Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing res judicata regarding prior rejection of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment in a lease dispute. The court found that the appellant's claim for damages was previously rejected as inadmissible due to lack of standing, a decision that remained binding because the prior cassation judgment only annulled the part finding the claim vague. Consequently, the court held that the appellant was bound by the established fact of inadmissibility and could not relitigate it.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3, 581 para. 2, 3 and 579 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Violation of procedural law provisions does not constitute a ground for cassation, and the principle of res judicata binds the court to prior final decisions on inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1856 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1856/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Γ. - Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που έδρευε στο ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο - Ευάγγελο Μηναιόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Θεοτοκάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 803/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 1/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-2-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/11-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). . . Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 18.05.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37/19.5.2015 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι αρχικώς, η ίδια, ο σύζυγός της και ο αδελφός της, συνέστησαν, με το από 2.4.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταχωρίστηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Σια Ο.Ε.", με έδρα στο ... Κεφαλληνίας και με διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπο την ίδια, ενώ στη συνέχεια, μετά από νόμιμη τροποποίηση του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, εξήλθε ο σύζυγός της και παρέμειναν σε αυτή η ενάγουσα και ο αδελφός της, ως μόνοι ομόρρυθμοι εταίροι, με ποσοστά συμμετοχής 90% και 10%, αντιστοίχως και η εταιρεία μετονομάστηκε σε "...
Ο.Ε.". Ότι στις 4.5.2012 απεβίωσε ο αδελφός της και καθώς, όλοι οι λοιποί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού αποποιήθηκαν την κληρονομιά του, περιήλθε στην ίδια το ποσοστό συμμετοχής του και κατέστη αυτή μοναδική ομόρρυθμη εταίρος της ανωτέρω εταιρείας, έχουσα το 100% των εταιρικών μεριδίων και κατόπιν αυτών, προέβη σε μονομερή δήλωση λύσης της εν λόγω εταιρείας, η οποία καταχωρίστηκε στις 31.12.2012 στη Δ.Ο.Υ.
… και στο Επιμελητήριο …, συνεχίζοντας, έκτοτε, η ίδια ατομικά τις εμπορικές δραστηριότητες της λυθείσας, λόγω θανάτου, εταιρείας, ως καθολική, άλλως ως ειδική διάδοχός της. Ότι πριν τη λύση της η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, ως μισθώτρια και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, ως εκμισθώτρια, είχαν καταρτίσει την από 20.04.2008 σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη εκμίσθωσε στην άνω ομόρρυθμη εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 20-4-2008 έως 20-4-2017, ένα ακίνητο, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό η μισθώτρια - εταιρεία, εργαστήριο ειδών ζαχαροπλαστικής με άδεια παραγωγής έως και 400 κιλά ημερησίως, προκειμένου να διατίθεται το προϊόν στο χονδρικό εμπόριο, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 500 ευρώ, διαβεβαιώνοντας, περαιτέρω, η εναγόμενη - εκμισθώτρια την ενάγουσα και τους λοιπούς ομόρρυθμους εταίρους ότι το μίσθιο ακίνητο βρίσκεται σε αγροτεμάχιο, κείμενο εντός της βιομηχανικής περιοχής του …, στο οποίο επιτρέπεται η βιομηχανική δραστηριότητα και ότι ως εκ τούτου μπορούσε να εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής, αποκρύπτοντας με πρόθεση, ωστόσο, ότι το μίσθιο δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς αυτό βρισκόταν εκτός της βιομηχανικής περιοχής του …, γεγονός που δεν επέτρεπε τη βιομηχανική του χρήση.
Ότι, επιπλέον, η εναγόμενη παρέπεμψε την ενάγουσα και τους λοιπούς ομόρρυθμους εταίρους στον εξάδελφό της Δ. Π., αρχιτέκτονα - πολιτικό μηχανικό, ο οποίος κατόπιν συνεννόησης με την εναγόμενη, διαβεβαίωσε αυτούς, ομοίως, ψευδώς ότι το μίσθιο βρισκόταν εντός της βιομηχανικής ζώνης και ότι απαιτείτο μόνο η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης από αποθήκη σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, προκειμένου να λειτουργήσει στο μίσθιο η επιχείρηση της μισθώτριας εταιρείας, αν και γνώριζε στην πραγματικότητα ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, αφού το μίσθιο βρισκόταν εκτός της βιομηχανικής ζώνης, ενώ τους απέκρυψε επίσης δολίως ότι το ακίνητο δεν είχε ηλεκτρολογηθεί νομίμως.
