Legislator Case Law & Legislation
1857/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on guarantee validity, remanding case to lower court for further examination.

Case Number 1857/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of corporate guarantees. The lower court had incorrectly applied Article 23a of the 1920 Law on Guarantees, failing to recognize the invalidity of guarantees provided by a company to its own shareholder who also acted as the principal debtor. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment on this specific point and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Article 23a paragraph 1 of the Law on Guarantees of 1920; A guarantee provided by a company to a shareholder who is also the principal debtor is invalid if the shareholder acted in a dual capacity, requiring the guarantee to be declared void.

Keywords

AI generated
corporate guarantee validity conflict of interest Article 23a 1920 Law shareholder dual capacity remand for retrial annulment of judgment corporate law

Cited Legislation

AI generated
Article 533 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 17 of the Constitution
Articles 6 & 1 of the ESDA
Article 1 paragraph 1 of the First Additional Protocol
Article 23a paragraph 1 of the Law on Guarantees of 1920
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1857 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1857/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΛΥΜΠΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΚΟΛΥΜΠΙΑ), η οποία εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Διονυσία Μουζάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "CΑΤRΙΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑL SΑ (CATRIA), η οποία εδρεύει στην Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Εταιρεία με την επωνυμία BELMARITA HΟLDINGS LIMITED η οποία εδρεύει στη Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α.την 17-8-2002 αγωγή, β.την από 24-7-2003 ανταγωγή και γ.την από 25-7-2003 αίτηση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1734/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 411/2006 προδικαστική και 1059/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2008 αίτησή της και τους από 12-3-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κατά παραδοχή του αναφερομένου στο σκεπτικό λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το εφετείο δεν εφαρμόζει ούτε τον μεταγενέστερο νόμο με αναδρομική ισχύ, εκτός αν περιέχει ρητή διάταξη ότι εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς στο εφετείο δίκες ή αν αυτό συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του και συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 &1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και στην οποία(περιουσία) περιλαμβάνονται, όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες, εφόσον υπάρχει βάσιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Έτσι, είναι μεν δυνατή η μέσω αναδρομικής ισχύος νόμου απόσβεση ή κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, υπό την άνω έννοια, που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο όμως εφόσον αυτή επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή όμως των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 6/2007).

Περιουσιακό δικαίωμα, με την παραπάνω έννοια, προστατευόμενο από τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, αποτελεί και η κατά τα άρθρα 847 επ. ΑΚ αξίωση του δανειστή, έναντι εκείνου που εγγυήθηκε για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, αν δεν το πράξει ο τελευταίος. Περαιτέρω, με το άρθρο 33 ν. 3604/2007 "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου ν.2190/1920 περί ΑΕ", η ισχύς του οποίου άρχισε την 8.8.2007, αντικαταστάθηκε το άρθρο 23α του ν.2190/20 και με τις διατάξεις των παρ.5 και 6 της νέας αυτής διάταξης, διευρύνθηκαν τα πρόσωπα προς τα οποία απαγορεύεται, με ποινή απόλυτης ακυρότητας η παροχή δανείων η εγγύησης της εταιρίας και ορίσθηκε ότι απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρες (εξαιρουμένης της παροχής εγγύησης ή άλλης ασφάλειας που παρέχεται με τις διατυπώσεις του εδ.β της παρ.1) συμβάσεις δανείων ή εγγύησης της εταιρίας προς τα μέλη του Δ.Σ.

αυτής ή πρόσωπα που ασκούν έλεγχο της εταιρίας, στους συζύγους και συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και στα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τα πρόσωπα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι Εφετείο παρά τον νόμο δεν εφάρμοσε τις ισχύουσες, κατά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέες ως άνω διατάξεις του άρθρου 23α ν. 2190/1920 και ακολούθως δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι είναι έγκυρη η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εγγύησης και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 23α ν.2190/20, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 33 ν.3604/07, η ισχύς των οποίων άρχισε την 8.8.2007.

