Legislator Case Law & Legislation
1856/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment regarding attorney negligence and costs.

Case Number 1856/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellants argued that the lower court erred in finding their attorneys negligent for failing to verify property ownership, while the respondents claimed the court correctly assessed the evidence. The court ruled that the lower court's reasoning was clear and consistent, and that the Supreme Court cannot re-evaluate factual findings or evidence assessment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 & 19 C.P.C.; Art. 561 para. 1 C.P.C.: The Supreme Court cannot re-evaluate factual findings or evidence assessment, and appeals based on such grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
attorney negligence evidence assessment factual findings appeal admissibility civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 & 19 C.P.C.
Art. 561 para. 1 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 180 § 1 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.
Art. 189 C.P.C.
Art. 191 para. 2 C.P.C.
Art. 495 C.P.C.
Art. 73 Intro. C.P.C.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1856 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1856/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Παπαρσενίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2) Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Ν. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κόντη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1936/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6321/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 23/12/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6321/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας, αντίθετες εφέσεις τους, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 1936/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή της από 27-7-2011 σχέσης των αναιρεσιβλήτων, δικάζοντας επί της από 17-6-2004 αγωγής τους, δέχτηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες εναγομένους να καταβάλουν νομιμοτόκως από την επίδοσή της, σε ολόκληρο ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 66.023,45 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 38.011,73 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 38.011,73 ευρώ συνολικά, προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, καθώς και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την περιγραφομένη συμπεριφορά τους, κατά τις αναφερόμενες σε αυτή διακρίσεις, ενώ απέρριψε την προβαλλόμενη από τους εναγομένους το πρώτον ενώπιον του εφετείου, με λόγο έφεσης, ένσταση περί συμψηφισμού των ανωτέρω απαιτήσεων των εναγόντων με την επικαλούμενη ανταπαίτησή τους, συνολικού ποσού 148664,51 ευρώ, απορρέουσα από την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτούς εντολής μέχρι του χρόνου ανάκλησής της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 73 ΕισΝΚΠολΔικ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914,297,298 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση από δικηγόρο λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντίστοιχα, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου.

Επομένως, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά, κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία.

Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του παρανόμου, σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη, καταδεικνύουσα πλήρη αδιαφορία του δράστη, προς τα αγαθά των άλλων ή για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά (ΑΠ 1892/2014, ΑΠ663/2014, ΑΠ1627/2007, ΑΠ1306/2007). Παράλληλα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 38 και 46 του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ 3026/1954, όπως ίσχυε κατά τον παρακάτω κρίσιμο χρόνο), ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός (άρθρο 38) και κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την εντολή που του ανατίθεται ευσυνειδήτως και επιμελώς, προσπαθώντας να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του δικαίου (άρθρο 46 παρ. 1).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθμ. 3 και 269 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού κατά της επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη, και στο Εφετείο (ΑΠ 636/2015, 1281/2014). Η κατ’ εξαίρεση προβολή της ένστασης αυτής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, γίνεται από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης και για την παραδεκτή πρότασή της απαιτείται η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη της ανταπαίτησης, υπό την έννοια ότι πρέπει η παραχρήμα απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλόμενων ουσιωδών περιστατικών του αντίστοιχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης επιπλέον ουσιαστικής έρευνας (ΑΠ. 1337/2014). Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη (Ολ.ΑΠ 10/1993, ΑΠ 16/1995, ΑΠ 1856/2005).

‘ Αμεση απόδειξη κατ’ άρθρο 445 ΚΠολΔ, παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σ’ αυτό ανταπόδειξη (ΑΠ 844/1999). Κατά συνέπεια ως ανταπαίτηση, που αποδεικνύεται αμέσως, θεωρείται αυτή, που προκύπτει από δικαστική ομολογία του αντιδίκου, ή από έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό), από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια. Η κρίση ότι ο νέος περί συμψηφισμού ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης, αποδεικνύεται η όχι παραχρήμα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, από τα έγγραφα, που επικαλέστηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου, η δε αδυναμία απόδειξης της ανταπαίτησης με τον προαναφερθέντα τρόπο, έχει σαν αποτέλεσμα η ένσταση συμψηφισμού να απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/2011, ΑΠ 1990/2007).

Συνακόλουθα τούτων, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνη του άρθρου 559 παρ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την ένσταση συμψηφισμού κατά επίδικης απαίτησης, που προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιόν του με λόγο έφεσης ο εκκαλών εναγόμενος, ενόψει της αμέσως αποδεικνυόμενης, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ανταπαίτησής του (ΑΠ 1990/2007). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

‘ Ετσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ. 25/2003).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, μετά τη ρητή διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη του τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", δέχτηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμ. ...13-10-1946 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Πατρών Σ.

Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, η Ε. χα Α. Ν., κατέστη κυρία εδαφικής έκτασης επιφάνειας 3.987,70 τ.μ που βρίσκεται στα Ο.Τ ... της περιοχής "..." του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Πατρών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η οποία στη συνέχεια, σε εκτέλεση των από 15-4-1972 και 11-3-1983 Προεδρικών Διαταγμάτων και προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του ..., κηρύχθηκε στο σύνολο της αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα, είτε για ρυμοτόμηση, είτε για προσκύρωση.

Ακολούθως, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της Ε. Χ. Α. Ν., η με .../1996 πράξη τακτοποίησης - προσκύρωσης και αναλογισμού υποχρεώσεων των ευρισκομένων στην περιοχή "..." ιδιοκτησιών, που κυρώθηκε με τη με .../1997 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, το απαλλοτριούμενο δε ακίνητο της απεικονίσθηκε, στα συνοδεύοντα την ως άνω πράξη, τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα, με αύξοντα αριθμό οικοπέδου τρία (3).

Ως υπόχρεοι καταβολής αποζημίωσης της ιδιοκτησίας της Ε. Χ. Α. Ν., κατά τον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα, εφέροντο οι, α) Ι. Π., β) Μ. Φ., γ) Σ. Φ., δ) Γ. Σ., ε) Β. Σ., στ) Ν. Σ., ζ) Ο. Σ., η) Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ) και θ) ..., ενώ στην πραγματικότητα, υπόχρεοι προς αποζημίωση, ήταν οι, α) Π. Ν. Π., β) Ι. Ν. Π., γ) Ν.

