Supreme Court allows appeal in labor dispute over severance pay net amount calculation and tax treatment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision regarding severance pay, finding the lower court's reasoning on net amounts legally flawed. The employer argued the agreement specified gross amounts, while the court held the agreement clearly referred to net amounts after deductions. Consequently, the court annulled the contested judgment, remitted the case for retrial, and ordered the employees to pay the employer's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The court must annul a judgment if the lower court fails to correctly interpret the agreement regarding the net amount of severance pay, as the agreement explicitly defined the net benefit to be received after deductions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1856 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1856/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η .../2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από ...-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η .../2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η .../2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από ...-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2021) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. .../2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος ως Δικαστηρίου της παραπομπής μετά την έκδοση της υπ' αριθ. .../2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. .../2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (.../2020) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 2-6-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. .../2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από ...-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2010) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της υπ' αριθ. .../2018 αναιρετικής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτήν αναιρέθηκε η υπ' αριθ. .../2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατ' άρθρο 345 του ΑΚ, αποζημίωσης ποσού 27.097,56 ευρώ, 16.979,89 ευρώ και 22.746,06 ευρώ αντίστοιχα, προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστησαν από τη μεταβολή του φορολογικού καθεστώτος ως προς τη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης, η οποία (μεταβολή) είχε ήδη επέλθει κατά τον χρόνο της καταγγελίας (30-4-2010) από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στα πλαίσια υλοποίησης του προγράμματος εθελουσίας εξόδου που αυτή είχε εκπονήσει και στο οποίο συμμετείχαν οι τελευταίοι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεθείσας απόφασης, κατά τον ανωτέρω χρόνο η αναιρεσείουσα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την καταγγελία των επίδικων συμβάσεων.
Ειδικότερα, με την ως άνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι: ".... το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε αντιφατικές και συνάμα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αναφορικά με τον χρόνο αποχώρησης αυτών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη του ότι, σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου, οι αποχωρήσεις των πιο πάνω στελεχών της αναιρεσείουσας θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την 31.3.2010, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι στην από 31.8.2009 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας, με την οποία εγκρίθηκαν και ονομαστικώς οι αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων υπαγωγής αυτών στο ως άνω Πρόγραμμα, αναφερόταν ότι οι αποχωρήσεις όλων των παραπάνω στελεχών θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31.12.2010.
Κατά συνέπεια, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν κατά τη συμφωνία των μερών οι αποχωρήσεις των στελεχών της αναιρεσείουσας, βάσει δηλαδή όρου του άνω Προγράμματος ή βάσει απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής, στην οποία παρέπεμπε όρος του ως άνω Προγράμματος, θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2010 ή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να κριθεί εάν στις 30 Απριλίου 2010, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, είχε καταστεί υπερήμερη ή όχι ως προς την υποχρέωσή της αυτή και συνακόλουθα εάν υπείχε ή όχι περαιτέρω υποχρέωση αποκατάστασης της θετικής ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την ως άνω καθυστέρηση, συνεπεία αλλαγής του φορολογικού καθεστώτος στη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης.
Η πλημμέλεια αυτή δεν αίρεται από την παραδοχή σε άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για την περίπτωση παραμονής στην αναιρεσείουσα στελέχους αυτής, που είχε υπαχθεί στο πρόγραμμα με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη, προβλεπόταν μείωση του ύψους των οφειλομένων πρόσθετων μισθών κατά ποσοστό 2% μηνιαίως, με βάση σχετικό όρο του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου, ή ότι στις οικονομικές καταστάσεις της αναιρεσείουσας προβλεπόταν η καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων μέχρι τις 31.3.2010.
Ούτε, επίσης, αυτή αίρεται από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπό το προηγούμενο φορολογικό καθεστώς "συμφωνήθηκε το μικτό και καθαρό ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης των εναγόντων", καθότι οι επιδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικές διαφορές, λόγω μεταβολής του φορολογικού καθεστώτος, αναφέρονται σε αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της βλάβης των αναιρεσιβλήτων και όχι σε οφειλόμενες από τη σύμβαση παροχές.
