Legislator Case Law & Legislation
1856/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on medical report interpretation, ruling appellate courts have discretion in evidence evaluation.

Case Number 1856/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals challenging a final court decision regarding the cause of death. The appellant argued the lower court failed to properly read a medical report linking heart conditions to the death, but the court held that appellate review does not extend to re-evaluating evidence or factual assessments. Consequently, the court ruled that the lower court's interpretation of the medical report was within its discretion and not subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review is limited to legal errors and does not permit re-evaluation of evidence or factual findings made by the lower court.

Keywords

AI generated
appellate review medical report interpretation cause of death evidence evaluation factual findings Code of Civil Procedure legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1856 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1856/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Ν. Κ. του Α. και Ι Κ. του Α., 2) Χ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μήνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Υ. Δ. του ( Δ.) του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Ν. Κ. του Α. και Ι Κ. του Α., 2) Χ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μήνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2015 αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17329/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 749/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 24/6/2020 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 10/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 8123Ζ/18-5-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσ/κης Κω/νου Βεϊνόγλου, και την υπ' αριθμ.552Β/27-9-2021 έκθεση επίδοσης του του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσ/κης Φώτιου Ευθυμίου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο καθένας αναιρεσείων των από 10-7-2020 και 24-6-2020 αιτήσεων αναιρέσεως αντίστοιχα προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κάθε μιας ως άνω αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πέμπτη αναιρεσίβλητη απλή ομόδικο.

Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία της, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα ως προς τις δύο ως άνω αναιρέσεις.

Υπόκεινται προς κρίση: α) η από 24-6-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 749/2020 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσ/κης του αναιρεσείοντος-δευτέρου εναγομένου και β) η από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της ίδιας απόφασης της αναιρεσείουσας-πρώτης εναγομένης.

Με την απόφαση αυτή έγιναν εν μέρει δεκτές η από 25-7-2018 και η από 27-7-2018 εφέσεις των ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ως προς το κεφάλαιο της προσωπικής κράτησής τους, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της νυν αναιρετικής δίκης, ενώ απορρίφθηκαν αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν ως προς το αντικείμενο (αξιώσεις από αδικοπραξία) της δίκης κατά της υπ' αριθμ. 17329/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 23-4-2015 αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, και υποχρεώθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος σε καθένα των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση από αδικοπραξία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωση των ίδιων ως άνω εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στα εκεί καθοριζόμενα χρονικά διαστήματα τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως περιουσιακή ζημία (στέρηση διατροφής) σε καθένα των τέκνων του θανόντος πατρός τους Α.

Κ., Ν. και Ι. Κ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί εκκρεμών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στρέφονται κατά της αυτής απόφασης και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.

Την ευθύνη αυτή, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2 εδ.

β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ.α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5).

Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου συνάγεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει την τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").

Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.

Ενόψει δε της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του.

Αυτός, ανταποδεικτικώς όμως πλέον, μπορεί να αποδείξει και την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π. 1009/2013, 867/2013, 424/2012). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ βάσει του άρθρου 47 ΕισΝΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας του, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και προστασία των υγιών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 652, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.

Αντίθετα, δεν φέρει καμία ευθύνη αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και, ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής ιατρός. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του ειδικού (specialiste), αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση συνήθως του ασθενούς, γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητάς του αυτής.

Η ιατρική αμέλεια μπορεί να εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, και υπό τη μορφή : α) της εσφαλμένης, ήτοι πλημμελούς, θεραπευτικής αγωγής (φαρμακευτικής, διαιτητικής, εγχειρητικής κλπ.), της διαδικασίας δηλ. που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς, κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, β) της μη παραπομπής του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και της ανάληψης της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι κατάλληλες επιβαλλόμενες από τους κοινώς παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης συνθήκες (χώρου, χρόνου κλπ) για τη διεξαγωγή του ως άνω εγχειρήματος, γ) της μη εκπλήρωσης καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (βλ.

και Α.Π. 687/2013, 1009/2013). Εξάλλου από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση, αρκεί μια χαλαρή έστω εξάρτηση και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς τον προστηθέντα, κάθε φορά, για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργεί σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (Α.Π. 1988/2013, Α.Π.1429/2012).

Η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος από τη σχέση πρόστησης είναι βεβαίως δυνατό να συντρέχει και με υποκειμενική του ευθύνη, όταν από αμέλειά του έχει παραλείψει και ο ίδιος να μεριμνήσει για την τήρηση των απαραίτητων και γενικώς παραδεκτών όρων ασφαλούς παροχής του συγκεκριμένου κάθε φορά ιατρικού έργου που παρέχεται, οπότε αυτοί καθίστανται, έναντι του ζημιωθέντος, εις ολόκληρον συνοφειλέτες, όχι μόνον κατά το άρθρο 922, αλλά και κατά το άρθρο 926 ΑΚ.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.. 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου:

Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις.

Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.

Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.

Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.

Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ' όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.

Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.

Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.

Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως.

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.).

Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ.

και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού.

Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.

Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.

Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.

Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.

Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.

Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem [Ε.Δ.Δ.Α.

Diacenco κατά Ρουμανίας της 7.2.2012 (αριθμ. προσφυγής 124/2004)]. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (βλ.

ιδίως Ε.Δ.Δ.Α. Erkol κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. Diacenco κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.7.2013 (αριθμ. προσφυγής 25424/2009), Ε.Δ.Δ.Α. Alkasi κατά Τουρκίας της 18.10.2016 (αριθμ. προσφυγής 21107/2007), Ε.Δ.Δ.Α. Urat κατά Τουρκίας της 27.11.2018 (αριθμ. προσφυγών 53561/09 και 13952/11), Ε.Δ.Δ.Α. Ringvold κατά Νορβηγίας της 11.2.2003 (αριθμ.