Ι. Π., δ) Χ. Ι. Π., ε) Α. Χ. Α. Π., στ) Π. Α. Π., ζ) Ν. Α. Π., η) Π. Α. Π., θ) Σ. Κ. Φ., ι) Μ. συζ. Σ. Φ., ια) Μ. Σ. Φ., ιβ) Ο. Γ. Σ., ιγ) Α. Χ. Β. Σ., ιδ) Γ. Β. Σ., ιε) Ν. Β. Σ., ιστ) Α. Β. Σ., ιζ) Γ. Β. Σ., ιη) Μ. συζ. Ε. Β., ιθ) Π. συζ. Β. Κ., κ) Οργανισμός Σχολικών κτιρίων και κα) .... Τον Μάρτιο του έτους 1997, η Ε. χα Α. Ν., έδωσε στον πρώτο εναγόμενο, δικηγόρο Αθηνών, την προφορική εντολή (δια των εντολέων της, πρώτου ενάγοντα και της συζύγου αυτού Θ.

Ν. - δικηγόρου Αθηνών) να προβεί με δαπάνες της ιδίας, σε όλες τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, για την είσπραξη των οφειλομένων αποζημιώσεων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της, υπόχρεοι προς καταβολή των οποίων, ήταν οι προαναφερόμενοι παρόδιοι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες. Στα πλαίσια της δοθείσας εντολής, ο πρώτος εναγόμενος αλλά και η δεύτερη εναγομένη, δικηγόρος Πατρών, συνεργάτης του πρώτου στην Πάτρα, με τη οποία χειρίζονταν από κοινού την υπόθεση, κατόπιν συμφωνίας τους με την Ε.

χα Α. Ν., προέβησαν για λογαριασμό της, μέχρι τις 10-1-2000, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και. ..δη : (1) συνέταξαν και κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την από 26-3-1997 αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 16η-9-1997, μετά δε αλλεπάλληλες αναβολές (27-1-1998, 10-3-1998, 2-6-1998), η υπόθεση συζητήθηκε στις 2-6-1998 και εκδόθηκε η με αριθμ. ...12-10-1998 απόφαση, η οποία καθόρισε τιμή μονάδος αποζημίωσης, 60.150 δρχ./τ.μ οικοπέδου και 2.000 δρχ.

ανά τρέχον μέτρο περίφραξης, 2) μετέγραψαν στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πατρών περίληψη της με .../1996 πράξης τακτοποίησης - πρυσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, 3) η δεύτερη εναγομένη προέβη σε έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας όλων των ωφελούμενων και υπόχρεων προς αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών και 4) συνέταξαν και κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την από 19-12-1997 αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης στο όνομα της Ε.

Χ. Α. Ν., για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 10η-3-1998 και μετ’ αναβολή η 3η-1 1-1998. Στις 19-3-1998, απεβίωσε η Ε. χα Α. Ν., η οποία, δυνάμει της από 8-10-1995 ιδιόγραφης διαθήκης της που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμ. 4245/1998 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμ. 1556/1998 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, κατέλειπε ως συγκληρονόμους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, τον πρώτο ενάγοντα υιό της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τον δεύτερο ενάγοντα υιό της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τον τρίτο ενάγοντα εγγονό της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.

Ακολούθως, οι ενάγοντες συνέχισαν τη συνεργασία που είχε ξεκινήσει η αποβιώσασα με τους εναγομένους ο πρώτος δε από αυτούς. συνέταξε και κατέθεσε στη Δ/νση Χ.Ο.Π της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, την από 15-9-1998 αναφορά - δήλωση για λογαριασμό των δύο πρώτων εναγόντων, με την οποία, γνωστοποίησαν το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους Ε.

Χ. Α. Ν. και δήλωσαν ότι θα επισπεύσουν τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης για τα τμήματα της συνιδιοκτησίας τους που είναι υποχρεώσεις ιδιωτών, ενώ η δεύτερη εναγομένη συνέταξε από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο και κατέθεσε στο Εφετείο Πατρών την από 6-3-1999 αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 13η-4-2000.

Στο μεταξύ, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, η με αριθμ. 183/19-2-1999 απόφαση, δυνάμει της οποίας, λόγω του επελθόντος θανάτου της Ε. Χ. Α. Ν., αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες ως συνδικαιούχοι της οφειλόμενης αποζημίωσης, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στο απαλλοτριωθέν ακίνητο. Στις 10-1-2000 οι δύο πρώτοι ενάγοντες και οι εναγόμενοι, κατήρτισαν και υπέγραψαν την υπό την αυτή ημερομηνία εργολαβική σύμβαση, δυνάμει της οποίας, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν σε όλες τις περαιτέρω απαιτούμενες ενέργειες για την είσπραξη της οφειλόμενης αποζημίωσης, προς όφελος και για λογαριασμό και των τριών εναγόντων, δηλαδή και του μη συμβληθέντος τρίτου ενάγοντος, υιού του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ήταν ανήλικος.

Η εργολαβική αμοιβή των εναγομένων, συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% και για τους δύο, επί της αποζημίωσης που θα εισέπρατταν οι δικαιούχοι ή επί του οικοδομήσιμου οικοπέδου που θα προέκυπτε από τη με οποιονδήποτε τρόπο ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αφαιρουμένου από αυτού (εργολαβικού ανταλλάγματος) του ποσού του 1.000.000 δραχμών, κάθε δαπάνη για την περαίωση της εντολής συμφωνήθηκε να βαρύνει τους εντολοδόχους δικηγόρους, ακόμη και στη περίπτωση σύμπραξης και άλλου ή άλλων δικηγόρων ή αυτοτελούς ενέργειας τούτων χάριν της εντολής, ενώ κάθε δικαστική δαπάνη που θα επιδικάζονταν, συμφωνήθηκε να ανήκει στους ενάγοντες εντολείς.

Προσέτι, συμφωνήθηκαν ειδικώς τα ακόλουθα: "Οι εντολοδόχοι δικηγόροι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διενεργούν χωρίς χρονική καθυστέρηση την αμέσως επόμενη δικαστική ενέργεια. Δηλαδή μόλις εκδοθεί απόφαση από το Εφετείο Πατρών που θα καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, εντός ενός (1) μηνός το αργότερο θα πρέπει να έχουν ασκήσει όλες τις αγωγές αποζημιώσεως κατά των υποχρέων.

