγελία του Τ.Ε.Β.Ε. και απέρριψε την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ομοίως είχε κρίνει αόριστη την αναγγελία και, κατά παραδοχήν της σχετικής ανακοπής του αναιρεσίβλητου, είχε μεταρρυθμίσει τον σχετικό πίνακα κατατάξεως, είχε αποβάλει από αυτόν το Τ.Ε.Β.Ε και στην θέση του είχε κατατάξει τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο.
Με την κρίση του όμως αυτήν, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμησιν από τον ίδιο αριθμό, είναι βάσιμος.
Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.125/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