προσφυγής 34964/97), Ε.Δ.Δ.Α. Fleschner κατά Γερμανίας της 3.10.2019 (αριθμ. προσφυγής 61985/2012), Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος (Ε.Δ.Δ.Α.

Diacenco κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00) και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.

Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ. επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. (Ε.Δ.Δ.Α.

Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας της 27.9.2007 (αριθμ. προσφυγής 35522/04), Ε.Δ.Δ.Α. Παραπονιάρης κατά Ελλάδας της 25.9.2008 (αριθμ. προσφυγής 42132/06), Ε.Δ.Δ.Α. Erkol κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. Hrdalo κατά Κροατίας της 27.9.2011 (αριθμ. προσφυγής 23272/07), Ε.Δ.Δ.Α. Diacenco κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Ε.Δ.Δ.Α.

Alkasi κατά Τουρκίας, Ε.Δ.Δ.Α. Urat κατά Τουρκίας). Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ως άνω Ε.Δ.Δ.Α.

Fleschner κατά Γερμανίας). Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής : "Ο θανών, σε ηλικία 35 ετών, Α. Κ., ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των εκπροσωπούμενων από αυτήν δύο ανήλικων τέκνων τους, Ν., γεννηθέντος την 02.07.2002 και Ι., γεννηθέντος την 02.01.2007, υιός της δεύτερης ενάγουσας, αδελφός των τρίτου και τέταρτου των εναγόντων και εγγονός της πέμπτης εξ αυτών.

Ο ανωτέρω επισκέφθηκε, την 05.05.2010, το ιδιωτικό οδοντιατρείο του δευτέρου των εναγομένων, που βρίσκεται στη ..., στους ..., έχοντας έντονους πόνους στο γομφίο της δεξιάς άνω γνάθου (με αριθμό 17 δόντι), λόγω ενδοφατνιακού οδοντικού αποστήματος. Κατά την εν λόγω επίσκεψή του στο ως άνω οδοντιατρείο, ήταν η πρώτη εναγόμενη, η οποία εργαζόταν σ' αυτό ως βοηθός, καθόσον αυτή, αν και είναι κάτοχος του με αριθ. ...

διπλώματος οδοντιατρικής του Πανεπιστημίου του ... της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., στερείται άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος και δεν είναι εγγεγραμμένη στον Οδοντιατρικό . Σύλλογο Θεσσαλονίκης (βλ. με αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του ως άνω Οδοντιατρικού Συλλόγου) και εργαζόταν στο οδοντιατρείο, παρόλο που τυπικά, το χρονικό εκείνο διάστημα, είχε συνταξιοδοτηθεί, γεγονότα που και η ίδια δεν αμφισβητεί.

Η τελευταία, αφού τον εξέτασε, προχώρησε στην άμεση εξαγωγή του συγκεκριμένου δοντιού, ενώ υφίστατο στην περιοχή ενεργός φλεγμονή, συστήνοντάς του περαιτέρω την λήψη αντιβίωσης ευρέως φάσματος και δη AMOXIL των 500 mg (αμοξικιλλίνη) ανά οκτάωρο. Την επόμενη ημέρα της εξαγωγής του δοντιού, ήτοι την 06.05.2010, ο παραπάνω ασθενής εμφάνισε ιδιαίτερα έντονη δυσοσμία στην στοματική του κοιλότητα, υψηλό πυρετό (39,9° Ο), έντονους πόνους στην πάσχουσα περιοχή και εκτεταμένο πρήξιμο στην δεξιά πλευρά του προσώπου του με επέκταση προς το δεξιό οφθαλμό.

Η σύζυγός του - πρώτη ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικά με την πρώτη εναγομένη, ενημερώνοντάς την για την ως άνω κατάσταση του συζύγου της και ότι, λόγω της υπνηλίας που είχε, δεν έλαβε μία δόση (τη μεσημεριανή) αντιβίωσης. Η τελευταία την καθησύχασε, λέγοντάς την να συνεχίσει την αντιβίωση και ότι τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν σε δυο - τρεις ημέρες.

Την 07.05.2010 και ενώ το οίδημα του προσώπου, παρά τη λήψη της αντιβιοτικής αγωγής, είχε περαιτέρω επεκταθεί σε βαθμό παραμόρφωσης (έκλεισε σχεδόν εξ ολοκλήρου ο δεξιός οφθαλμός) και οι έντονοι πόνοι παρέμεναν, ο ανωτέρω ασθενής επισκέφθηκε εκ νέου το ως άνω οδοντιατρείο, όπου τον εξέτασαν, ως θεράποντες ιατροί, οι δύο πρώτοι των εναγομένων.

Οι τελευταίοι τον παρέπεμψαν προς διενέργεια ακτινογραφίας, η οποία κατέδειξε ότι είχε συσσωρευθεί πυώδες υγρό στην περιοχή της εξαγωγής του δοντιού και, αφού αυτοί προέβησαν στον επιτόπιο καθαρισμό του πυώδους υγρού από την πάσχουσα περιοχή, του συνέστησαν τη συνέχιση της αντιβιοτικής αγωγής με ΑΜΟΧΙΕ.

Παρά τη διενέργεια της παραπάνω οδοντιατρικής ενέργειας, την επόμενη ημέρα, ήτοι την 08.05.2010, τα προαναφερόμενα συμπτώματα (οίδημα, πυρετός, άλγος) εξακολουθούσαν να παραμένουν και για το λόγο αυτό το πρωί της 09.05.2010, ημέρα Κυριακή, ο ως άνω ασθενής έσπευσε, με δική του πρωτοβουλία, στο τότε εφημερεύον Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", όπου εισήχθη, μετά από παραπομπή από το Οδοντιατρικό Τμήμα, με εικόνα βαρέως πάσχοντος, στην Ωτορρινολαρυγγολογική (Ω.Ρ.Λ.) Κλινική.