Επίσης όταν εκδίδεται απόφαση οριστική ή πράξη του Δικαστηρίου επί οιουδήποτε θέματος, οι εντολοδόχοι θα φροντίζουν αμελλητί για την κοινοποίησή της ή την διενέργεια της αμέσως επομένης διαδικαστικής πράξης. Τα ένδικα μέσα θα ασκούνται και αυτά το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η παράβαση των ως άνω προθεσμιών θα δίνει το δικαίωμα στους εντολείς να καταγγείλουν την παρούσα εργολαβική σύμβαση ή να υπαναχωρήσουν αυτής, οπότε απαλλάσσονται (οι εντολείς) από κάθε υποχρέωσή τους έναντι των εντολοδόχων δικηγόρων, οι οποίοι παραιτούνται ρητά και αμετάκλητα από κάθε αξίωσή τους για πληρωμή δαπανών, αμοιβής των ιδίων και των συμπραξάντων δικηγόρων ή οποιασδήποτε αποζημίωσης".

Η ως άνω εργολαβική σύμβαση, μολονότι κατατέθηκε από τους εναγομένους στις αρμόδιες εφορίες τους, δεν γνωστοποιήθηκε στον οικείο δικηγορικό τους σύλλογο εντός είκοσι (20) ημερών από την κατάρτιση της (άρθρ. 92 παρ. 4 του κώδικα περί δικηγόρων, όπως τροπ. με το άρθρ. 9 παρ. 1 του Ν. 1093/1980) με αποτέλεσμα, λόγω της μη τήρησης της ανωτέρω προϋπόθεσης, να είναι άκυρη και συνακόλουθα οι εναγόμενοι, να μην δύνανται να αξιώσουν την αμοιβή τους (20% κατ’ ισομοιρίαν) με βάση τη σύμβαση εργολαβίας, αλλά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 91, 98, 99 και 100 επ του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Στις 16-11-2001 και ενόσω εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης επί της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης η οποία είχε συζητηθεί στο Εφετείο Πατρών την προηγούμενη ημέρα (15-11-2001), οι ενάγοντες, με αποκλειστική πρωτοβουλία τους, κατάρτισαν εξώδικο συμβιβασμό με τους, εκ των υποχρέων για αποζημίωσή τους, Σ.

Φ., Μ. Φ. και Μ. Φ., συνιδιοκτήτες της με αριθμ. δύο (2) ιδιοκτησίας του κτηματολογικού πίνακα, καταργώντας μόνο μεταξύ τους την ως άνω εκκρεμή δίκη, ενέργεια την οποία γνωστοποίησαν μεταγενέστερα στον πρώτο εναγόμενο και δη τον Απρίλιο του έτους 2002. Στις 25-1-2002 δημοσιεύθηκε η με αριθμ. 70/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 100.000 δραχμών ανά τ.μ οικοπέδου και στο’ ποσό των 2.500 δραχμών ανά τρέχον μέτρο για τη συρμάτινη περίφραξη.

Τον Απρίλιο του έτους 2002, ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωσε τους ενάγοντες, μέσω του πρώτου ενάγοντος ο οποίος ενεργούσε κατ’ εντολή και για λογαριασμό των λοιπών, για την έκδοση της ως άνω απόφασης, εκείνος δε του έδωσε την εντολή να μην προχωρήσει σε άσκηση αγωγών αποζημίωσης, αλλά να προσπαθήσει να επιτύχει την είσπραξη της οφειλόμενης αποζημίωσης από τους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες εξωδικαστικά, ενέργεια στην οποία προέβη ακολούθως η δεύτερη εναγομένη, η οποία πέτυχε την είσπραξη με διακανονισμό των αποζημιώσεων από όλους του υπόχρεους προς τούτο ιδιώτες μέχρι τις 19-11-2003.

Περαιτέρω, στις 26-4-2002 οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στο ... αντίγραφο της με αριθμ. 70/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών, δοθέντος του ότι αυτός, ήταν υπόχρεος για την καταβολή του μεγαλύτερου μέρους της αποζημίωσης που θα εισέπρατταν οι ενάγοντες, ύψους 595.499,04 ευρώ, ενώ παράλληλα η δεύτερη εναγομένη, ήρθε σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου, προκειμένου να επιτύχει τον εξώδικο διακανονισμό της υπόθεσης.

Μετά δε από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, κατέληξαν σε συμβιβασμό, που αποτυπώθηκε στη με αριθμ. ...-7-2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο ενέκρινε τη ρύθμιση της οφειλής του ... προς τους ενάγοντες, για το συνολικό ποσό των 660.300 ευρώ ως οφειλόμενο κεφάλαιο πλέον τόκων, υπολογιζόμενων στο ήμισυ του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας για τους ΟΤΑ, με την άμεση καταβολή ποσού 58.694 ευρώ και την καταβολή του υπολοίπου σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις ύψους 14.673 ευρώ, της πρώτης αρχομένης από το Νοέμβριο του έτους 2002, ψηφίζοντας τη σχετική πίστωση, ενέργεια την οποία οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν στους ενάγοντες και οι τελευταίοι την αποδέχθηκαν.

Πλην όμως, ο ..., δεν τήρησε τα υπεσχημένα, αφού το Νοέμβριο του έτους 2002 δεν κατέβαλε στους ενάγοντες την πρώτη δόση και ως εκ τούτου, ο πρώτος εναγόμενος, ενημέρωσε τηλεφωνικά τον πρώτο ενάγοντα, ότι θα καταθέσει σε βάρος του ... αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ενέργεια την οποία αποδέχθηκε ο πρώτος ενάγων.

Έτσι, η δεύτερη εναγομένη, συνέταξε και κατέθεσε την από 18-11-2002 σχετική αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. ...-3-2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Πατρών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο από απόγραφο πρώτο εκτελεστό της οποίας, με επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε στη συνέχεια στον ως άνω Δήμο στις 20-3-2003, επιτασσόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των 595.499,04 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και συνολικά το ποσό των 611.361,04 ευρώ.

Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, ο ... άσκησε ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, τις από 1-4-2003 ανακοπές του αντίστοιχα, δικάσιμος για τη συζήτηση των οποίων, ορίσθηκε η 9η-12-2003 και η 21η-9-2004. Τον Μάιο του έτους 2003, ο πρώτος ενάγων μετέβη στο γραφείο του πρώτου εναγομένου προς ενημέρωση.

Ο τελευταίος, αφού τον ενημέρωσε για την έκδοση και κοινοποίηση της ως άνω διαταγής πληρωμής, καθώς και για τις ασκηθείσες ανακοπές, του γνωστοποίησε ότι έχει προβεί σε ενέργειες και κατά των ωφελούμενων παρόδιων ιδιωτών για την εξωδικαστική είσπραξη της οφειλόμενης από αυτούς αποζημίωσης και ότι μέχρι τις 17-5-2003, είχε εισπράξει για λογαριασμό των εναγόντων, από τον Ο.

Σ. το ποσό των 3.154,81 ευρώ, από την οικογένεια Π. το ποσό των 18.728 ευρώ και από την οικογένεια Σ. το ποσό των 3.823 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 25.705,81 ευρώ. Από το ποσό αυτό, αποδόθηκε στους ενάγοντες το μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους ποσό των 19.736.96 ευρώ, οι δε εναγόμενοι, κατ’ εντολήν του πρώτου ενάγοντος, κράτη σαν ως αμοιβή τους, το ποσό των 3.855,87 ευρώ που αντιστοιχούσε στις ανωτέρω εισπράξεις, καθώς καν το ποσό των 2.112,98 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση που εισέπραξαν οι ενάγοντες από την οικογένεια Φ.

για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 2002 έως και τον Απρίλιο του έτους 2003. Σημειωτέον, ότι το ανωτέρω ποσό (19.736,96), είναι το μόνο που απέδωσαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες. Στη συνέχεια, στις 25-6-2003 οι εναγόμενοι ενέγραψαν στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, προσημείωση υποθήκης υπέρ των εναγόντων για ποσό 616.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, επί ακινήτου του ...

που στέγαζε το ... Εκπαιδευτήριο, ενώ στις 27-6-2003 προέβησαν σε αναγκαστική κατάσχεση του ως άνω ακινήτου, εκδοθέντων προς τούτο της με αριθμ. ...-6-2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πάτρας Π. Λ. και της με αριθμ. ...-7-2003 περίληψης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, ο οποίος ορίστηκε να διενεργηθεί στια 24-9-2003.

Ενόψει της διαμορφωθείσας αυτής κατάστασης και λόγω του ότι η επιβληθείσα κατάσχεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, ο (νέος) Δήμαρχος του ..., κάλεσε την δεύτερη εναγομένη και της πρότεινε τον ίδιο διακανονισμό που είχε επιτευχθεί στις 31-7- 2002, πλέον του ποσού των 26.619,93 ευρώ που αντιστοιχούσε στα έξοδα εκτέλεσης, εγγραφής προσημείωσης και επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης.

Περί της ανωτέρω πρότασης, ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον πρώτο ενάγοντα και επεδίωξε να πείσει τόσο αυτόν, όσο και τους λοιπούς ενάγοντες, τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπούσε, να συναινέσουν στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους με το .... Προς τούτο μάλιστα, του ζήτησε να χορηγήσουν οι ενάγοντες, τόσο στον ίδιο όσο και στη δεύτερη εναγομένη, δικαστικό πληρεξούσιο, με ειδικές εντολές, μεταξύ άλλων, να συναινούν στην άρση της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης κατά του ..., να παραιτούνται δικογράφων ή δικαιωμάτων, να συμβιβάζονται και να εισπράττουν οποιοδήποτε ποσό από το Δήμο που απορρέει από τη με .../2003 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Πατρών.

Στο μεταξύ, το Δημοτικό Συμβούλιο του ..., με τη αριθμ. ...-7-2003 απόφασή του, ενέκρινε τη ρύθμιση της οφειλής του ... προς τους ενάγοντες, για το συνολικό ποσό των 680.814,75 ευρώ ως οφειλόμενο κεφάλαιο και έξοδα, με την άμεση καταβολή ποσού 85.315,71 ευρώ και την καταβολή του υπολοίπου σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις ύψους 14.673 ευρώ πλέον τόκων, υπολογιζόμενων στο ήμισυ του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας για τους ΟΤΑ, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 30-8-2003, ψηφίζοντας τη σχετική πίστωση, ενέργεια με την οποία ήταν σύμφωνοι οι εναγόμενοι, μολονότι οι’ ενάγοντες εντολείς τους διαμαρτύρονταν και δεν συναινούσαν, δηλώνοντας ρητά την επιθυμία τους να συνεχισθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ....

Παράλληλα, ο ..., άσκησε σε βάρος των εναγόντων και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, τις από 9-9-2003 αιτήσεις αναστολής, επιτυγχάνοντας την έκδοση των από 10-9-2003 ισάριθμων προσωρινών διαταγών, δυνάμει των οποίων, απαγορεύθηκε προσωρινά και μέχρι τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων (στις 17-9-2003), κάθε πράξη εκτέλεσης της με .../2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Πατρών και κάθε πράξη εκτέλεσης της με .../2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, αποτέλεσμα για το οποίο ενημερώθηκε ο πρώτος ενάγων, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, ενεργούσε κατ’ εντολήν και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων.

‘ Εκτοτε και ύστερα από τηλεφωνικές οχλήσεις του πρώτου ενάγοντος και της συζύγου αυτού Θ. Ν. προς τους εναγομένους, αντηλλάγησαν μεταξύ τους επιστολές, με τις οποίες, οι μεν πρώτοι ζητούσαν να ενημερωθούν λεπτομερώς για την πορεία της υπόθεσης, οι δε δεύτεροι εξακολουθούσαν να επιμένουν για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς την οποία θεωρούσαν συμφέρουσα, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι, η συζήτηση της προαναφερόμενης από 9-9-2003 (αριθμ.