Ότι ο Δ. Π., είχε καταρτίσει νοθευμένη οικοδομική άδεια και νοθευμένα τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία αφενός επέδειξε στην ενάγουσα και στους λοιπούς εταίρους, προκειμένου να τους πείσει ότι το μίσθιο βρισκόταν καθ' ολοκληρίαν εντός βιομηχανικής ζώνης, αφετέρου κατέθεσε τα νοθευμένα αυτά έγγραφα, καθώς και αναληθή περιβαλλοντική μελέτη, στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης του ακινήτου, την οποία (περιβαλλοντική μελέτη) μαζί με τα λοιπά νοθευμένα έγγραφα κατέθεσε στη ΔΕΗ, ώστε να επιτύχει την ηλεκτροδότηση του μισθίου.
Ότι ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός προέβη στις ενέργειες αυτές κατόπιν συνεννόησης με την εναγόμενη, προκειμένου να επιτύχουν την εξαπάτηση των αρμόδιων υπηρεσιών, ώστε να χορηγηθεί προέγκριση της λειτουργίας της επιχείρησης της άνω εταιρείας, όπως και συνέβη, καθώς και των ομόρρυθμων εταίρων, ώστε η άνω εταιρεία να προβεί στην κατάρτιση της εμπορικής μίσθωσης του ακινήτου της εναγόμενης.
Ότι δυνάμει της χορηγηθείσας προέγκρισης στις 19.6.2008 άρχισε η λειτουργία της επιχείρησης της άνω εταιρείας στο μίσθιο, υπό τη μορφή όμως απλού εργαστηρίου, ωστόσο στις 9.7.2010 η ΔΕΗ ειδοποίησε τους ομόρρυθμους εταίρους ότι όλα τα παραστατικά, που είχαν προσκομισθεί, ήταν πλαστά και συνεπεία τούτου, θα διέκοπτε τη ρευματοδότηση της επιχείρησης.
Ότι κατόπιν αυτών και αφού η ενάγουσα και οι λοιποί ομόρρυθμοι εταίροι πληροφορήθηκαν την αλήθεια, ότι δηλαδή το μίσθιο βρίσκεται σε ζώνη όπου απαγορεύεται η βιομηχανική δραστηριότητα και ότι τα άνω κατατεθέντα στις αρμόδιες αρχές έγγραφα, από τον άνω πολιτικό μηχανικό, για τη λήψη της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, αποτελούσαν προϊόν πλαστογραφίας του και επομένως ήταν αδύνατο να λειτουργήσει η επιχείρηση στο μίσθιο ακίνητο, επήλθε λύση της μίσθωσης, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ της μισθώτριας - εταιρείας και της εκμισθώτριας - εναγόμενης, που έλαβε χώρα κατά το διάστημα από 9.7.2010 έως 12.7.2010.
Ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης - εκμισθώτριας, που συνιστά αδικοπραξία με τη μορφή της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον τέθηκε σε κίνδυνο η τιμή και η υπόληψή της, καταστράφηκε η επαγγελματική της εξέλιξη, αφού πλέον διατηρεί ένα "παγωτατζίδικο της γειτονιάς" και επιπλέον καταστράφηκε η οικογενειακή της γαλήνη και η ψυχική της ηρεμία.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας "... Ο.Ε.": (α) να αναγνωριστεί ότι λύθηκε η επίδικη σύμβαση μίσθωσης κατά το διάστημα από 9.7.2010 έως 12.7.2010 και (β) να καταδικασθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προεκτιθέμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της τελευταίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, το οποίο την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι στην άσκηση των αγωγικών αξιώσεων νομιμοποιείται ενεργητικά το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας και όχι η ενάγουσα και ειδικότερα ως προς την υπό στοιχείο (α) αγωγική αξίωση, που αφορά στη μίσθωση, διότι η ομόρρυθμη εταιρεία ευρισκόμενη σε στάδιο εκκαθάρισης εκπροσωπείται στη δίκη από τους εκκαθαριστές της και όχι από την ενάγουσα, ενώ ως προς την υπό στοιχείο (β) αγωγική αξίωση, της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι αμέσως θιγόμενο πρόσωπο είναι το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας και όχι ατομικά η ενάγουσα.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 29-3-2017 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν δύναται να παρασταθεί, ως καθολική ή ειδική διάδοχος της ομόρρυθμης εταιρείας, καθώς μόνο, ο εκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρείας δύναται να παρασταθεί και να ασκήσει στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας τις άνω υπό στοιχείο (α) και (β) αγωγικές της αξιώσεις, ενώ, ειδικότερα, όσον αφορά την υπό στοιχείο (β) αγωγική αξίωση, της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στην ίδια, ατομικά, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη από την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγόμενης, το ως άνω Δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα υπέστη έμμεση ζημία ως ομόρρυθμη εταίρος και ότι, ως εκ τούτου, δε νομιμοποιείται ενεργητικώς στην αποκατάστασή της, εκτός και αν στο πρόσωπο της ενάγουσας συνέτρεχαν, αυτοτελώς, οι νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες όμως, όπως έκρινε, δεν μπορούσε να εξετάσει, λόγω αοριστίας της αγωγής, η οποία, και για το λόγο αυτό, καθίστατο, απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Κατόπιν των παραδοχών του αυτών το άνω Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι : "ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας ... τόσο ως προς το αναγνωριστικό αίτημα, όσο και ως προς το καταψηφιστικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο καθό μέτρο αφορά στην ενάγουσα θα έπρεπε να απορριφθεί και ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας..." και με βάση την κρίση του αυτή, απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 13-3-2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 803/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτό ότι : "Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13.3.2018 αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, η οποία, μετά τη δήλωση του κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίου της Δικηγόρου Κωνσταντίνου - Ευάγγελου Μηναιόπουλου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ότι η ίδια παρίσταται μόνο για τον εαυτό της ατομικά και όχι ως καθολική άλλως ειδική διάδοχος της ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", ζητεί την αναίρεση της 12/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, καθ' ο μέρος αφορά την ίδια ατομικά και όχι ως καθολική, άλλως ειδική διάδοχος της ως άνω λυθείσας Ο.Ε. Μετά την εν λόγω δήλωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί καθ' ο μέρος η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, δικάζον ως Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, κατά το μέρος, που αφορά την αναιρεσείουσα ατομικά, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της".
Ακολούθως, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 803/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι : " Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην από 18.5.2015 ένδικη αγωγή περιέχονται σ' αυτή όλα τα απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση. Ειδικότερα, αναφέρονται τα εκ μέρους του Δ.
Π., πολιτικού μηχανικού, περιστατικά, ο οποίος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και η εναγομένη, ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, παράνομο περιουσιακό όφελος, δολίως αποσιώπησαν και παρέλειψαν να την αποτρέψουν να μισθώσει και να μετατρέψει τη γυμνή αποθήκη της εναγομένης σε βιομηχανικό εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, προκειμένου να λειτουργήσει Ο.Ε.
με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με αποτέλεσμα, εκτός από την εν λόγω Ο.Ε., να υποστεί και η ίδια ατομικά ηθική βλάβη, καθόσον λόγω των δόλιων πράξεων σε βάρος της με αφορμή απάτης και πλαστογραφίας με την μορφή νόθευσης εγγράφου, τέθηκε σε κίνδυνο η τιμή και η υπόληψή της, αφού όλα τα νοθευμένα έγγραφα, εν αγνοία της, εξυπηρετούσαν την επιχείρησή της, καταστράφηκε η επαγγελματική της εξέλιξη, αφού πλέον διατηρεί ένα "παγωτατζίδικο της γειτονιάς" και επιπλέον καταστράφηκε η οικογενειακή της γαλήνη και η ψυχική της ηρεμία ...