Κατά την κλινική εξέτασή του διαπιστώθηκε πυρετός 39,3 C, εκτεταμένη φλεγμονή του δεξιού τμήματος του προσώπου, του δεξιού άνω και κάτω βλεφάρου και της τραχηλικής χώρας, ιδιαίτερα κακή στοματική υγιεινή και έντονη κακοσμία στόματος, από εξαγωγή δοντιού από τη δεξιά άνω γνάθο, προ τετραημέρου, η οποία επεπλάκη με περιοχική επιμόλυνση.

Κρίθηκε απαραίτητη η έναρξη ενδοφλεβίου αντιβιοτικής αγωγής (TAZOCIN 4,5 gr 1X3- fl XEFO 1X2 καθώς και ZURCAZOL), λόγω της παραμελημένης κατάστασής του. Την 10.05.2010, λόγω περιορισμένης ανταπόκρισης στη θεραπεία, αποφασίστηκε, σε συνεννόηση με τους λοιμωξιολόγους του Νοσοκομείου, η τροποποίηση της αγωγής με ενδοφλέβια αντιβίωση (ROCEPHIN 2 gr Χ2 καθώς και FLAGYL 500 mg Χ3), ενώ πραγματοποιήθηκε αιμοληψία και καλλιέργεια αίματος.

Την ίδια ημέρα, ο ως άνω ασθενής υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία του σπλαχνικού κρανίου, το πόρισμα της οποίας έδειξε αποστηματοποίηση του δεξιού ΣΚΜ μυός από αναερόβιους οργανισμούς, με διόγκωση επιχωρίων λεμφαδένων, συλλογή υγρού μεταξύ ΣΚΜ μυός και μυώδους πλατύσματος, ρυπαρότητα υποδόριου λίπους στον τράχηλο και κατάληψη όλων των σύστοιχων παραρρινίων κόλπων με συνοδό οίδημα του δεξιού βλεφάρου.

Για τη διασφάλιση των αεροφόρων οδών από πιθανή επέκταση της φλεγμονής, κρίθηκε αναγκαία η χειρουργική παροχέτευση του τραχηλικού φλέγμονα, υπό τοπική αναισθησία, η οποία πραγματοποιήθηκε σε σηπτικό χειρουργείο. Παράλληλα διενεργούνταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθαρισμός της ρινικής κοιλότητας από πυώδεις εκκρίσεις, για την αντιμετώπιση της ρινικής συμφόρησης.

Την 11.05.2010, αν και διαπιστώθηκε ήπια βελτίωση του οιδήματος του προσώπου και του δεξιού βλεφάρου του ασθενούς, εντούτοις η γενική κατάστασή του παρουσίασε περαιτέρω επιδείνωση, με την εμφάνιση σηπτικού πυρετού και την επέκταση της τραχηλικής φλεγμονής προς τον θώρακα. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε η μεταφορά του στο χειρουργείο, για δεύτερη παροχέτευση της τραχηλικής χώρας, υπό γενική αναισθησία και επιπλέον για τη διενέργεια παρακέντησης του δεξιού ιγμορείου άντρου.

Κατά την επέμβαση αυτή πραγματοποιήθηκε διεύρυνση των δύο υπαρχόντων στον τράχηλο παροχετευτικών τομών και εκ νέου τοποθέτηση παροχετεύσεων PENROSE, με χαλαρή επίδεση του τραύματος. Εν συνεχεία, πραγματοποιήθηκε παροχέτευση του εμπυήματος στο δεξιό ιγμόρειο άντρο και πολλαπλές πλύσεις. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε με την τοποθέτηση σωληνίσκου σιλικόνης στη δεξιά αντροστομία για παροχέτευση και τοπικές πλύσεις με αντιβιοτικό....

Μετά το τέλος της χειρουργικής επέμβασης ξεκίνησε η διαδικασία αφύπνισης του ασθενούς. Αυτός άνοιξε τα μάτια του, ανταποκρίθηκε σε λεκτικά παραγγέλματα και άρχισε να αναπνέει αυτόματα, οπότε και αποδιασωληνώθηκε με ασφάλεια. Αμέσως μετά την αποδιασωλήνωση, ο ασθενής εμφάνισε έντονη κυάνωση, εκδηλώθηκαν καρδιοαναπνευστικές επιπλοκές και, παρά τις προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (CARPA) από τους αναισθησιολόγους, ο Α.

Κ., περί ώρα 13:50, απεβίωσε... Ο ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, Π. Μ., ο οποίος διενήργησε νεκροψία - νεκροτομή στον ανωτέρω θανόντα διαπίστωσε από την εξωτερική επισκόπηση του σώματος αυτού, γενικευμένο οίδημα της δεξιάς πλευράς του προσώπου και του τραχήλου. Από τον δεξιό ρώθωνα της ρινός εξερχόταν παροχετευτικός σωληνίσκος του δεξιού ιγμόρειου άντρου.

Στην πρόσθια και δεξιά πλάγια επιφάνεια του τραχήλου εντόπισε συρραμμένες χειρουργικές τομές από τις οποίες επίσης εξερχόταν παροχετευτικοί σωληνίσκοι. Κατά την εξέταση της στοματικής κοιλότητας διαπίστωσε γενικευμένη κακή κατάσταση των οδοντοστοιχιών και πρόσφατη εξαγωγή οδόντος στην δεξιά πλευρά της άνω γνάθου.