εκθ. καταθ. .../2003) αίτησης αναστολής εκτελέσεως της με .../2003 διαταγής πληρωμής του Πρωτοδικείου Πατρών που είχε ασκήσει ο ... σε βάρος των εναγόντων και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 17ης-9-2003 αναβλήθηκε με αίτημα της δεύτερης εναγομένης δικηγόρου, πληρεξούσιας των καθ’ ων και ήδη εναγόντων, εν αγνοία των τελευταίων και χωρίς τη συναίνεσή τους, για τη δικάσιμο της 19ης-11-2003 με διατήρηση της χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής που απαγόρευε κάθε πράξη εκτέλεσης, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί ο δημόσιος πλειστηριασμός του ακινήτου του Δήμου, ο οποίος είχε ορισθεί για τις 24-9-2003.

Τέλος, στις 11-11-2003, η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος Θ. Ν.. η οποία είναι δικηγόρος, ενεργούσα για λογαριασμό των εναγόντων, μετέβη στο ..., ύστερα από προηγηθείσα πρόσκληση της .... Κατά τη συνάντησή της δε με τον Δήμαρχο, την Αντιδήμαρχο και τον δικηγόρο του Δήμου, πληροφορήθηκε ότι οι εναγόμενοι, ενεργούντες στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων, είχαν ήδη αποδεχθεί τη συμβιβαστική πρόταση του Δήμου, όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στη με αριθμ. ...-7- 2003 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, παρά το γεγονός ότι αυτοί (εναγόμενοι), όχι μόνο δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, αλλά αντιθέτως, γνώριζαν την επιθυμία των εναγόντων να μην συμβιβασθούν και να προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εξαιτίας των ανωτέρω γεγονότων, κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη των ενάγοντων, με αποτέλεσμα να επιθυμούν να αφαιρέσουν από τους εναγομένους την ανατεθείσα σ’ αυτούς υπόθεση, καθότι θεωρούσαν ότι οι τελευταίοι εκτελούσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, είχαν δε υπόνοιες, ότι αγνοούσαν (οι ενάγοντες) και άλλες ενέργειες τους.[Προς τούτο, στις 20-11-2003 και στις 24-11-2003.

κοινοποίησαν στους εναγόμενους την από 19-11-2003 εξώδικη καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης και ανάκληση της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής για τον χειρισμό της ,υπόθεσής τους, επικαλούμενοι ως λόγους καταγγελίας και ανάκλησης, ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της από 10-1-2000 σύμβασης εργολαβίας - δικηγορικής εντολής, δεν τους ενημέρωσαν με πληρότητα, ειλικρίνεια και σαφήνεια για την πορεία της υπόθεσής τους στο σύνολο της, καθυστέρησαν αδικαιολόγητα τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, παραβιάζοντες την τήρηση των προθεσμιών για την άσκηση των καταψηφιστικών τους αιτημάτων κατά των υπόχρεων για την καταβολή της αποζημίωσης και επέδειξαν ολιγωρία και αμέλεια για την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής για ποσό 300.000 ευρώ περίπου, σε βάρος των ιδιοκτητών με αριθμ. ...

και ... ιδιοκτησιών του κτηματολογικού πίνακα, ως προς τις οποίες δεν είχαν διαπιστώσει ακόμα εάν υπόχρεος ιδιοκτήτης ήταν η Νομαρχιακή ... ή ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, παρότι έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της με αριθμ. 70/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Προσέτι, με την ως άνω καταγγελία και ανάκληση, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγομένους, απόδοση του φακέλου της υπόθεσής τους και λογοδοσία σχετικά με τα ποσά που είχαν εισπράξει για λογαριασμό τους και είχαν παρακρατήσει.

Στις 18-12-2003 οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στους ενάγοντες την από 15-12-2003 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και λογοδοσία, με την οποία, αφού αρνήθηκαν ως αναληθές και ανακριβές το περιεχόμενο της εξώδικης καταγγελίας των εναγόντων, εξέθεσαν τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί προ και μετά την κατάρτιση της σύμβασης εντολής και μέχρι την ανάκλησή της (δηλαδή από τον Μάρτιο του έτους 1997 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2003), και δήλωσαν για πρώτη φορά, ότι έχουν υπογράψει με τους υπόχρεους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες (ιδιώτες) ιδιωτικά συμφωνητικά για το ύψος και τον τρόπο καταβολής της οφειλόμενης από αυτούς αποζημίωσης και ότι έχουν ήδη εισπράξει τμηματικά από αυτούς, κατά τα έτη 2002 και 2003, το συνολικό ποσό των 95.003,98 ευρώ (όπως αναλυτικά εξέθεταν στο εξώδικό τους), ενέργειες τις οποίες μέχρι τότε είχαν αποκρύψει από τους ενάγοντες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το μοναδικό ποσό που είχε εισπραχθεί για λογαριασμό τους από τους εναγομένους, ήταν αυτό των 25.705,81 ευρώ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε.

Στη συνέχεια δε, οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι η εκ μέρους των εναγόντων ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη και περαιτέρω, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι οι μέχρι τότε επιδικασθείσες δικαστικές δαπάνες ανήκουν στους ίδιους, παρά τα περί του αντιθέτου συμφωνηθέντα στη σύμβαση εργολαβίας, δήλωσαν, ότι η οφειλή τους προς τους ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των 62.314,36 ευρώ την οποία συμψήφιζαν "με τις κατά πολύ μεγαλύτερες εκκαθαρισμένες απαιτήσεις" που είχαν σε βάρος τους, το ύψος όμως των οποίων (απαιτήσεων) δεν προσδιόρισαν.

Τέλος, κάλεσαν τους ενάγοντες, να προσέλθουν στον γραφείο του πρώτου εναγομένου, σε προκαθορισμένες ημέρες και ώρες, προκειμένου να παραλάβουν το σύνολο των εγγράφων που αφορούσαν την υπόθεσή τους, ενέργεια στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες στις 24-12-2003 και στις 29-12-2003, συνταγέντων προς τούτο των υπό τις αυτές ημερομηνίες πρωτοκόλλων παράδοσης και παραλαβής.