Άλλωστε και η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση των στελεχών της αναιρεσείουσας προβλεπόταν, βάσει των όρων του Προγράμματος, η καταβολή του 120% της αποζημίωσης απόλυσης του Ν. 2112/1920 και επιπλέον ένας αριθμός πρόσθετων μισθών, αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε ακαθάριστες (μεικτές) αποδοχές και δεν αφορά καθαρή αποζημίωση, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επιπλέον παραδοχή περί συνομολόγησης σχετικού όρου μεταξύ των μερών, από τον οποίο να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένου καθαρού ποσού ως αποζημίωση απόλυσης.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό σχετικές πλημμέλειες, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, είναι βάσιμος".
Κατόπιν αυτού, με την ως άνω υπ' αριθ. 1080/2018 αναιρετική απόφαση παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, το οποίο με την υπ' αριθ. .../2020 απόφασή του (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής εντός των ορίων που διαγράφονται με την εν λόγω αναιρετική απόφαση (άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της. Με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ορίζεται ότι "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Η ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει τόσο από τη γραμματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι δεν διακρίνει αν η ζημία προέρχεται από παραβίαση σύμβασης ή από αδικοπραξία, όσο και από τη συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών (άρθρα 287 - 334), αλλά και από την τελολογική της ερμηνεία, που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης "δανειστής" οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής, συνάγεται ότι εφαρμόζεται στις αποζημιώσεις τόσο από αδικοπρακτική, όσο και από ενδοσυμβατική ευθύνη.
Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, ως "περιουσία του δανειστή" νοείται το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών, ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ' αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπράγματων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις. Έτσι, συνιστά θετική ζημία η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, όταν υπάρχει μείωση του ενεργητικού, αλλά και αύξηση του παθητικού.
Επίσης, θετική ζημία του δανειστή υπάρχει και όταν δεν μειώνεται μεν η περιουσία του, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν, δηλαδή θα είχε αύξηση του ενεργητικού (ΑΠ 1080/2018, 27/2017). Περαιτέρω, ως αποδοχές, που ορίζονται από το νόμο ή τη σύμβαση, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι αξιώσεις του εργαζομένου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η τυχόν συμφωνηθείσα μεγαλύτερη της νόμιμης αποζημίωση απόλυσης, νοούνται οι ακαθάριστες (μεικτές) αποδοχές του εργαζομένου, τα δε ποσά, τα οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά νόμο, να παρακρατεί από τις οφειλόμενες αξιώσεις του εργαζομένου και να αποδίδει σε ορισμένους τρίτους ή το Δημόσιο, όπως είναι ο προβλεπόμενος από το νόμο φόρος επί της αποζημίωσης απόλυσης, εφόσον αυτή υπερβαίνει ορισμένο ύψος (άρθρο 5 παρ. 6 του Ν. 3842/2010 - ΦΕΚ Α' 58/23.4.2010), περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζομένου, που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις αξιώσεις του τελευταίου από την εργασιακή σχέση, και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, εργασιακές αξιώσεις (καθόσον αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της συναφούς δίκης), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζομένων με αυτήν αξιώσεων του εργαζομένου και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 1080/2018, 506/2017, 1131/2015, 1642/2012, 383/2012, 113/2012, 332/2008, 203/2008, 2018/2007, 1678/2007, 1171/2007).
Δεν αποκλείεται βεβαίως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ορισμένη παροχή, όπως είναι η συμφωνημένη μεγαλύτερη της νόμιμης αποζημίωση απόλυσης, θα είναι καθαρή, υπό την έννοια ότι ο μισθωτός θα λάβει στα χέρια του το συμφωνημένο ποσό, ανεξαρτήτως κρατήσεων, φόρων ή άλλων οφειλών σε τρίτους, τούτο όμως πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από τη μεταξύ των μερών συμφωνία (ΑΠ 1080/2018, 203/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής ενοχής, ο δανειστής δικαιούται να αξιώσει επιπλέον αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση (όχι όμως και το διαφυγόν από την καθυστέρηση κέρδος), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340 και 341 εδ.