Ενώ κατά τη νεκροτομή, από τη διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας, εντόπισε ότι εξερχόταν από το δεξιό ιγμόρειο άντρο, υποκίτρινης χροιάς, πυώδεις εκκρίσεις. Κατά την εξέταση των μαλακών μορίων και των αδένων της τραχηλικής περιοχής, εξοίδηση των δεξιών μαλακών τραχηλικών μορίων και ελαφρά αιμορραγική διήθηση σύστοιχα των χειρουργικών τομών.

Κατά τη διάνοιξη των πνευμονικών αγγείων εξερχόταν άφθονος μικροφυσαλιδώδης λευκωπός αφρός, ενδεικτικός οξέος πνευμονικού οιδήματος. Η καρδιά του είχε βάρος 520 γρ. Κατά την εξέταση των στεφανιαίων αρτηριών, αυτές εμφάνισαν ήπιες αθηρωματικές αλλοιώσεις και ελάχιστη στένωση του αυλού των αγγείων. Στα σημαντικότερα μακροσκοπικά ευρήματα αναφέρονται: 1 φλεγμονώδης διεργασία του προσώπου και του τραχήλου συνεπεία ενδοφατνιακού αποστήματος της δεξιάς άνω γνάθου, 2.

γενικευμένη κακή υγιεινή των οδοντοστοιχιών 3. πρόσφατη εξαγωγή οδόντος της δεξιάς άνω γνάθου, 4. εξοίδηση των μαλακών μορίων του τραχήλου και πυώδης συλλογή στο δεξιό ιγμόρειο άντρο, 5, υπερτροφική - διατατική μυοκαρδιοπάθειά 6. οξύ πνευμονικό οίδημα και 7. διόγκωση και κατά θέσεις λιπώδης εκφύλιση του ήπατος.

Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ανωτέρω ιατροδικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο θάνατος του Α. Κ. οφείλεται σε επιπλακείσα μυοκαρδιοπάθεια, στα αίτια δε αυτής αναφέρονται η γενικευμένη φλεγμονή, η σωματική καταπόνηση αλλά και η χειρουργική αναισθησία.... Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων, με την με αριθ.8488/2014 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους στον καθένα τους, ενώ, ύστερα από την άσκηση εκ μέρους τους έφεσης, κατά της παραπάνω απόφασης, με την με αριθ. 2584/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, για την ως άνω πράξη τους.

Οι δεύτερος και πρώτη και των εναγομένων, αρνούμενοι την αγωγή, ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους ο δεύτερος με το δεύτερο λόγο και η πρώτη με τον πρώτο λόγο, αντίστοιχα, των Α' και Β' εφέσεών τους, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου του παραπάνω και των ιατρικών ενεργειών τους, διότι ο θάνατός του οφείλεται σε καρδιογενή αίτια, η δε λοίμωξη του ιγμορείου προϋπήρχε.

Προς απόδειξη μάλιστα του πρώτου ισχυρισμού τους επικαλούνται και την κατάθεση του Ι. Π., στο ακροατήριο του ως άνω Τριμελούς (ποινικού) Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος, εκεί, κατέθεσε ότι ο θανών είχε υπετροφία καρδιάς και η αρτηρία του είχε απόφραξη 80% .... Τα ανωτέρω, όμως, περί της ως άνω απόφραξης των αγγείων του θανόντος, δεν ευσταθούν, διότι έρχονται σε αντίθεση μ' όσα εκτίθενται στην προαναφερθείσα ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Π.

Μ., ο οποίος αναφέρεται σε ήπιες αθηρωματικές αλλοιώσεις και ελάχιστη στένωση του αυλού των αγγείων. Ακόμη οι επικλήσεις των εναγομένων περί προϋπάρχουσας ιγμορίτιδας, επίσης δεν ευσταθούν, διότι και στην προαναφερθείσα ιατροδικαστική έκθεση του Π. Μ. σημειώνεται ότι η φλεγμονώδης διεργασία του προσώπου και του τραχήλου είναι συνέπεια του ενδοφατνιακού αποστήματος της δεξιάς άνω γνάθου.

Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι ο θάνατος του Α. Κ. οφείλεται σε καρδιογενή αιτία, η βασική αιτία, η οποία τον οδήγησε στην βαρύτατη κατάσταση, με την οποία εισήχθη στο ως άνω Νοσοκομείο, την 09-05-2010, ήταν η μη ορθή και συνεπής με τους κανόνες της οδοντιατρικής επιστήμης αντιμετώπιση εκ μέρους των πρώτης και δεύτερου των εναγόμενων, θεραπόντων ιατρών, της αρχικής αιτίας, για την οποία προσήλθε ο θανών στο παραπάνω οδοντιατρείο.

Επομένως, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του θανάτου αυτού και των κάτωθι περιγραφόμενων πράξεων και παραλείψεων των δύο πρώτων εναγομένων, αναφορικά με το χειρισμό του συγκεκριμένου ιατρικού περιστατικού, εξαιτίας των οποίων επηρεάστηκε και μεταβλήθηκε αρνητικά η καρδιολογική κατάσταση του ασθενή.

Ειδικότερα, η πρώτη των εναγόμενων, κατά την συνάντηση που είχε, την 05.05.2010, με τον ανωτέρω ασθενή στο ιδιωτικό οδοντιατρείο, που διατηρεί ο δεύτερος εξ αυτών, επιλέγοντας, αρχικά, να προβεί στην "εν θερμώ" (ήτοι παρουσία οξέος οδοντοφατνιακού αποστήματος) εξαγωγή του γομφίου της δεξιάς άνω γνάθου, χωρίς προηγουμένως να έχει χορηγήσει αντιβιοτική και αντιφλεγμονώδη αγωγή, προέβη σε οδοντιατρική πράξη, η οποία, παρότι δεν αντενδεικνυόταν, όπως κατέθεσε, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μάρτυρας των δευτέρου, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, Σ.

