1857/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1995 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 374/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1857/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφρανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Full text
Απόφαση 1857 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1857/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) .... 2) ..... και 3) ..... Οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη, ο οποίος δήλωσε ότι η 3η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 9-4-2006 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ...... η οποία εκπροσωπείται δι' εμού βάσει πληρεξουσίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δημοσίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που εδρεύει στο Βερολίνο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1995 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 374/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφρανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27 Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τις συμβάσεις προσχωρήσεως νέων μελών σ' αυτή, που τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με το ν. 1814/1988, και ήδη ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων προς το σκοπό, παράλληλα προς την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεωρείται και αυτή ως αναγκαίος όρος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Οι ρυθμίσεις τόσο της Συμβάσεως των Βρυξελλών όσο και του Κανονισμού, παρά τον αποκλειστικό χαρακτήρα τους εντός του πεδίου εφαρμογής τους, δεν θίγουν, μη αναφερόμενες άλλωστε σ' αυτούς, τους δημοσίου διεθνούς δικαίου κανόνες που περιορίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αντιστοίχως, εισάγοντας εξαίρεση ως προς την υπαγωγή σε αυτά ορισμένων προσώπων (ετεροδικία), μεταξύ των οποίων και οι ξένες πολιτείες ως προς τις κυριαρχικές πράξεις τους (πράξεις jure imperii), και των σχετικών υποθέσεων, όπως αυτές που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, γεννώμενες από ζημιογόνες πράξεις στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου.
Οι κανόνες που καθιερώνουν την ετεροδικία, υπαγορευόμενοι από την αρχή της κυρίαρχης ισότητας μεταξύ των πολιτειών (par in parem non habet imperium), διαφοροποιούνται από τους λοιπούς περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες, οι οποίοι δεν διαμορφώνονται με κριτήρια αναγόμενα στην προαναφερόμενη αρχή, αλλ' επιτελούν λειτουργία κατανεμητική των υποθέσεων που εμφανίζουν διεθνή στοιχεία μεταξύ των διαφόρων κρατών, με βάση άλλα, προεχόντως αντικειμενικά κριτήρια.
Εξάλλου, ο θεσμός της ετεροδικίας, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την λειτουργία της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς. Επομένως, θα υπερέβαινε τους εξυπηρετούμενους με τη Σύμβαση των Βρυξελλών και του Κανονισμού κατά τα άνω σκοπούς η παραδοχή ότι οι περιεχόμενες στις διατάξεις τους ρυθμίσεις εκτοπίζουν σιωπηρώς τους σχετικούς με την ετεροδικία κανόνες (βλέπε και σημείο 4 του προοιμίου του Κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο ο κανονισμός περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων του και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς τούτο όρια).
Σε κάθε περίπτωση, υποθέσεις όπως οι προαναφερόμενες δεν εμπίπτουν στην έννοια των "αστικών και εμπορικών υποθέσεων", επί των οποίων εφαρμόζονται τόσο η Σύμβαση των Βρυξελλών, όσο και ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτών. Διότι στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις θεμελιούμενες σε πραγματικό συνδεόμενο με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, έστω και αν αυτές έχουν αποκλειστικώς περιουσιακό χαρακτήρα, όπως είναι οι αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ αποφ.
Της 15.2.2007, υποθ. C-292/05). Επομένως, η ένδικη υπόθεση εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι η κύρια παρέμβαση των αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου Δημοσίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με την οποία οι κυρίως παρεμβαίνοντες ζητούσαν την αναγνώριση αξιώσεώς τους προς αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας που υπέστησαν αυτοί από πράξεις των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, είναι απορριπτέα ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας του οποίου απολαύει το Γερμανικό Κράτος για πράξεις συνδεόμενες με την άσκηση πολιτειακής δημόσιας εξουσίας, όπως είναι οι ανωτέρω. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ κηρύσσοντας απαράδεκτο παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι εν λόγω Σύμβαση και Κανονισμός δεν εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2005 αίτηση των (αναφέρονται 3 ονόματα) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