β' ΑΚ, που ορίζουν πότε ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, προκύπτει ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης του δανειστή προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας από την καθυστέρηση καταβολής οφειλόμενης σε αυτόν χρηματικής παροχής, είναι η υπερημερία του εργοδότη, δηλαδή η πάροδος του χρόνου εκπλήρωσης της παροχής κατά τα άρθρα 323 και 324 ΑΚ, για την οποία εκπλήρωση μπορεί να είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ορισμένη (δήλη) ημέρα (ΑΠ 1080/2018, 1801/2014, 344/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022), επιπλέον δε, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 επ. και 361 ΑΚ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ο πρώτος την 1-10-1975, ο δεύτερος την 1-6-1981 και ο τρίτος τον Αύγουστο του 1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξελίχθηκαν βαθμολογικώς, μετά από διαδοχικές προαγωγές τους, μέχρι το βαθμό του Συντονιστή Διευθυντή.
Στις 25-6-2009 ανακοινώθηκε από την εναγομένη το με αριθμό πρωτ. 31 "Πρόγραμμα Συναινετικών Καταγγελιών για ανώτερα στελέχη της εταιρείας που δεν υπάγονται στο από 25-1 1-2008 πρακτικό συμφωνίας με το Σύλλογο", που αφορούσε στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου των Διευθυντών και των συνδικαλιστών που εξομοιώνονται με Διευθυντές.
Το εν λόγω πρόγραμμα κατατέθηκε και ενεκρίθη, τόσο από την Εκτελεστική Επιτροπή της 9-6-2009, όσο και από τη Γενική Συνέλευση της 29-6-2009. Προέβλεπε δε ρητώς, ως κίνητρα για την πρόωρη αποχώρηση των ανωτέρω Διευθυντών, την καταβολή του 120% της αποζημίωσης απόλυσης του Ν. 2112/1920 και επιπλέον έναν αριθμό πρόσθετων μισθών, που κλιμακώνονταν (από 10 έως 28) αναλόγως με τον χρόνο συμπλήρωσης του ορίου αποχώρησης του κάθε στελέχους σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας.
Σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, οι αποχωρήσεις των πιο πάνω στελεχών της εναγομένης θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την 31-3-2010. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο αποχώρησης κάθε στελέχους εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος θα καθοριζόταν ατομικά μαζί του, προκειμένου να υλοποιηθούν ομαλά οι αντικαταστάσεις των αποχωρούντων.
Εξάλλου, στο ανωτέρω πρόγραμμα προβλεπόταν ότι, σε περίπτωση παραμονής του στελέχους πέραν της 31-3-2010, θα υπήρχε μείωση των συμφωνημένων πρόσθετων μισθών παροχών, κατά ποσοστό 2% κάθε μήνα.... με σκοπό η εναγόμενη να επιτύχει την πλήρη αποχώρηση των ενταχθέντων στο πρόγραμμα ανωτέρων στελεχών της μέχρι την 31-3-2010 το αργότερο....
έθεσε την πιο πάνω ρήτρα μείωσης των πρόσθετων μισθών για όσους θα αποχωρούσαν με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη μετά την 31-3-2010, καθιστώντας έτσι την παραμονή τους εντελώς ασύμφορη. Δυνάμει των ανωτέρω, άρχισε η διαδικασία υλοποίησης του συμφωνηθέντος προγράμματος, η εναγομένη δε, σχημάτισε πρόβλεψη για το πλήρες κόστος σε βάρος των οικονομικών αποτελεσμάτων της ήδη στις πρώτες επίσημες δημοσιευμένες Οικονομικές Καταστάσεις της 30-9-2009, που ακολούθησαν την από 31-8-2009 έγκριση του Προγράμματος από την Εκτελεστική Επιτροπή, καθώς και σε όλες τις επόμενες, ήτοι αυτές της 31-12-2009 και 31-3-2010....
στις ανωτέρω δημοσιευθείσες Οικονομικές Καταστάσεις οριζόταν ρητώς ότι το ποσό αυτό επρόκειτο να καταβληθεί στους δικαιούχους μέχρι την 31-3-2010. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη προϋπολόγισε και δημοσίευσε ήδη εντός του έτους 2009 το ακριβές ύψος των συμφωνημένων συναινετικών καταγγελιών προς τα ανωτέρω στελέχη της, ορίζοντας μάλιστα ως απώτερη ημερομηνία υλοποίησής τους την 31-3-2010.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι τρεις ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμη αίτηση συμμετοχής στο προκηρυχθέν Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, ήτοι στις 7-7-2009, 2-7-2009 και 8-7-2009, αντίστοιχα. Οι ως άνω αιτήσεις των εναγόντων, όπως και άλλων στελεχών της εναγόμενης, ενεκρίθησαν και ονομαστικώς με την από 31-8-2009 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της εναγομένης εταιρείας.