Με το άρθρο 11 παρ.4 ν. 148/1967 "Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς κλπ" ορίζονται τα εξής: "Απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιωμάτων ή άλλης επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, τροποποιουμένων των άρθρων 15 και 47 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου α)....ζ) η μεταβίβασις μετοχών, ιδιωτικών τίτλων και ομολογιών εν γένει".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1ε του από 26 Ιουλίου 1931 Π.Δ/τος "Περί Κώδικος Νόμων Τελών Χαρτοσήμου", με την οποία ορίζεται ότι "εφ' όσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν σύμβασιν συνάπτονται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχήν υποθήκης, ενεχύρου, εγγυήσεως πάσης φύσεως, ως και πάσης άλλη ασφαλείας ή ποινικών ρητρών, εάν μεν υπεβλήθη εις το κατά το κλιμακιο1 του άρθρου 12 τέλος η κυρία σύμβασις, το δε παρεπόμενο συμφωνήται δια του αυτού εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος", προκύπτει ότι τόσο η κυρία σύμβαση με την οποία συμφωνείται η μεταβίβαση μετοχών, όσο και η με το αυτό έγγραφο συναπτόμενη παρεπόμενη σύμβαση εγγύησης, δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχείο Β, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ως έγκυρες τις μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των πρωτοφειλετών κύριες συμβάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσίβλητες ανέλαβαν στην υποχρέωση να αγοράσουν μετοχές μέσω του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και να μεταβιβάσουν αυτές στους πρωτοφειλέτες έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, την καταβολή του οποίου εγγυήθηκε η αναιρεσείουσα, μολονότι οι κύριες αυτές συμβάσεις δεν είχαν υποβληθεί σε τέλος χαρτοσήμου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12, 13 παρ.1α,14, 15, παρ.1α, 24 παρ.

δ, 51 παρ.2 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, είναι αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851, 853 και 866 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ' εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.

Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής. Στις αμφοτεροβαρείς όμως συμβάσεις, όπως είναι και η πώληση (ΑΚ 513 επ.), οι εκατέρωθεν παροχή και αντιπαροχή βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, εκδήλωση δε της αρχής αυτής αποτελεί η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), με την οποία, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ των συμβαλλομένων (προεκπλήρωση της παροχής του ενός), γεγονός που μπορεί να προκύπτει και σιωπηρώς όταν ο οφειλέτης υποχρεούται σε προεκπλήρωση, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, αποκρούεται ο δανειστής με την προβολή της γνησίας αναβλητικής ένστασης από το άρθρο 374 ΑΚ, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, η δε παραδοχή της δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 378 ΑΚ, έχει ως αποτέλεσμα ότι ο εναγόμενος οφειλέτης καταδικάζεται στην παροχή με τον όρο ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον άλλον της αντιπαροχής που τον βαρύνει.

Η ένσταση αυτή παραδεκτώς προτείνεται και από τον εναγόμενο εγγυητή, προς απόκρουση της εναντίον του ασκηθείσας από τον δανειστή καταψηφιστικής και όχι αναγνωριστικής αγωγής, ισχυριζομένου (του εναγομένου εγγυητή) ότι ο ενάγων δανειστής δεν δύναται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη, επομένως ούτε κατά του εγγυητή, εφόσον δεν έχει εκπληρώσει ή δεν προσφέρεται να εκπληρώσει την αντιπαροχή του στον πρωτοφειλέτη.

Για το παραδεκτό όμως της προβολής της αναβλητικής αυτής ένστασης από τον εναγόμενο εγγυητή, απαιτείται όπως αυτός προσεπικαλεί στη σχετική δίκη τον πρωτοφειλέτη, διότι χωρίς την παρουσία του τελευταίου σ' αυτή δεν είναι δυνατή η καταδίκη του ενάγοντος δανειστή στην εκπλήρωση της παροχής του προς τον πρωτοφειλέτη, εκτός αν ενάγονται τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής.