Δ., καθηγητής στοματικής και γναθοπροσωπικής χειρουργικής του Α.Π.Θ., εντούτοις, καθόσον ήταν σε θέση να επιφέρει την εξάπλωση της ήδη υπάρχουσας φλεγμονής, έπρεπε να συνοδεύεται από αυξημένη ετοιμότητα και επαγρύπνηση των θεραπόντων ιατρών του. Τέτοια ετοιμότητα, ωστόσο, τόσο από την πρώτη εναγομένη, που επιλήφθηκε πρώτη του περιστατικού, όσο και από τον δεύτερο εξ αυτών, που ενεπλάκη κατά την εξέλιξή του, ουδόλως επιδείχθηκε.

Συγκεκριμένα, αν και την επόμενη ημέρα εξαγωγής του δοντιού η πρώτη εναγομένη ενημερώθηκε τηλεφωνικά ότι ο ασθενής εμφάνισε ιδιαίτερα έντονη δυσοσμία στην στοματική του κοιλότητα, υψηλό πυρετό (39,9) και δυνατούς πόνους στην πάσχουσα περιοχή, δεν εκτίμησε σωστά, ως όφειλε, την ως άνω πυρετική δραστηριότητα και δεν συνέστησε συμπληρωματική φαρμακευτική αγωγή, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω διαγνωστική ή κλινική εξέταση του ασθενή.

Επιπλέον, και ενώ την 07.05.2010 η κατάσταση της υγείας του Α. Κ. συνέχιζε να επιδεινώνεται, με οίδημα προσώπου στη δεξιά πλευρά, αμφότεροι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, μετά την ανάγνωση της πανοραμικής ακτινογραφίας, που μόλις εκείνη την ημέρα του συνέστησαν να πραγματοποιήσει, η οποία κατέδειξε τη συλλογή πυώδους υγρού στην περιοχή της εξαγωγής του δοντιού, προχώρησαν στον επιτόπιο καθαρισμό αυτού, δίχως να ενισχύσουν την φαρμακευτική αγωγή με αντιβιοτικά που δρουν εναντίον αναερόβιων μικροβίων και δίχως να παραπέμψουν τον ασθενή σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο σοβαρούς επιμόλυνσής του, όπως θα έπραττε ένας μέσος συνετός οδοντίατρος υπ' αυτές τις συνθήκες.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, ήδη από την 05-05-2010, είχαν συστήσει στο θανόντα να προβεί στη διενέργεια ακτινογραφίας και ο ίδιος δεν το έπραξε και έως την 07-05-2010. Ο ανωτέρω ισχυρισμός τους δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, εξάλλου αντιβαίνει στη λογική, αν του είχαν, από την 05-05-2010, συστήσει τη διενέργεια ακτινογραφίας, να μην προβεί στην εκτέλεσή της, όταν αυτός αμέσως την εκτέλεσε, όταν πράγματι, στις 07-05-2010, του συνέστησαν να την κάνει.

Οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι καθ' όλη τη διάρκεια εξέλιξης του υπό κρίση περιστατικού παρέμεναν αδικαιολόγητα καθησυχαστικοί, συνιστούν αμελή συμπεριφορά τους, η οποία αντίκειται στο επιβαλλόμενο από την (οδοντ)ιατρική επιστήμη καθήκον επιμέλειας, το δε αποτέλεσμα αυτής, που ήταν η σοβαρή (και όπως αποδείχθηκε μοιραία) επιβάρυνση της κατάστασης της υγείας του ασθενή, δεν το προέβλεψαν, μολονότι είχαν την δυνατότητα, αλλά και την εμπειρία, όχι μόνο να το προβλέψουν, αλλά και να το αποφύγουν.

Τελικά, ο Α. Κ., εισήλθε την 09.05.2010, με δική του πρωτοβουλία, στα εξωτερικά ιατρεία του Ιπποκράτειου Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, με εικόνα, πλέον παραμελημένου βαρέως πάσχοντος, ήτοι εμπύρετος, με εκτεταμένη φλεγμονή δεξιού ημίσεος προσώπου, δεξιού άνω και κάτω βλεφάρου και τραχηλικής χώρας, με κακή στοματική υγιεινή και έντονη κακοσμία στόματος και, παρά το γεγονός ότι, κατά την διάρκεια της εκεί νοσηλείας του, χορηγήθηκαν σ' αυτόν δύο διαφορετικοί συνδυασμοί αντιβιοτικών ευρέος φάσματος, για την κάλυψη από αερόβιους και αναερόβιους οργανισμούς, ο ασθενής παρουσίασε, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποστηματοποίηση του δεξιού ΣΚΜ μυός από αναερόβιους μικροοργανισμούς με διόγκωση των επιχωρίων λεμφαδένων, συγκεντρώθηκε υγρό μεταξύ ΣΚΜ μυός και μυώδους πλατύσματος και εμφανίστηκε ρυπαρότητα του υποδορίου λίπους στον τράχηλο.

Βάσει της κλινικής του αυτής εικόνας, κρίθηκε αναγκαία η χειρουργική παροχέτευση του τραχηλικού φλέγμονα, υπό τοπική αναισθησία, η οποία πραγματοποιήθηκε την 10.05.2010 στο σηπτικό χειρουργείο, ενώ, καθόσον η γενική του κατάσταση διαρκώς επιδεινωνόταν, πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα, ήτοι την 11.05.2010, δεύτερη χειρουργική παροχέτευση της τραχηλικής χώρας, υπό γενική αναισθησία, και ταυτόχρονα διενεργήθηκε παρακέντηση στο δεξιό ιγμόρειο άντρο.