Στην ως άνω απόφαση αναφερόταν, εκτός άλλων, ότι οι αποχωρήσεις των παραπάνω στελεχών θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31-12-2010 και ότι θα συζητηθεί στους επόμενους δύο μήνες, μεμονωμένα για κάθε στέλεχος, η συγκεκριμένη ημερομηνία αποχώρησής του, ώστε να μπορεί να συνεχίζεται η ομαλή λειτουργία της εταιρείας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η καταβολή από την εναγομένη του καθαρού ποσού των συμφωνημένων κινήτρων στους ενάγοντες ήταν συμβατικά εγγυημένη, αφού αυτή (εναγομένη) προκήρυξε και αποδέχθηκε τη συμμετοχή των εναγόντων σε ένα Πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου που εγγυάτο στα προς αποχώρηση στελέχη της, μεταξύ των οποίων είναι και οι ενάγοντες, συγκεκριμένες πρόσθετες παροχές....
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η συμφωνία των εναγόντων με την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία σχετικά με το ύψος των πρόσθετων παροχών, δεν αφορούσε μόνο στο μικτό συνολικό ποσό αλλά πρωτίστως στο καθαρό ποσό που θα αποδιδόταν σε κάθε συμμετέχοντα, δηλαδή στο ποσό που θα εισέπραττε ο καθένας από τους ενάγοντες μετά από κρατήσεις και φόρους, και τούτο διότι το συμφωνηθέν μεταξύ τους καθαρό ποσό αποτελούσε το κίνητρο για την αποχώρηση των εναγόντων από την εναγομένη, το οποίο και αποτέλεσε περιεχόμενο της συμφωνίας τους.
Ωστόσο, επί της καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων υπήρξε καθυστέρηση σύμφωνα με τους όρους του ως άνω Προγράμματος (δηλαδή μέχρι την 31-03-2010), με αποτέλεσμα η εναγομένη να προβεί σε επιπρόσθετη αθέτηση των συμφωνηθέντων ειδικά ως προς το ύψος του καθαρού ποσού αποζημίωσης των εναγόντων. Συγκεκριμένα, η απόφαση περί καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων, ελήφθη τελικώς από την εναγομένη στις 23-4-2010, δηλαδή την ίδια ακριβώς ημέρα κατά την οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νόμος που μετέβαλε τον τρόπο φορολόγησης της αποζημίωσης απόλυσης, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά το καθαρό (μετά από φόρους και κρατήσεις) ποσό που τελικώς κατέβαλε η εναγομένη ως συμφωνημένη αποζημίωση απόλυσης.
Αποδείχθηκε δε ότι, σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος που συμφωνήθηκε, οι αποχωρήσεις των κατονομαζόμενων στελεχών της εναγομένης, θα έπρεπε να ολοκληρωθούν μέχρι τις 31-12-2009 και μόνο κατ' εξαίρεση η εταιρεία θα μπορούσε να ζητήσει την παραμονή του στελέχους ως τις 31-3-2010. Μετά τις 31-3-2010 προβλεπόταν υψηλό πρόστιμο παραμονής όσων θα εντάσσονταν στο πρόγραμμα, εφόσον βεβαίως παρέμεναν στην εναγομένη εταιρεία με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε καμία πρόθεση να παρατείνει την εθελούσια πέραν της 31-3-2010, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των επισήμως δημοσιευμένων Οικονομικών Καταστάσεών της 31-12-2009.... Ωστόσο, αν και σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος και την απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, θα έπρεπε εντός του διμήνου από 1-9-2009 έως 1-11-2009 να γίνει ο αναγκαίος προγραμματισμός αντικατάστασης των υπό αποχώρηση στελεχών, η διοίκηση της εναγομένης Εθνικής Ασφαλιστικής δεν προχώρησε σε ορισμό αντικαταστατών.
Μετά την πάροδο του προβλεπόμενου διμήνου, το συμφωνηθέν Πρόγραμμα ξεκινά να υλοποιείται σταδιακά.... Έτσι, στην εναγομένη παρέμειναν εργαζόμενοι στο επίπεδο του Συντονιστή Διευθυντή μόνον οι τρεις ενάγοντες, οι οποίοι, διαπιστώνοντας ότι οι συναινετικές αποχωρήσεις τους δεν υλοποιούνταν, όπως είχε συμφωνηθεί, επισκέφθηκαν αρκετές φορές τον τότε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης εταιρείας, Δ.