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2ο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο, που δέχθηκε την εναντίον της εξ εγγυήσεως αναγνωριστική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις εξής αιτιάσεις: α) ότι με το να δεχθεί την εναντίον της αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340, 341, 349 και 353 ΑΚ, διότι οι εναγόμενες πρωτοφειλέτριες εταιρίες, την πληρωμή των οφειλών των οποίων στις ενάγουσες αυτή εγγυήθηκε, δεν κατέστησαν υπερήμερες περί την καταβολή της παροχής τους (συμφωνηθέντος τιμήματος, ποινικής ρήτρας και προσαύξηση του τιμήματος), αφού οι ενάγουσες, εκ προσυμφώνου πωλήτριες των μετοχών, δεν προσέφεραν αυτές πραγματικά και προσηκόντως στις αγοράστριες, ούτε μέχρι τη συμφωνηθείσα χρονολογία κατάρτισης της οριστικής σύμβασης, ούτε μετ' αυτή, β)ότι αναγνωρίζοντας (το Εφετείο), όπως και το πρωτοδικείο, πως η ήδη αναιρεσείουσα εγγυήτρια υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες το συμφωνηθέν, μεταξύ των εναγουσών και των πρωτοφειλετών, ποσό του τιμήματος αγοραπωλησίας μετοχών, πλέον συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και συμφωνηθείσας επίσης προσαύξησης του τιμήματος, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι χωρίς αιτιολογίες δέχεται πως οι πρωτοφειλέτριες, την οφειλή των οποίων εγγυήθηκε η αναιρεσείουσα, κατέστησαν υπερήμερες με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας, προς εκπλήρωση της παροχής, μολονότι αυτή (αναιρεσείουσα), με λόγο έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες δεν προσέφεραν τη συμβατική παροχή τους (προσυμφωνηθείσες προς πώληση μετοχές της εταιρίας ....) και γ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι οι ενάγουσες εκ προσυμφώνου πωλήτριες δεν προσέφεραν στις πρωτοφειλέτριες αγοράστριες την αντιπαροχή τους (μετοχές).

Ο λόγος αυτός, και κατά τα τρία ως άνω σκέλη του, είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας (εγγυήτριας), που τον στηρίζουν, εκτιμώμενοι ως ένσταση μη εκπλήρωσης της αντιπαροχής των εναγουσών προς τις πρωτοφειλέτριες (ΑΚ 374), απαραδέκτως προτάθηκαν προς απόκρουση της αναγνωριστικής εναντίον αυτής αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων δανειστών.

Κατά το άρθρο 23α & 1 εδ. α' του ν.2190/1920, "περί ανωνύμων εταιριών", που προστέθηκε με το άρθρο 4 ν.5076/31, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ.4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 π.δ.409/86 και άρθρο 2 του π.δ.498/1987, ίσχυε δε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν.3604/07, "Δάνεια της εταιρίας προς τους ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου ή συζύγους των ανωτέρω, ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ'οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα".

Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων μιάς ανώνυμης εταιρίας, τα οποία ασκούν έλεγχο αυτής και διαχειρίζονται την περιουσία της. Από τον επιδιωκόμενο με τη διάταξη αυτή ως άνω σκοπό, που συνίσταται στη διατήρηση του μετοχικού κεφαλαίου προς επίτευξη του εταιρικού σκοπού, προκύπτει ότι οι άνω συμβάσεις είναι απολύτως άκυρες και όταν αυτές συνάπτονται μεταξύ εταιρίας και τρίτων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι (τρίτοι) ενεργούν ως παρένθετα πρόσωπα των ανωτέρω (διευθυντών, μελών διοίκησης κλπ), αφού και στην περίπτωση αυτή αληθινά αντισυμβαλλόμενος και αποκτών ωφελήματα από την εταιρία είναι όχι το παρένθετο πρόσωπο, αλλά το κρυπτόμενο από αυτό.