Ωστόσο, και τα δύο χειρουργεία, στα οποία υποβλήθηκε ο ασθενής, θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, εάν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - θεράποντες ιατροί του, δεν επεδείκνυαν την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά, ήτοι δεν υπέπεπταν, από αμέλεια, στις προπεριγραφόμενες παραλείψεις, κατά τη διάρκεια της ιατρικής παρακολούθησης (από 05.05.10 έως 09.05.10) του επίμαχου περιστατικού.

Η κρίση αυτή περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων, θεραπόντων ιατρών, δεν αναιρείται από την αθώωσή τους με την, ήδη αμετάκλητη, με αριθ.2584/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την αποδοθείσα σε αυτούς πράξη της ανθρωποκτονίας από συντρέχουσα αμέλεια σε βάρος του ως άνω θανόντος, η οποία συνεκτιμάται μεν από το παρόν Δικαστήριο, πλην όμως δεν είναι δεσμευτική γι' αυτό, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη...

Οι δύο πρώτοι των εναγομένων επικαλούνται, με το δικόγραφο των Α' και Β' εφέσεών τους το αμετάκλητο της αθωωτικής αυτής απόφασης, ενώ με τις προτάσεις τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζονται ότι η εν λόγω αμετάκλητη απόφαση είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο, γιατί υπέρ τους ισχύει το τεκμήριο αθωότητας.

Όμως, ο ισχυρισμός αυτός των δύο πρώτων εναγομένων, πέραν του ότι απαράδεκτα προβάλλεται με τις προτάσεις τους, ενώ έπρεπε να αποτελεί λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος, γιατί δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Και τούτο γιατί ο κατοχυρωμένος από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και άρθρο 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα;

σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Οι διατάξεις των άρθρων 93 - 96 του Συντάγματος, αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ), Αποδεικτική δε δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον, όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔ), που εν προκειμένω δεν υφίσταται.

Συνακόλουθα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι υπαίτιοι του θανάτου του Α. Κ., ο δε ισχυρισμός τους περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του θανάτου αυτού και των ιατρικών ενεργειών τους πρέπει, σύμφωνα και με όλα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν...Επί πλέον η μόνη σχέση πρόστησης που αποδείχθηκε ότι υπήρχε είναι αυτή μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, δεδομένου ότι η πρώτη εξ αυτών υπήρξε την κρίσιμη χρονική στιγμή βοηθός οδοντιάτρου παρέχοντας τις οδοντιατρικές της υπηρεσίες το ιατρείο του δεύτερου των εναγομένων, υπό τον έλεγχο και τις γενικού περιεχομένου οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τους όρους εργασίας, του τελευταίου, παρότι τυπικά ήδη από την 31-10-2006 φερόταν να έχει αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασιακή θέση της "βοηθού οδοντιάτρου.

Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε σχέση πρόστησης, διότι η πρώτη εναγομένη δεν υπέκειτο τον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές του, δεν ευσταθεί. Και αυτό διότι, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο έλεγχο δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, αλλά αρκεί να αφορά την παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων, όπως συνέβαινε στην κρινόμενη περίπτωση, για τον χαρακτηρισμό της ως προστηθείσσας.

Επομένως, ο δεύτερος των εναγομένων ευθύνεται έναντι των εναγόντων τόσο υποκειμενικά, όσο και αντικειμενικά, και δη τόσο ως υπαίτιος, όσο και ως προστήσας την πρώτη των εναγομένων στην υπηρεσία του...Έτι περαιτέρω, ο Α. Κ. ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 35 ετών (γεννηθείς την 15-3-1975) ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 35 ετών, δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και θα ζούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για σαράντα ακόμη έτη.

Κατά τον χρόνο του θανάτου του εργαζόταν ως πυροσβέστης στο Πυροσβεστικό Σώμα της Βιομηχανικής Περιοχής … αποκερδαίνοντας μηνιαία το ποσό των 1566 ευρώ, ενώ εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του, θα εξακολουθούσε να απασχολείται στη θέση αυτή αποκομίζοντας με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εργασία του αυτή το ίδιο ως άνω ποσό κατά μέσο όρο.

Η πρώτη ενάγουσα και τα τέκνα της Ν., γεννηθείς την 2-7-2002 και Ι.ς, γεννηθείς την 2-1-2007 εισπράττουν συνολικά ως σύνταξη το ποσό των 692,88 ευρώ μηνιαίως, ενώ διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία αντί μηνιαίου μισθώματος 100 ευρώ ... Τα δύο ανήλικα τέκνα της στερούνται παντελώς εισοδήματος και οιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας μη δυνάμενα να διαθρέψουν τον εαυτόν τους.