Π., από τον οποίο αιτήθηκαν προφορικά τον καθορισμό της ημερομηνίας αποχώρησής τους, αλλά και εγγράφως, με επιστολές αυτών τον Φεβρουάριο του 2010, λαμβάνοντας πάντοτε καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για την πιστή τήρηση των συμφωνηθέντων. Εξάλλου, η εναγομένη εταιρεία ποτέ δεν επικαλέστηκε υπηρεσιακές ανάγκες για την καθυστέρηση στην καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων....
το ως άνω Πρόγραμμα συνέχιζε να εκτελείται κανονικά, όσον αφορούσε σε άλλα στελέχη της εναγομένης.... Ωστόσο, την 24-3-2010 είχε ήδη κατατεθεί στη Βουλή το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο είχε τεθεί προς δημόσια διαβούλευση ήδη από τις 23-12-2009 και είχε εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο στις 19-3-2019. Το νομοσχέδιο αυτό προέβλεπε αύξηση του συντελεστή φορολογίας των αποζημιώσεων απολυομένων για ποσά άνω των 150.000 ευρώ, γεγονός που τελούσε σε γνώση της εναγομένης εταιρείας.
Κατόπιν αυτού, ο Διευθύνων Σύμβουλος της τελευταίας δήλωσε ότι η καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων των εναγόντων δεν θα καταγγελθεί παρά μόνο μετά την ψήφιση του νόμου, γεγονός που αντικειμενικά ήταν τουλάχιστον φορολογικά δυσμενέστερο για τους ενάγοντες. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η καθυστέρηση καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των εναγόντων, οφειλόταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης εταιρείας, η οποία γνώριζε την επικείμενη αύξηση του φορολογικού συντελεστή των αποζημιώσεων των εναγόντων.
Εξαιτίας δε της καθυστέρησης αυτής, επήλθε άδικη προς τους ενάγοντες πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, όπου δυνάμει του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α' 58/ 23.4.2010), προέκυπτε αύξηση του φορολογικού συντελεστή κατά 10% (δηλαδή από 20% σε 30%) για ποσά άνω των 150.000 ευρώ. Έτσι, οι ενάγοντες περιήλθαν σε σημαντικά δυσμενέστερη οικονομική θέση, συγκριτικά με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους, οι οποίοι εντάχθηκαν στο εν λόγω Πρόγραμμα και αποχώρησαν μέχρι και λίγες ημέρες πιο πριν.
Εξάλλου, το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, το οποίο η Εθνική Ασφαλιστική συμφώνησε με τα στελέχη της, περιελάμβανε ρητά και συγκεκριμένα το ύψος της καθαρής ωφέλειας των Διευθυντών ως κίνητρο για την αποχώρησή τους, την οποία ακριβώς οι συμμετέχοντες συνυπολόγισαν προκειμένου να εγκαταλείψουν τις θέσεις εργασίας τους....
στις 23-4-2010, δηλαδή την ίδια ακριβώς ημέρα δημοσίευσης στο ΦΕΚ του Νόμου 3842/2010, ανακοινώθηκε για πρώτη φορά στους ενάγοντες ότι, σε έκτακτη αυτόκλητη Γενική Συνέλευση των Μετόχων που προχώρησε η εναγομένη, με μόνο θέμα την εθελούσια των Διευθυντών των οποίων η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί ακόμα βάσει του συμφωνηθέντος Προγράμματος Εθελούσιας, αποφασίσθηκε:
α) να περιορισθεί η αποζημίωση του Ν. 2112/20 στο 100% αντί του 120% που είχε συμφωνηθεί στο Πρόγραμμα Εθελούσιας και ενώ εξακολουθούσε να ισχύει η απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης που όριζε για όλες τις αποζημιώσεις των αποχωρούντων Διευθυντών ποσοστό 120%.... και β) να περιορισθεί η πρόσθετη αποζημίωση (δηλαδή το άθροισμα των πρόσθετων μισθών) στο 50% αυτής που είχε συμφωνηθεί προηγουμένως....