Στην έννοια της εγγύησης, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 23α ν.2190/1920, περιλαμβάνεται, όχι μόνο η κατά το άρθρο 847 ΑΚ εγγύηση, αλλά και κάθε άλλη εγγυητική σύμβαση με την οποία η εταιρία αναλαμβάνει έναντι του αντισυμβαλλομένου της την ευθύνη ότι στην περίπτωση επέλευσης κάποιου πραγματικού ή νομικού αποτελέσματος ή τη συνέχιση μιάς κατάστασης, θα ευθύνεται σε αποζημίωση (ΟλΑΠ 19/2006), καθώς και εγγραφή προσημείωσης υποθήκης που χορηγήθηκε προς εξασφάλιση της απαίτησης του αντισυμβαλλομένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάστηκαν α) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία οι ενάγουσες, επικαλούμενες σύμβαση εγγύησης που καταρτίσθηκε μεταξύ μιάς εκάστης εξ αυτών και της εναγομένης και δυνάμει της οποίας η τελευταία εγγυήθηκε προς αυτές ως αυτοφειλέτης την καταβολή της οφειλής των πρωτοφειλετριών εταιριών και ότι οι πρωτοφειλέτριες δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, την καταβολή των οποίων εγγυήθηκε η εναγομένη και β) ανταγωγή της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά των εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων), με την οποία αυτή (αντενάγουσα) ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταξύ αυτής και των αντεναγομένων καταρτισθείσας σύμβασης εγγύησης, ως απαγορευμένη από το άρθρο 23α ν.2190/20, διότι η εγγύηση αυτή δόθηκε ουσιαστικά υπέρ του Δ1 που ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 1734/2005 οριστική του απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την ανταγωγή. Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση και προσθέτους λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1059/2007 απόφασή του, απέρριψε την έφεσή της, δεχθέν ανελέγκτως ως, αποδειχθέντα, τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ότι με τα από ... ιδιωτικά συμφωνητικά, όπως εν μέρει τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ α) της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας (CATRINA) και της εταιρίας με την επωνυμία "..." και β) της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας (BELMARITA) και της εταιρίας με την επωνυμία "...", οι άνω συμβαλλόμενες εταιρίες CATRINA και BELMARITA ανέλαβαν την υποχρέωση να αγοράσουν, με δικά τους χρήματα και για δικό τους λογαριασμό, μετοχές της εισηγμένης στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών εταιρίας με την επωνυμία "...", τις οποίες υποσχέθηκαν να πωλήσουν και οι εντολείς τους ανέλαβαν την υποχρέωση να αγοράσουν, είτε οι ίδιες είτε οι υποδειχθησόμενοι από αυτές (εντολείς) τρίτοι, μέχρι του συμφωνηθέντος χρόνου και έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, προσαυξανομένου του τιμήματος αυτού, κατά ποσοστό 13,5% ετησίως, από της καθυστερήσεως κατάρτισης της σύμβασης πώλησης των μετοχών, πλέον ποινικής ρήτρας 2% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Ότι στις άνω έγγραφες συμβάσεις συνεβλήθησαν ο Δ1 και η ήδη αναιρεσείουσα εταιρία "ΚΟΛΥΜΠΑ", οι οποίοι εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες την καταβολή της οφειλής των πρωτοφειλετριών εταιριών ... και .... Ότι οι άνω εντολοδόχοι και εκ προσυμφώνου πωλήτριες των μετοχών, σε εκτέλεση της εντολής, αγόρασαν και απέκτησαν, με τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ...., μετοχές της τελευταίας αυτής εταιρίας, τις οποίες όμως οι εντολείς εταιρίες δεν αγόρασαν κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, με αποτέλεσμα να οφείλουν σε κάθε μία εξ αυτών το ποσό των 2.820.899,67 και 2.266.032,76 ευρώ, την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε και η ήδη αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό (ένσταση) της ήδη αναιρεσείουσας εγγυήτριας, ότι οι εν λόγω συμβάσεις εγγύησης είναι άκυρες, σύμφωνα με το άρθρο 23α παρ.1 ν.2190/1920, διότι κύριος μέτοχος τόσο των πρωτοφειλετών εταιριών (εντολέων και εκ προσυμφώνου αγοραστών των μετοχών) υπέρ των οποίων αυτή εγγυήθηκε, όσο και της ίδιας της αναιρεσείουσας εγγυήτριας, είναι ο Δ1, ο οποίος, κατά τον χρόνο παροχής των εγγυήσεων, ήταν και αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

της αναιρεσείουσας εγγυήτριας, η δε εγγύηση δόθηκε πράγματι προς αυτόν που ενεργούσε με παρένθετο πρόσωπο την πρωτοφειλέτρια εταιρία, δέχθηκε ότι οι εγγυήσεις της αναιρεσείουσας είναι έγκυρες, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του Δ1 ως κυρίου μετόχου των πρωτοφειλετών εταιριών και ως αντιπροέδρου του Δ.Σ.

της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23α & 1 ν.2190/1920, όπως βασίμως αιτιάται, κατ' εκτίμηση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι της ήδη αναιρεσείουσας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων του κύριου και του πρόσθετου αναιρετηρίου, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1059/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