Οι δαπάνες διατροφής τους είναι οι συνήθεις δαπάνες για παιδιά τέτοιας ηλικίας, ανερχόμενες στο ποσό των 300 ευρώ για έκαστο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από την 12-5-2010 μέχρι την 11-9-2014 και στο ποσό των 320 ευρώ για έκαστο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από την 12-9-2014 και μέχρι την ενηλικίωσή τους (την 2-7-2020 και 2-1-2025)...".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς τα πιο πάνω ζητήματα τις προαναφερθείσες εφέσεις των δύο εναγομένων-νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 17329/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης που είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 23-4-2015 αγωγή των εναγόντων και νυν αναιρεσιβλήτων.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και ειδικότερα ότι η πρώτη εναγόμενη ως προστηθείσα του δεύτερου εναγομένου προστήσαντος αυτήν οδοντιάτρου ευθύνεται αδικοπρακτικώς ενώ ο τελευταίος ευθύνεται υποκειμενικώς αλλά και αντικειμενικώς εκ της σχέσης πρόστησης με την τελευταία για τον θάνατο του Α. Κ., καθότι με τις πράξεις και παραλείψεις τους επέδειξαν αμελή συμπεριφορά κατά τα προεκτιθέμενα, η οποία αντίκειται στο επιβαλλόμενο από την οδοντιατρική επιστήμη καθήκον επιμέλειας (εξαγωγή αποστηματοποιημένου οδόντος δίχως προηγούμενη χορήγηση αντιβιοτικής και αντιφλεγμονώδους αγωγής και μη συνοδευόμενη από αυξημένη ετοιμότητα και επαγρύπνηση των εναγομένων ως προς την επακολουθήσασα εξέλιξη της υγείας του θανόντος) και τελούσα σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επιβάρυνση της υγείας του, την οποία δεν πρόβλεψαν ενώ είχαν τη δυνατότητα και την εμπειρία όχι μόνον να τον προβλέψουν αλλά και να το αποφύγουν, με τελική συνέπεια τον θάνατό του, και επικυρώνοντας την επιδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη σε καθένα των εναγόντων συγγενών του θανόντος, αλλά και τα ποσά των 120 ευρώ μηνιαίως για τα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντος για το χρονικό διάστημα από 12-5-2010 έως 11-9-2014 και το ποσό των 140 ευρώ μηνιαίως για καθένα απ' αυτά για το χρονικό διάστημα από 12-9-2014 και μέχρι την ενηλικίωσή τους με βάση το ότι ο θανών πατέρας τους θα ζούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ακόμη για σαράντα χρόνια, όντας 35 ετών κατά το χρόνο τους θανάτου του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, έστω και συνοπτικές, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Εξ άλλου, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος, την υπ' αριθμ. 2584/2017 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης με την οποία οι ως άνω εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της ανθρωποκτονίας από συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος για το ίδιο ως άνω βιοτικό συμβάν δίχως να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ή κριτική της ως προς τους λόγους απαλλαγής τους, οι οποίοι αποτυπώνονται στις αιτιολογίες της ως άνω ποινικής απόφασης, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι έχουν ληφθεί και αυτές υπόψη, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, συνολικά εκτιμώμενης, και μη αρυόμενο (το Εφετείο) οποιοδήποτε επιχείρημα για την κατάληξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την αποδοχή των αστικών αξιώσεων των εναγόντων-νυν αναιρεσίβλητων από την αθώωση των εναγομένων και νυν αναιρεσειόντων, την οποίαν δεν αμφισβητεί άμεσα ή έμμεσα, ούτε ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας των ήδη αναιρεσείοντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η αναφορά δε της υπ' αριθμ. 8488/2014 καταδικαστικής για τους δύο ως άνω εναγόμενους για ανθρωποκτονία από αμέλεια απόφασης του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, πριν από την αναφορά της υπ' αριθμ 2584/2017 προααναφερθείσας αθωωτικής απόφασης του δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου γίνεται απλώς διηγηματικώς σε σχέση με την εξέλιξη της ποινικής δίκης, μη βασιζόμενο (Εφετείο) σ' αυτήν για το αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ επί πλέον δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ως άνω αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, συνακόλουθα δε δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από τις ενώπιόν του αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Καθορίζοντας δε το Εφετείο τη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη για καθένα των αναιρεσιβλήτων συζύγου, δύο τέκνων, δύο αδελφών, μητρός και γιαγιάς του ως άνω θανόντος ανάλογα με τον βαθμό συγγενείας του με τον τελευταίο και τα λοιπά προαναφερθέντα ληφθέντα υπόψη στοιχεία στα ποσά των 50.000, 60.000, 60.000, 20.000, 20000, 35000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα συνεπεία της προαναφερθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα της από 10-7-2020 αναίρεσης με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο (ως προς την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας αυτής και ως προς την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου) και έκτο (ως προς την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων της από 24-6-2020 αναίρεσης με τον πρώτο και δεύτερο (ως προς την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, ορθώς εκτιμώμενους ως εντασσόμενους στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), τέταρτο, όγδοο και ένατο (κατά το πρώτο σκέλος του ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης) λόγους (ως προς την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου) αναίρεσης ομοίως των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π., ΑΠ 1038/2019, 1536/2018). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.

ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 1461/13). Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1279/2010). Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της από 10-7-2020 αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την από 22-2-2011 ιατροδικαστική έκθεση του Π. Μ.η, β) την υπ' αριθμ. ... έκθεση της ιστολογικής εξέτασης του καθ. Ιατροδικαστικής Δ. Β., γ) την έκθεση του εργαστηρίου γενικής παθολογίας και παθολογικής ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, δ) την μαρτυρική κατάθεση του ιατροδικαστή Π.

Μ. ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου Θεσ/κης, ε) την κατάθεση του μάρτυρα καθηγητή της γναθοχειρουργικής της οδοντιατρικής σχολής του ΑΠΘ Σ. Δ. ενώπιον του τριμελούς εφετείου Θεσ/κης, στ) την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., ιατρού καρδιολόγου ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ζ) την κατάθεση της πρώτης ενάγουσας και συζύγου του θανόντος Κ.

Κ. ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, η) την κατάθεση της δεύτερης ενάγουσας και μητρός του θανόντος Χ. Κ. ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και η) το από 23-5-2016 έγγραφο του φαρμακευτικού συλλόγου Θεσ/κης, από τα οποία προκύπτει ότι ουδεμία αδικοπρακτική ευθύνη της απορρέει σε σχέση με τον θάνατο του Α.

Κ., και ότι ο θάνατός του οφείλεται σε προϋπάρχοντα καρδιολογικά προβλήματα αυτού. Ο δε αναιρείσεων της από 24-6-2020 αναίρεσης ισχυρίζεται με τον τρίτο, έκτο και έβδομο λόγους από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικώς σε σχέση με τον πρώτο λόγο της ίδιας αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης και το προαναφερθέν υπό στοιχείο β έγγραφο, καθώς και την από 23-3-2013 μαρτυρική κατάθεση της Ε.