τόσο κατά το χρονικό διάστημα της συμφωνίας των διαδίκων επί του προγράμματος των συναινετικών καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, όσο και κατά τον χρόνο της οφειλόμενης, σύμφωνα με το ως άνω πρόγραμμα, υλοποίησης της εθελούσιας εξόδου των εναγόντων, η αποζημίωση απόλυσης φορολογείτο με ποσοστό 20% για το άνω των 20.000 ευρώ ποσό της.
Υπό το ως άνω φορολογικό καθεστώς συμφωνήθηκε το μικτό και καθαρό ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης των εναγόντων και βάσει αυτού καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις όλων ανεξαιρέτως των συναδέλφων των εναγόντων, οι οποίοι υπήχθησαν στο Πρόγραμμα Εθελούσιας και η εναγομένη επέλεξε να απομακρύνει μέχρι και λίγες ημέρες πριν από τους ενάγοντες.
Στη συνέχεια, από τις 22-4-2010, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα από τις 23-4-2010, οπότε η εναγομένη έλαβε τη νέα απόφαση της Γ.Σ., με την οποία τροποποιούσε μονομερώς σε βάρος των εναγόντων τα συμφωνηθέντα, η φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης μεταβλήθηκε και έγινε δυσμενέστερη. Ειδικότερα, το ποσό της αποζημίωσης υπήχθη σε κλιμακωτή φορολογική μεταχείριση, σύμφωνα με την οποία μέχρι το ύψος των 60.000 ευρώ δεν φορολογείται (0%), στη συνέχεια μέχρι τα 100.000 ευρώ φορολογείται με 10%, από τα 100.001 ευρώ μέχρι τα 150.000 ευρώ φορολογείται με ποσοστό 20% και το ποσό άνω των 150.000 ευρώ φορολογείται με ποσοστό 30%.
Η μεταβολή αυτή επιφέρει μείωση του καθαρού ποσού αποζημίωσης που ήδη καταβλήθηκε στους ενάγοντες και αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση του μέρους της αποζημίωσης απόλυσης που οφείλεται στους ενάγοντες.... οι ενάγοντες προέβαιναν σε συνεχείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες προς τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, πλην όμως παρήλθε η κρίσιμη για το συμφωνηθέν Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου ημερομηνία της 31-3-2010.
Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμη ημερομηνία για την αποχώρηση των στελεχών, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, ήταν η 31-3-2010, οπότε η εναγομένη όφειλε να καταγγείλει τις συμβάσεις των εναγόντων.... Δηλαδή, όπως είναι αναμφισβήτητο, με βάση τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τον σκοπό του επίμαχου προγράμματος εθελούσιας εξόδου, αλλά και την κοινή πείρα και λογική, η συμφωνία και των εναγόντων με την εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία, σχετικά με το ύψος των πρόσθετων παροχών, αφορούσε πρωτίστως στο καθαρό ποσό που θα αποδιδόταν σε κάθε συμμετέχοντα, δηλαδή στο ποσό που θα εισέπραττε ο καθένας από αυτούς, μετά από κρατήσεις και φόρους.
Τούτο δε, διότι το συμφωνηθέν καθαρό ποσό αποτελούσε το κίνητρο για την αποχώρησή τους από την εναγομένη και, σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσε περιεχόμενο της συμφωνίας τους μαζί της. Εξάλλου, αν το καθαρό ποσό, που θα απέμενε με βάση τον ισχύοντα φορολογικό συντελεστή, θα ήταν μικρότερο, η εναγομένη θα αναγκαζόταν να αυξήσει το (καθαρό και άρα και το μικτό) ποσό, προκειμένου να εξακολουθεί να είναι ελκυστικό για τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη της.
Εξαιτίας, όμως, της προαναφερθείσας καθυστέρησης της καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων των εναγόντων, σύμφωνα με το Πρόγραμμα (δηλαδή μέχρι 31.03.2010), η εναγομένη οδηγήθηκε σε επιπρόσθετη αθέτηση των συμφωνηθέντων ειδικά ως προς το ύψος του καθαρού ποσού αποζημίωσης. Συγκεκριμένα, η λήψη της νέας απόφασης Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης περί καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων έλαβε χώρα στις 23-4-2010, δηλαδή την ίδια ακριβώς ημέρα κατά την οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο ψηφισθείς στις 20-4-2010 Νόμος 3842/2010, με τον οποίο αυξήθηκε η φορολόγηση της αποζημίωσης απόλυσης, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά το καθαρό (μετά φόρους και κρατήσεις) ποσό που τελικώς κατέβαλε η εναγομένη ως συμφωνημένη αποζημίωση απόλυσης....