Έσφαλε επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάσαν ως Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, καθ' ο μέρος, αφορά το αίτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η ίδια ατομικά και όχι ως διαχειρίστρια - καθολική άλλως ειδική διάδοχος της λυθείσας Ο.Ε.
με την επωνυμία "... Ο.Ε." από τις ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εναγομένης και ο σχετικός από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα που αφορά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα για την ίδια ατομικά, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο τμήμα για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο Δικαστή".
Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το άνω αναιρεθέν μέρος της, δικάζοντας, μετά την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επί της ανωτέρω έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε το αναιρεθέν κεφάλαιο, δεδομένου ότι ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια, διατηρήθηκε το δεδικασμένο της ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασης, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 1/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου.
Η υπ' αριθμ. 1/2021 αυτή απόφαση του άνω Δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση.
Ακόμη, η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν, της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Συνακόλουθα τούτων, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης, που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ.
Ωσαύτως, όταν η απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, οπότε κατά το μέρος, κατά το οποίο δεν αναιρέθηκε παράγει δεδικασμένο, εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο, ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Αν, όμως, ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν διαφέρει από την προηγούμενη απόφαση, οπότε κατ` αποτέλεσμα έγινε σεβαστό το δεδικασμένο κατά τη θετική του λειτουργία, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, παρότι παραβιάσθηκε η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει, τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1β ΚΠολΔ, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους, (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο, (δικαιοδοσία, αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης, (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, (ορισμένο της αγωγής) (Ολ.
ΑΠ 6/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 382/2023, ΑΠ 59/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 382/2023, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Εξάλλου, με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 366/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (11.2.2021), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η οποία (έννοια) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 175/2020).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του ( Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 701/2011). Περαιτέρω, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και έστω η μία από αυτές τις αιτιολογίες δεν πλήττεται ειδικώς ή τελεσφόρως με λόγο αναίρεσης, οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, που πλήττουν την έτερη ή τις έτερες επάλληλες αιτιολογίες, είναι αλυσιτελείς, αφού και σε περίπτωση έρευνας και βασιμότητάς τους, δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 301/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι: "Μετά ταύτα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3,579 παρ.1 ΚΠολΔ, οφείλει να επανεκδικάσει την έφεση, μόνο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς της η ενάγουσα, ατομικά, από τις ενέργειες της εναγόμενης, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση, και το οποίο, κατά την κρίση του αναιρετικού Δικαστηρίου, κρίθηκε, ορισμένο, και να μην περιοριστεί απλώς στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφαση του αποφαίνεται το Δικαστήριο της παραπομπής ...
Εν προκειμένω, η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, κατά τα ιστορούμενα στην υπό κρίση αγωγή και τα οποία παρατίθενται αναλυτικά στην αρχή της παρούσας, έλαβε χώρα εις βάρος του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Ο.Ε. ", με την οποία η εναγόμενη συμβλήθηκε, ως εκμισθώτρια, στο πλαίσιο κατάρτισης της από 20.04.2008 σύμβασης (εμπορικής) μίσθωσης ακινήτου, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό εργαστήριο ειδών ζαχαροπλαστικής, ήτοι προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας ήταν η ενάγουσα, και όχι ατομικά εις βάρος της ενάγουσας, η οποία, κατά τα αγωγικώς ιστορούμενα, υπέστη έμμεση και όχι άμεση ζημία.
Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα (σελ. 37-38 αγωγής), συνεπεία όλων των πλαστογραφιών, που τέλεσε η εναγόμενη από κοινού με τον ως άνω Δ. Π., ετέθη σε κίνδυνο η τιμή και η υπόληψη της ενάγουσας, αφού όλα τα νοθευμένα έγγραφα εξυπηρετούσαν δήθεν την επιχείρησή της και για το λόγο αυτό από τις 09.07.2010 βιώνει έντονη θλίψη και στενοχώρια, καθώς καταστράφηκε η επαγγελματική της εξέλιξη, αφού πλέον διατηρεί ένα "παγωτατζίδικο της γειτονιάς", καταστράφηκε η οικογενειακή της γαλήνη και η ψυχική της ηρεμία, ο εταίρος και ο αδελφός της αποβίωσε σε ηλικία 32 ετών, συνεπεία εγκεφαλικού, καθώς βίωνε τα αποτελέσματα της ως άνω ζημίας της εταιρείας τους.
Ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μόνο το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας θίγεται άμεσα, από τη φερόμενη αδικοπραξία της εναγόμενης και, επομένως, μόνο αυτό νομιμοποιείται ενεργητικά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, εφόσον αποδειχθεί ότι υπέστη τέτοια.
Αντίθετα, από την ανωτέρω αιτία, η ενάγουσα δεν υπέστη η ίδια, ατομικά, άμεση ζημία και, εν προκειμένω, ηθική βλάβη, κατά τους ορισμούς, αντίστοιχα, των αρ. 914 και 932 ΑΚ, ώστε να νομιμοποιείται η ίδια (ατομικά) να αξιώνει την αποκατάσταση της, καθόσον η ενάγουσα, αποτελώντας τη διαχειρίστρια και το ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με την οποία συμβλήθηκε η εναγόμενη, υπέστη μόνο έμμεση ηθική βλάβη, υφιστάμενη τις αντανακλαστικές συνέπειες της αποδιδόμενης στην εναγόμενη, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ως προς το ερευνώμενο ανωτέρω ζήτημα, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας ορθά, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη, ως προς το κεφάλαιο αυτό, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμα στην ουσία τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2021 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-3-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, με την οποία είχε απορριφθεί, κατά τα προεκτιθέμενα, η από 18-5-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας.
Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση στην ίδια ατομικά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με δύο επάλληλες αιτιολογίες και δη: α) λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι έκρινε ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας είναι αυτό που θίγεται αμέσως από την ιστορούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και β) λόγω αοριστίας, διότι έκρινε ότι δεν αναφέρονταν στην αγωγή τα περιστατικά, που δικαιολογούν το αίτημα αυτό για την αναιρεσείουσα ατομικά.
Με την υπ' αριθμ. 803/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε αόριστο το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση στην ίδια ατομικά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Όμως, κατά την επάλληλη αιτιολογία της, με την οποία απορρίφθηκε το ίδιο ως άνω αίτημα, ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, η υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δεν επλήγη και δεν αναιρέθηκε και, συνεπώς, ως προς αυτό κατέστη αμετάκλητη.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, δικάζον ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόταν από το δεδικασμένο της ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασης, όσον αφορά την απορριπτική κρίση του εν λόγω αιτήματος [για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας ατομικά], λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της.
Επίσης, δεν επλήγη και δεν αναιρέθηκε και, συνεπώς, κατέστη αμετάκλητη η υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και ως προς την απορριπτική κρίση του αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπό την ιδιότητά της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της. Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα με τον οποίο παραπονέθηκε, επί λέξει ότι : "η εκκαλουμένη εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 18, 22, και 42 έως 44 του ΕΝ.
Εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τα άρθρα 72, 756 ΑΚ, 777-778, 781, 782, 784 ΑΚ. Εσφαλμένα παρέλειψε να εφαρμόσει τις ισχύουσες διατάξεις περί ομορρύθμων εταιρειών του Νόμου 4072/2012 και τα άρθρα 1710 και 1846 ΑΚ" και ουδεμία αιτιολογία αναφέρει για το ζήτημα της εκκαθάρισης ειδικά της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας.
Ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν διέλαβε αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το άνω Δικαστήριο της παραπομπής, επανεξετάζοντας την υπόθεση κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, [ήτοι κατά το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην αναιρεσείουσα ατομικά], έκρινε απορριπτέα την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της και δεν ερεύνησε στην ουσία της την αγωγή, ούτε και κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν διατυπώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το άνω αγωγικό αίτημα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της απόφασης αυτής.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 18, 22, και 42 έως 44 του ΕΝ και 72, 756, 777-778, 781, 782, 784 του ΑΚ, καθώς και εσφαλμένη παράλειψη εφαρμογής του νόμου 4072/2012 και των άρθρων 1710 και 1846 του ΑΚ, ο οποίος, ορθώς εκτιμώμενος θεμελιώνει κατά το μέρος αυτό, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος καθόσον, το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπό την ιδιότητά της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", στο οποίο αφορά ο επικαλούμενος λόγος έφεσης και οι ανωτέρω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως παραβιασθείσες διατάξεις, απορρίφθηκε, όπως προεκτέθηκε, με την υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και το απορριπτικό της αυτό κεφάλαιο δεν επλήγη και δεν αναιρέθηκε η απόφαση αυτή και, συνεπώς, κατέστη αμετάκλητη, συνακόλουθα δε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, δικάζον πλέον ως Δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο με την υπ' αριθμ. 803/2019 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου ερεύνησε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρεθέν κεφάλαιό της και δεν ήταν επιτρεπτό, κατ' άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση", να επανεξετάσει τον επικαλούμενο λόγο έφεσης κατά το μέρος αυτό και να κρίνει το εφαρμοστέο ή μη των άνω επικαλούμενων διατάξεων, δεδομένου ότι υπήρχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αμετάκλητη πλέον απόρριψή του και δεν καταλαμβανόταν από την αναιρετική εμβέλεια της άνω αναιρετικής απόφασης, οπότε η προκύπτουσα δέσμευση από το δεδικασμένο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, δεν επέτρεπε την εκ νέου εξέταση του λόγου αυτού έφεσης, που αναφέρεται σε κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του ΑΚ, που αγνοούν την μονοπρόσωπη εταιρεία και δεν τυγχάνουν στην ένδικη υπόθεση εφαρμογής και παρέλειψε να εφαρμόσει τις ισχύουσες διατάξεις περί ομορρύθμων εταιρειών του ν. 4072/2012, που πράγματι τυγχάνουν εφαρμογής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το άνω Δικαστήριο της παραπομπής, ασχολήθηκε με την εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, που αφορούν το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπό την ιδιότητά της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", πλην όμως το άνω Δικαστήριο της παραπομπής, ουδόλως ασχολήθηκε με το αίτημα αυτό και την εφαρμογή ή μη των ως άνω διατάξεων που το αφορούν, αλλά, συμμορφούμενο με την άνω αναιρετική απόφαση, ερεύνησε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρεθέν κεφάλαιό της, που αφορούσε το έτερο αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ίδιας ατομικά, στο οποίο δεν αφορούν οι ανωτέρω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, ενώ εξάλλου το ως άνω Δικαστήριο ορθώς, κατ' άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν ερεύνησε το ως άνω αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπό την ιδιότητά της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", καθόσον ως προς το αίτημα αυτό, το οποίο απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η τελευταία αυτή απόφαση δεν επλήγη και δεν αναιρέθηκε και, ως εκ τούτου, κατέστη αμετάκλητη, το δε μη αναιρεθέν αυτό κεφάλαιό της καλύπτεται από το δεδικασμένο. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόταν από το αμετάκλητα δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 803/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, τις οποίες παραβίασε, διότι η κρίση περί του "ορισμένου" της αγωγής, έπεται της κρίσης του παραδεκτού, δηλαδή εάν η αγωγή, κατά το άνω αίτημά της ατομικά γι' αυτή, ήταν απαράδεκτο λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη, τότε η άνω αναιρετική απόφαση δεν θα έκρινε ότι η αγωγή κατά το άνω αίτημά της ήταν ορισμένη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενες με αυτόν ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν είναι διατάξεις ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. Σε κάθε περίπτωση όλες οι περιλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση στην ίδια ατομικά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με δύο επάλληλες αιτιολογίες και δη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και λόγω αοριστίας, που συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, και με την υπ' αριθμ. 803/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε αόριστο το εν λόγω αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας, ενώ κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο απορρίφθηκε το ίδιο ως άνω αίτημα ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, η υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δεν επλήγη και δεν αναιρέθηκε και, συνεπώς, ως προς αυτό κατέστη αμετάκλητη, με συνέπεια το άνω Δικαστήριο της παραπομπής, να δεσμεύεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασης, όσον αφορά το απορριπτικό κεφάλαιο του εν λόγω αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας ατομικά, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις - υπόμνημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 10-2-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/11-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