Μ. υπαλλήλου του πρώτου εναγομένου που δόθηκε κατά την προανάκριση. Οι ως άνω λόγοι των αναιρέσεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αφενός έχει ληφθεί υπόψη η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ως δικαστικό τεκμήριο, αλλά και όλα τα προοαναφερθέντα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως απορρέει από τη ρητή αναφορά τους στο προεισαγωγικό μέρος του αιτιολογικού της ως προς την ουσία της υπόθεσης (έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και όλα έγγραφα, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...

καθώς και από τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι στην παρούσα, κατ' έφεση δίκη (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ), συνεπώς δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι δεν λήφθησαν αυτά υπόψη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί και ο ένατος λόγος της από 24-6-2020 αναίρεσης του αναιρεσείοντος από τον αρ. 11 β και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον αυτός επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των εναγόντων ότι η πρώτη εναγομένη αδικοπραγήσασα ενήργησε αυτοβούλως και όχι στο πλαίσιο πρόστησής απ' αυτόν και ότι έλαβε υπόψη του τη δήθεν δικαστική ομολογία της συνεναγομένης του ως προς την σχέση πρόστηση που τους συνέδεε, ενώ τέτοια ομολογία δεν έγινε απ' αυτήν, αφενός ως απαράδεκτος διότι είναι αλυσιτελής ως προς την αποδοχή της αναίρεσης του εν όψει του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και την υποκειμενική ευθύνη του ίδιου του αναιρεσείοντος, πέραν της αντικειμενικής του ευθύνης από τη σχέσης πρόστησης με την συνεναγομένη του, αφετέρου δε ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω απόφασης προκύπτει ότι αυτή δεν βασίστηκε σε μη υπάαρχουσα ομολογία της τελευταίας για την απόδειξη της σχέσης πρόστησης, αλλά ούτε οι ενάγοντες ομολόγησαν ότι αυτή ενεργούσε αυτοβούλως και μη ούσα ενταγμένη στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).

Πράγματα είναι και ο λόγος έφεσης, όταν προτείνεται με αυτόν ή με το δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης νέος αυτοτελής ισχυρισμός κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, ή όταν υποβάλλονται παράπονα για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του όπως είναι ο λόγος έφεσης με τον οποίον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή (ΑΠ 1431/2017, 435/2019), δίχως όμως να μπορεί ο πρόσθετος λόγος έφεσης να συμπληρώσει την ενδεχόμενη αοριστία του λόγου του κύριου δικογράφου της έφεσης λόγω του παρακολουθηματικού του χαρακτήρα.

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1293/2017), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Με τον τρίτο λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της από 10-7-2020 αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής της με τους οποίους επικαλούνταν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της τον θανόντος Α.

Κ. άλλως και την ύπαρξη συνυπαιτιότητας αυτού εκ ποσοστού 95 % στην πρόκληση του θανάτου του καθώς και την έλλειψη του πρόσφορου αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων αυτής και του θανάτου του ως άνω Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναρεσιβαλλομένης απόφασης το Εφετείο αποφάνθηκε επί των ως άνω λόγων έφεσης απορρίπτοντας αυτούς κατ' ουσίαν δεχόμενο ειδικότερα ότι "από τη σαφή κατάθεση της πρώτης ενάγουσας - συζύγου του, κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας και στο ακροατήριο του παραπάνω ποινικού Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι ο θανών έλαβε κανονικά (ήτοι το βράδυ της 05-05-2010) την χορηγηθείσα από τους δύο πρώτους εναγόμενους φαρμακευτική αγωγή, πλην ενός χαπιού της αντιβίωσης....Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην επέλευση του θανάτου του ανωτέρω αποβιώσαντος, δεν συνέτεινε κανενός είδους πταίσμα του ίδιου, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ως άνω ένστασηςτων εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού"..

Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση της από 10-7-2020 αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί αυτή.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της από 24-6-2020 αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει τις αναφερόμενος περικοπές της από 22-2-2021 ιατροδικαστικής έκθεσης του ιατροδικαστή Π. Μ. σχετικά με την αιτία θανάτου του Α. Κ.

που ήταν η "επιπλακείσα μυοκαρδιοπάθεια που ταξινομείται ως ιατρικό σύμβαμα με διαπιστωμένη υπετροφία των τοιχωμάτων της καρδιάς, εξ αιτίας του οποίου θα μπορούσε να επέλθει αιφνίδια ο θάνατος του ως άνω και ότι εάν το Εφετείο τις είχε αναγνώσει θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αιτία του θανάτου του θανόντος και την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράςς του και της επέλευσης του θανάτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 2/2009) αφενός διότι την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όχι ως κύριο αποδεικτικό μέσο και δίχως να εξάρει την αποδεικτική του ισχύ, αλλά συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της.

Αφετέρου διότι εδώ δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, όταν καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αναιρεσιβαλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή βάσισε την ανέλεγκτη αναιρετικά αποδεικτική του κρίση στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση ως προς τα αίτια της επιπλοκής της καρδιολογικής κατάστασης του θανόντος στη γενικευμένη φλεγμονή και τη σωματική καταπόνηση αλλά και την χειρουργική αναισθησία.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί και η από 20-6-2020 αναίρεση στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από καθένα των αναιρεσειόντων, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις για τις ως άνω αναιρέσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 24-6-2020 αίτηση και την από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 749/2020 οριστικής απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσ/κης.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για κάθε μία αναίρεση στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της από 10-7-2020 αναίρεσης και τον αναιρεσείοντα της από 24-6-2020 αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μια απ' αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