Η ημερομηνία της ολοκλήρωσης του προγράμματος εθελούσιας εξόδου είναι παντελώς αδιάφορη για το αν υπήρξε ή όχι εξαρχής (δηλαδή από το 2009) συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού αποζημίωσης. Η εναγομένη εταιρεία λοιπόν και νυν εκκαλούσα οφείλει να συμπληρώσει το οφειλόμενο συμφωνηθέν καθαρό από φόρους ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, κατά το μέτρο που αυτό μειώθηκε κατόπιν της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, καθότι, αν η εναγομένη είχε εκπληρώσει νωρίτερα, όπως όφειλε, την ανειλημμένη υποχρέωσή της, πριν από την αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος, θα είχε αποφευχθεί η μείωση του καθαρού ποσού της αποζημίωσης, όπως ακριβώς απεφεύχθη για όλα τα υπόλοιπα στελέχη της, που απέλυσε μέχρι και λίγες ημέρες πριν από τους ενάγοντες....
Η από 25.06.2009 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης με τίτλο "Πρόγραμμα συναινετικών καταγγελιών για τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας που δεν υπάγονται στο από 25/11/2008 πρακτικό συμφωνίας με τον Σύλλογο" προέβλεπε επί λέξει ότι: "2.3 ο χρόνος αποχώρησης των στελεχών θα προσδιορισθεί από την Εκτελεστική Επιτροπή της Εταιρείας. 2.4 Οι επιπλέον μισθοί πρόωρης αποχώρησης θα υπολογίζονται σύμφωνα με τον μισθό του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρηση.
Στην περίπτωση αποχώρησης το 2010, το κίνητρο υπολογίζεται με τον μισθό της 31.12.2009. Στην περίπτωση που για υπηρεσιακούς λόγους παραταθεί η παραμονή ενός στελέχους πέραν της 31/12/2009, το κίνητρο υπολογίζεται με τον μισθό της 31/12/2009. Για κάθε μήνα παραμονής πέραν της 31/03/2010 θα μειώνονται τα κίνητρα της παραγράφου 2.2 κατά 2%".
Ακολούθως δε, οι ενάγοντες υπέβαλαν τις σχετικές αιτήσεις τους και με τον τρόπο αυτό συνήφθη η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, καθότι όλες οι εμπροθέσμως υποβληθείσες αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, εγκρίθηκαν και ονομαστικά με την από 31-8-2009 Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της εναγομένης εταιρείας.
Συνεπώς, το χρονικό πλαίσιο εκπλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας ήταν το εξής: 1) Ο αναλυτικός προγραμματισμός της ακριβούς ημερομηνίας αποχώρησης του κάθε στελέχους μεμονωμένα (και συνακόλουθα η αναγκαία επιλογή αντικαταστατών έναντι των αποχωρούντων) θα καταρτιζόταν εντός των επόμενων δύο μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας (δηλαδή από 01.09.2009 έως 01.11.2009). 2) Η αποχώρηση των στελεχών έπρεπε κατ' αρχήν να έχει ολοκληρωθεί έως την 31.12.2009. 3) Εξ αυτού του λόγου, ως βάση των υπολογισμών για τις συμφωνηθείσες πρόσθετες παροχές (κίνητρα επιπλέον μισθών) ορίστηκε ο μισθός του τελευταίου μήνα πριν από την αποχώρηση του κάθε στελέχους και, κατ' ανώτατο, ο μισθός της 31.12.2009. 4) Κατ' εξαίρεση, αν τυχόν παρουσιάζονταν υπηρεσιακοί λόγοι που θα επέβαλλαν την παραμονή του στελέχους πέραν της 31.12.2009.
