Legislator Case Law & Legislation
1857/2006 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal on abuse of right due to financial hardship and bad faith.

Case Number 1857/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the lower court's dismissal of an airline's appeal regarding a debt claim. The airline argued that the debtor's prolonged inaction and refusal to pay constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, creating an unjust economic burden. The court agreed, finding the debtor's conduct violated good faith and fairness, and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Abuse of right is established when the exercise of a legal right, due to prior conduct or circumstances, creates a clear contradiction with good faith and fair dealing, causing disproportionate economic harm to the other party.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle economic hardship Civil Code Article 281 remand for retrial legal bad faith proportionality of harm

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 332 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 17/1995
OL. AP 19/1998
OL. AP 1339/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1857 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1857/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε τροποποιήσεως ένεκα των άρθρων 1 και 2 του Κεφ.Α του εταιρικού καταστατικού αυτής, από της δημοσιεύσεως σχετικής ανακοίνωσης στο ΦΕΚ-Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της 19 Φεβρουαρίου 2004 σε "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου και Ανδρέα Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 961/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2004 αίτησή της και τους από 27/6/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 17/1995, 19/1998). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ.

ΑΠ 8/2001, 1/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 15.3.2001 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι εργάζεται από τις 20.4.1977 στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ως ιπτάμενη συνοδός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, μολονότι γνωστοποίησε σ' αυτή την γέννηση των τριών τέκνων της, δεν της χορήγησε η τελευταία το επίδομα από 5% επί των αποδοχών της για κάθε τέκνο κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1999 μέχρι 8.9.2000.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 1.190.958 δρχ. με το νόμιμο τόκο. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η αναιρεσίβλητη από την γέννηση των τέκνων της κατά τα έτη 1980, 1983 και 1989 αντίστοιχα και εφεξής μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής της ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνων, ούτε γνωστοποίησε σ' αυτή τις αντιρρήσεις της ως προς το ύψος των αποδοχών της, μολονότι με τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα την καλούσε, όπως και όλο το προσωπικό της, να της γνωστοποιήσει εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών τυχόν αντιρρήσεις της ως προς το ύψος τους, θεωρουμένης, σε αντίθετη περίπτωση, ότι συμφωνεί ως προς αυτό.

Ότι από την εν λόγω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης της δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν έχει κατ' αυτής και δεν διατηρεί πλέον καμιά σχετική απαίτηση. Ότι, σε περίπτωση παραδοχής της ένδικης αγωγής, που δεν είναι η μόνη, αλλά πρόκειται περί μιας από τις πολλές εκκρεμείς αγωγές υπαλλήλων της με το ίδιο αντικείμενο της επιδικάσεως του επιδόματος τέκνων, θα επιβαρυνθεί αυτή οικονομικά και δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτές, καθόσον θα κλονισθεί ανεπανόρθωτα ο ελλειμματικός ήδη προϋπολογισμός της, ο οποίος για το έτος 1998 έχει εμφανίσει συσσωρευμένο έλλειμμα 65.154.675.048 δρχ.

και η ίδια βρίσκεται σε οριακό σημείο πτωχεύσεώς της. Ότι με βάση τους ν. 2271/1994 και 2602/1998 βρίσκεται στο στάδιο της εξυγιάνσεώς της, προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον, που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό και ότι για την επίτευξη του σκοπού αυτού έχει απαγορευθεί η αύξηση των τακτικών αποδοχών του προσωπικού αυτής για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 μέχρι 31.12.2000, καθώς επίσης έπαυσε η καταβολή ή μειώθηκε δραστικά η καταβολή του επιδόματος τροφής.

Ότι το ίδιο ως άνω έλλειμμα του προϋπολογισμού της προβλέπεται να υπάρξει και κατά τα έτη 1999 και 2000 και ότι, λόγω απεργίας του προσωπικού της και διαφόρων άλλων λόγων, έχει απολέσει κατά τη διάρκεια των ετών 1998-1999 περισσότερο από 800.000 επιβάτες, που σημαίνει μείωση κατά 50% της δραστηριότητάς της. Ότι αξίωση καταβολής επιδόματος τέκνων έχουν 1600 περίπου υπάλληλοί της, που, σε περίπτωση δικαιώσεώς τους, θα έχει ως αποτέλεσμα την εκταμίευση από το ταμείο της του ανυπάρκτου σ' αυτό ποσού των 1.600.000.000 δρχ.

και εντεύθεν, την πτώχευση αυτής και των απόλυση των 6.000 περίπου υπαλλήλων της. Ζήτησε δε, κατόπιν του ιστορικού αυτού, την απόρριψη της αγωγής. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας, ως νόμω αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατά το νόμο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης αντίκειται στις καθοριζόμενες από την εν λόγω διάταξη αρχές, αφού η ανωτέρω εκτιθέμενη συμπεριφορά της τελευταίας δικαιολογεί στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται η αναιρεσίβλητη να ασκήσει την αξίωσή της αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής συγκεκριμένη κατάσταση, η αναδρομική ανατροπή της οποίας θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής για την αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι, ενόψει του ότι το αξιούμενο για την ίδια αιτία από ικανό αριθμό υπαλλήλων της ποσό των 1.600.000.000 δρχ., λόγω του πάγια ελλειμματικού προϋπολογισμού της και του ότι αυτή βρίσκεται στο στάδιο της εξυγιάνσεώς της, είναι αδύνατο να εκταμιευθεί.

Έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται στον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Εξάλλου, η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου των σχετικών λόγων της αναιρέσεως, λόγω δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 8739/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι προτείνεται με τις προτάσεις αυτής, που κατατέθηκαν εκπροθέσμως, ήτοι σε λιγότερο των είκοσι ημερών πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31.10.2006) και συγκεκριμένα στις 27.10.2006, (άρθρο 570 παρ. 1β ΚΠολΔ), το δε δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, πλην όμως δεν αφορά αυτό τη δημόσια τάξη και συνεπώς, δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν δεν είχε προταθεί ρητώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1339/1985). Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, ως βάσιμοι στην ουσία τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 113/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