τότε και μόνον τότε η εναγομένη εταιρεία θα μπορούσε να του ζητήσει να παραμείνει, με διατήρηση στο ακέραιο όλων των συμφωνημένων παροχών του Προγράμματος, το αργότερο έως τις 31.03.2010. 5) Ωστόσο, αν (προφανώς από δική του βούληση, σε αντίθεση προς τον διακηρυγμένο στόχο του Προγράμματος για ελάφρυνση της εταιρείας από το κόστος των κορυφαίων στελεχών της) κάποιο στέλεχος επέλεγε το ίδιο να μείνει στην εργασία του και μετά την 31.03.2010, προβλέφθηκε ως αντικίνητρο, για την περαιτέρω παραμονή των εμπλεκόμενων στελεχών, ποινή μείωσης των συμφωνημένων παροχών πρόσθετων μισθών (κινήτρων) κατά ποσοστό 2% ανά μήνα παραμονής πέραν της 31.03.2010.... 6) Σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος, που συμφωνήθηκε, οι αποχωρήσεις των κατονομαζόμενων στελεχών θα έπρεπε να ολοκληρωθούν μέχρι τις 31-12-2009 και μόνο κατ' εξαίρεση η εταιρεία θα μπορούσε να ζητήσει την παραμονή του στελέχους ως τις 31-3-2010, λόγω υπηρεσιακών αναγκών....".
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αναφορικά με τον χρόνο αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια του εκπονηθέντος από την αναιρεσείουσα εταιρεία Προγράμματος εθελουσίας εξόδου, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 340, 341, 345 και 361 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι, σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος εθελουσίας εξόδου, οι αποχωρήσεις των διευθυντικών στελεχών της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι 31-3-2010, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνει ότι στην από 31-8-2009 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας, με την οποία εγκρίθηκαν και ονομαστικώς οι αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων για υπαγωγή αυτών στο ως άνω Πρόγραμμα, αναφερόταν ότι οι αποχωρήσεις όλων των παραπάνω στελεχών θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31-12-2010.
Συνεπώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν, κατά τη συμφωνία των μερών, οι αποχωρήσεις των διευθυντικών στελεχών της αναιρεσείουσας, βάσει όρου του ως άνω Προγράμματος ή βάσει απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής, στην οποία παρέπεμπε όρος του εν λόγω Προγράμματος, θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι 31 Μαρτίου 2010 ή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να κριθεί εάν στις 30 Απριλίου 2010, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια υλοποίησης του Προγράμματος εθελουσίας εξόδου, είχε καταστεί υπερήμερη ή όχι ως προς την υποχρέωσή της αυτή και, συνακόλουθα, εάν υπείχε ή όχι περαιτέρω υποχρέωση αποκατάστασης της θετικής ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την ως άνω καθυστέρηση, συνεπεία αλλαγής του φορολογικού καθεστώτος ως προς τη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι το Πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία συμφώνησε με τα διευθυντικά στελέχη της, περιελάμβανε ρητά και συγκεκριμένα το ύψος της καθαρής ωφέλειας αυτών ως κίνητρο για την αποχώρησή τους, την οποία (ωφέλεια) ακριβώς συνυπολόγισαν οι συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα, προκειμένου να εγκαταλείψουν τις θέσεις εργασίας τους, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασής του διαλαμβάνει ότι με βάση τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τον σκοπό του επίμαχου Προγράμματος εθελουσίας εξόδου, αλλά και την κοινή πείρα και λογική, η συμφωνία των αναιρεσιβλήτων με την εργοδότρια εταιρεία, σχετικά με το ύψος των πρόσθετων παροχών, αφορούσε πρωτίστως στο καθαρό ποσό που θα αποδιδόταν σε κάθε συμμετέχοντα, δηλαδή στο ποσό που θα εισέπραττε ο καθένας εξ αυτών, μετά από κρατήσεις και φόρους.
Συνεπώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε συμφωνία, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, όπως απαιτείται κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την οποία να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι η συμφωνηθείσα μεγαλύτερη της νόμιμης αποζημίωση απόλυσης θα είναι καθαρή, υπό την έννοια ότι οι αναιρεσίβλητοι θα λάβουν, ως αποζημίωση απόλυσης, το συμφωνημένο και επακριβώς προσδιοριζόμενο στο Πρόγραμμα ποσό, ανεξαρτήτως κρατήσεων, φόρων ή άλλων οφειλών προς τρίτους. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 20, 10 και 11γ', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να αναβληθεί η έκδοση απόφασης, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος, με επιμέλεια των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.
Αναβάλλει την έκδοση απόφασης, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου, με επιμέλεια των διαδίκων.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