Στη συνέχεια και μετά την άρνηση των εναγομένων να αποδώσουν στους ενάγοντες τα ποσά που εισέπραξαν για λογαριασμό τους και τα οποία παρακράτησαν εν αγνοία τους, ο πρώτος ενάγων, υπέβαλε στο δικηγορικό σύλλογο Αθηνών, την από 18-3-2004 αναφορά κατά του πρώτου εναγομένου. Ασκήθηκε δε σε βάρος του τελευταίου, πειθαρχική δίωξη, για επιδειχθείσα αναξιοπρεπή συμπεριφορά κατά την άσκηση των καθηκόντων του με την ειδικότερη μορφή της άρνησης απόδοσης πλήρους και σαφούς λογοδοσίας και χρημάτων του εντολέα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45 παρ. 1. 46 παρ. 1, 92 παρ. 3 ΚωδΔικ και 1, 5, 7, 9, 36, 37 και 39 ΚωδΔγίας ΔικΛτος, που επιβάλλουν στον δικηγόρο να λογοδοτεί πλήρως, να ενημερώνει επακριβώς και να αποδίδει μέσα σε εύλογο χρόνο τα χρήματα που εισπράττει για λογαριασμό του εντολέα του.

Κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν το ακριβές και μη αμφισβητούμενο από τους εναγομένους ποσό το οποίο είχαν εισπράξει οι τελευταίοι τμηματικά από τους ωφελούμενους παρόδιους και υπόχρεους προς αποζημίωση ιδιοκτήτες, κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2002 έως και 19-11-2003, δηλαδή διαρκούσης της εντολής, το οποίο ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 102.508,92 ευρώ.

Εξαιτίας δε του ότι. ο πρώτος εναγόμενος, δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες για τις γενόμενες για λογαριασμό τους εισπράξεις κατά το διάστημα από 2-7-2002 έως και 19-11-2003 και δεν απέδωσε σ’ αυτούς, με τον ίδιο ρυθμό που είχε εισπράξει τμηματικά, το ποσό των 82.006 ευρώ (102.508 Χ 80%) και ειδικότερα με το να παρακρατήσει ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 20.501 ευρώ (102.508 Χ 20%) που του είχε εκχωρηθεί με την εργολαβική σύμβαση, με τη με ...2005 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της με .../2006 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, κρίθηκε ένοχος της πειθαρχικής παράβασης της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς και επιβλήθηκε σε βάρος του η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από την άσκηση του δικηγορικού του λειτουργήματος, διάρκειας τριών (3) μηνών (την οποία και εξέτισε), με την ειδικότερη αιτιολογία αναφορικά με την δεύτερη εναγομένη, ότι η συμμετοχή της στην υπόθεση των εναγόντων, οφείλετο σε πρωτοβουλία και αφορούσε αποκλειστικά το συμφέρον και τη νομιμοποιητική διευκόλυνση του πρώτου εναγομένου κατά την εκτέλεση της εντολής, καθότι το σύνολο των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, ήταν διενεργητέο στην Πάτρα.

Σημειωτέον, ότι ενόσω εκκρεμούσε η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος άσκησε σε βάρος του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 17-10-2004 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2004) αγωγή του, αιτούμενος να υποχρεωθούν να του καταβάλουν ως αμοιβή του, ο πρώτος το ποσό των 34.351,08 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 17.175,54 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 298/2005 οριστική και ήδη τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε (η αγωγή) ως αόριστη, μεταξύ άλλων και διότι, δεν εκτίθετο σ’ αυτή, ούτε άλλωστε συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, ότι η εργολαβική σύμβαση γνωστοποιήθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών εντός είκοσι (20) ημερών από την κατάρτισή της (κατ’ άρθρ. 92 παρ. 4 του ΔικΚωδ σε συνδ.

με άρθρ. 9 παρ. 1 του Ν. 1093/1980), προϋπόθεση, η οποία δεν τηρήθηκε από τους εναγομένους, με αποτέλεσμα, η από 10-1-2000 εργολαβική σύμβαση να είναι άκυρη και να μην γεννά αξίωση για αμοιβή τους από αυτή, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, εισέπραξαν από κοινού για λογαριασμό των εναγόντων, κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2002 έως και 19-11-2003, από τους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες (ιδιώτες) και υπόχρεους προς αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 102.508,92 ευρώ και δη, από την οικογένεια της Α.

Π. ποσό 25.004,92 ευρώ, από τον Π. Π. ποσό 9.519 ευρώ, από τον Ι. Π. ποσό 49.989 ευρώ, από τον Ο. Σ. ποσό 3.344 ευρώ και από την οικογένεια Σ. ποσό 14.652 ευρώ. Από το ως άνω συνολικό ποσό, εμφάνισαν στους ενάγοντες ότι είχαν εισπράξει, μόνο το ποσό των 25.705,81 ευρώ και ακολούθως τους απέδωσαν ποσό 19.736,96 ευρώ, αφού παρακράτησαν ως αμοιβή τους, κατόπιν συμφωνίας με αυτούς, το ποσό των 3.855,87 ευρώ, πλέον του ποσού των 2.112,98 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αμοιβή τους επί των εισπραχθέντων από τους ενάγοντες ποσών από την οικογένεια Φ..

Απέκρυψαν όμως και δεν γνωστοποίησαν στους ενάγοντες, την εκ μέρους τους είσπραξη του υπολοίπου ποσού των 76.803,11 ευρώ (102.508,92 - 25.705,81), το οποίο παρακράτησαν και ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, χωρίς να έχουν εκκαθαρισμένες ανταπαντήσεις σε βάρος των εναγόντων, απορρέουσες από την εκτέλεση της παρασχεθείσας σ’ αυτούς εντολής, λαμβανομένου υπόψη του ότι, η μεταξύ τους καταρτισθείσα εργολαβική σύμβαση, ήταν άκυρη και οι ανταπαιτήσεις για την αμοιβή τους, δεν είχαν εκκαθαριστεί δικαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 98 επ.

του κώδικα περί δικηγόρων. Ακόμη δε και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι εναγόμενοι θεωρούσαν έγκυρη την ως άνω σύμβαση, όφειλαν να παρακρατήσουν μόνο το ποσό που τους είχε εκχωρηθεί με αυτή, δηλαδή ποσό 15.360,62 ευρώ (76.803,11 Χ 20%) και όχι να παρακρατήσουν το σύνολο του ποσού που εισέπραξαν, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός, ότι εκ των υστέρων και δη δια της εξώδικης λογοδοσίας τους, πρότειναν σε συμψηφισμό ανταπαντήσεις τους κατά των εναγόντων, αφού, ούτε το ύψος των ανταπαιτήσεών τους αυτών καθόρισαν, ούτε αυτές είχαν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι ενέχονται για την καταβολή του ως άνω ποσού των 76.803,11 ευρώ, από τη συνδέουσα τους διαδίκους εντολή την οποία αθέτησαν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 73 του ΕισΝΚ.ΠολΔικ, 719 και 914 του ΑΚ. καθότι αποδείχθηκε ότι αυτοί, αφενός μεν ενεργούσαν, όχι ως έμμεσοι αντιπρόσωποι των εναγόντων, ώστε τα χρήματα που εισέπραξαν να περιέρχονται στην κυριότητά τους και να έχουν μόνο ενοχική υποχρέωση μεταβίβασης αυτών στους εντολείς τους.

αλλά ως άμεσοι αντιπρόσωποι τους, με αποτέλεσμα να υποχρεούνται σε άμεση απόδοση των εισπραχθέντων χρημάτων, αφετέρου δε, ότι μολονότι γνώριζαν ότι τα ποσά που εισέπραξαν κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτούς εντολής, ανήκαν κατά κυριότητα στους ενάγοντες, απέκρυψαν την είσπραξή τους και αρνήθηκαν να τους τα αποδώσουν, στη συνέχεια δε, τα παρακράτησαν και τα-ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, χωρίς νόμιμη προς τούτο αιτία ή σχετική συμφωνία και χωρίς να γνωστοποιήσουν στους ενάγοντες ότι προβάλλουν ένσταση επίσχεσης ή συμψηφισμού, έχοντας υποπέσει με την ενέργειά τους αυτή και στην πειθαρχική παράβαση της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, με την ειδικότερη μορφή της άρνησης απόδοσης χρημάτων κατά την εκτέλεση εντολής για διενέργεια δικηγορικών εργασιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του ΚωδΔικΔ/γίας.

Επομένως, από τις παραπάνω αιτίες, οι εναγόμενοι, οφείλουν να. καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας από αυτούς, στους ενάγοντες, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο που συγκληρονόμησαν. το ποσό των 76.803.11 ευρώ που αντιστοιχεί στη θετική τους ζημία, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοση της υπό κρίση αγωγής τους, καθότι δεν αποδείχθηκε προγενέστερη προς τούτο εξώδικη όχληση των εναγόντων για την καταβολή του συγκεκριμένο αυτού ποσού, με την επισημείωση, ότι η εκκαλουμένη, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, πλην του ζητήματος της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης.

Ειδικά δε με το θέμα της συνευθύνης της δεύτερης εναγομένης, πρέπει να λεχθεί, ότι η εμπλοκή της στην υπόθεση των εναγόντων, δεν αφορούσε μόνο το συμφέρον του πρώτου εναγομένου και τη νομιμοποιητική του διευκόλυνση σχετικά με τις δικαστικές ενέργειες ενώπιον των Δικαστηρίων της Πάτρας, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Αντίθετα, από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, υπήρξε συνεντολοδόχος και κατά το ήμισυ δικαιούχος της αμοιβής που θα προέκυπτε από την εκτέλεση της εντολής και αναμείχθηκε ενεργά στην υπόθεση της απαλλοτρίωσης του κληρονομηθέντος από τους ενάγοντες ακινήτου, αφού, διεξήγαγε τους ελέγχους τίτλων των υπόχρεων σε αποζημίωση ιδιοκτησιών, συνέταξε όλα τα δικόγραφα, παραστάθηκε σε όλες ανεξαιρέτως τις διεξαχθείσες δίκες, συμβλήθηκε με τους ιδιώτες - οφειλέτες των εναγόντων, εισέπραξε τα ποσά που της καταβλήθηκαν για λογαριασμό τους, διαπραγματεύθηκε με το ...

για τη συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης και γνώριζε για την έλλειψη ενημέρωσης των εναγόντων σε σχέση με τα εισπραχθέντα από αυτή χρηματικά ποσά, τελούσα πάντα σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο. Μάλιστα, μετά την ανάκληση της δοθείσας σ’ αυτήν εντολής, άσκησε σε βάρος του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την από 7-8-2004 (αριθμ.

εκθ. καταθ. .../2004) αγωγή της (η οποία δεν συζητήθηκε με δική της πρωτοβουλία), αιτούμενη, να υποχρεωθούν να της καταβάλουν ως αμοιβή της, λόγω της ενεργούς συμμετοχής της στην υπόθεση, το ποσό των 59.165,16 ευρώ ο πρώτος και το ποσό των 29.582, 58 ευρώ ο δεύτερος. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος εναγόμενος, είχε αναλάβει τη γενική εποπτεία της υπόθεσης και την κυρίως ενημέρωση των εναγόντων, δεν καθιστά άνευ ετέρου τη συμμετοχή της δεύτερης εναγομένης τυπική, αφού όπως αποδείχθηκε, αλλά και συνομολογείται από αυτή (δεύτερη εναγόμενη) με το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσής της, η συμμετοχή της ήταν ουσιαστική και η σύμπραξή της αναγκαία, για την εκτέλεση της ανατεθείσας, σ’ αυτήν και στον πρώτο εναγόμενο, εντολής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τον βάσιμο περί αυτού πρώτο λόγο της έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων, απορριπτομένου στο σημείο αυτό ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν, του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, η δεύτερη εναγομένη, αποδέχεται την ουσιαστική της ανάμειξη στην υπόθεση, αλλά αρνείται την.

οποιασδήποτε μορφής, υπαιτιότητά της, στην επέλευση της ζημίας των εναγόντων .....

Οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης τους, προβάλλουν το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ένσταση συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης των εναγόντων, με ανταπαίτησή τους ποσού 148.664,51 ευρώ, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους απορρέει από την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτούς εντολής (μέχρι του χρόνου ανάκλησής της) και περιλαμβάνει, το ποσό των 89.260,31 ευρώ που αφορά την ελάχιστη αμοιβή τους κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων, το ποσό των 14.925,48 ευρώ που αφορά δαπάνες που κατέβαλαν για λογαριασμό των εναγόντων και το ποσό των 49.526,40 ευρώ που εισέπραξαν οι ενάγοντες από επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα και δαπάνες, αφαιρουμένου του ποσού των 5.047,68 ευρώ που τους καταβλήθηκαν (στους εναγομένους).

Η ως άνω προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφενός μεν λόγω του αδικαιολόγητου της βραδείας προβολής της, καθότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο της ανταπαίτησης των εναγόμενων, ήταν γνωστή σ’ αυτούς κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφετέρου δε διότι, η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση των εναγομένων, δεν αποδεικνύεται παραχρήμα, κατά την έννοια που εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δηλαδή, δεν αποδεικνύεται με έγκυρα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα (άρθρ. 438 και 443 του Κ.Πολ.Δικ αντίστοιχα) την ύπαρξη των οποίων δεν επικαλούνται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι για το παραδεκτό της ένστασής τους ή με δικαστική ομολογία των αντιδίκων τους, αλλά αντίθετα χρήζει περαιτέρω απόδειξης για την βασιμότητά της με άλλα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου δεν είναι εκκαθαρισμένη, προϋπόθεση απαραίτητη για την τυπική και περαιτέρω την ουσιαστική παραδοχή της στο στάδιο αυτό της υπόθεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, η ως άνω ανταπαίτηση των εναγομένων, κρίνεται μη νόμιμη και απορριπτέα, καθότι, η σχετική αξίωση των εναγόμενων για την καταβολή της δικηγορικής τους αμοιβής και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν, προϋποθέτει το δικαιολογημένο της ανάκληση της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής, όχι όμως για λόγους που παρέχουν δικαίωμα άσκησης σε βάρος τους αγωγής κακοδικίας, όπως εν προκειμένω (αρθρ. 170 του Κώδικα περί δικηγόρων) ...

Από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας και της διαταραχής του συναισθηματικού τους κόσμου από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, υπέστησαν ηθική βλάβη, για την εξισορρόπηση δε της δυσμενούς κατάστασης που δημιουργήθηκε σε βάρος τους, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης (για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν), ανερχομένης στο ποσό των 10.000 ευρώ για καθένα από αυτούς. Το παραπάνω ποσό κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά τη συνεκτίμηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, της έκτασης της ζημίας των εναγόντων, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και της συμπεριφοράς των εναγομένων μετά την αδικοπραξία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες - εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούνται ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης (οι εναγόμενοι - εκκαλούντες δεν προσβάλλουν με ειδικό λόγο έφεσης το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης), κρίνονται αβάσιμα στην ουσία τους και απορριπτέα ...

Περαιτέρω, από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, για το απαλλοτριούμενο τμήμα του κτηματολογικού πίνακα συνιδιοκτησίας των εναγόντων, συνολικής έκτασης 1009,15 τμ, υπόχρεος προς αποζημίωση, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ήταν η με αριθμ. ... ιδιοκτησία, η οποία με βάση την πράξη αναλογισμού (14/1996) φέρεται να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο - Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων, ενώ για το απαλλοτριούμενο τμήμα του κτηματολογικού πίνακα, επίσης συνιδιοκτησίας των εναγόντων, συνολικής έκτασης 12,05 τμ, υπόχρεος προς αποζημίωση με βάση τον ίδιο πίνακα αναλογισμού, ήταν η με αριθμ. ...

ιδιοκτησία που φέρεται να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο - Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων. Μέσα στο με αριθμ. ... ακίνητο, στεγάζεται το ... και μέσα στο με αριθμ. ... ακίνητο, στεγάζεται το ... και .... Από το έτος 1997 και εφεξής, οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής, αρχικά από την Ε. χα Α. Ν. (η οποία συμφώνησε να χειρίζονται από κοινού την υπόθεση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου της, ο πρώτος ενάγων και η συνεργάτιδά του στην Πάτρα δεύτερη εναγομένη) και μετά το θάνατο της από τους ενάγοντες, διενήργησαν έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας όλων των υπόχρεων παρόδιων ιδιοκτητών, πλην όμως δεν κατέληξαν σε ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με τις με αριθμ. ...

και ... ιδιοκτησίες, επικαλούμενοι αμφισβήτηση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, υποστηρίζοντας ότι οι εκτάσεις αυτές ανήκαν, άλλοτε στο Ελληνικό Δημόσιο, άλλοτε στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων και άλλοτε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας. Μάλιστα, προς υποστήριξη του ενδεχόμενου της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν τη με αριθμ.

ΚΑΕΚ ... καταχώρηση στο Κτηματολογικό ..., έκτασης 44.302 τ.μ ως ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο, στην οποία (ευρύτερη έκταση) συμπεριλαμβάνονταν οι με αριθμ. ... και ... ιδιοκτησίες. Ενδεικτικό δε της σύγχυσης των εναγομένων, είναι και το γεγονός ότι, την μεν αίτηση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης έστρεψαν κατά του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, την δε αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, έστρεψαν κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας.

Πλην όμως, ιδιοκτήτης των με αριθμ. ... και ... ιδιοκτησιών, από το έτος 1990 και εφεξής, είναι ο ..., περιήλθαν δε σ’ αυτόν οι ως άνω ιδιοκτησίες με καθολική εκ του νόμου διαδοχή, δυνάμει του άρθρου 5 του Ν. 1894/1990 που κατάργησε τις "Εφορείες Σχολείων" στις οποίες ανήκαν και όρισε ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία των Εφορειών όλων των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και τα σχολικά κτίρια για τα οποία έχουν συνταχθεί πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής, με τα οικόπεδά τους, μεταβιβάζονται κατά κυριότητα στους ΟΤΑ, στην περιφέρεια στην οποία βρίσκονται τα αντίστοιχα ακίνητα και εν προκειμένω στο ....

Στις καταργούμενες δε "Εφορείες Σχολείων" είχε περιέλθει με καθολική εκ του νόμου διαδοχή, δυνάμει του άρθρου 40 παρ. 4 του Ν. 1566/1985, η κυριότητα της κινητής και ακίνητης περιουσίας όλων των δημόσιων σχολείων (και επομένως και των προαναφερομένων), από τα καταργούμενα Ν.Π.Δ.Δ με τον τίτλο "Σχολικά Ταμεία", είτε αυτά ανήκαν στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων, είτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Για την υπόχρεη με αριθμ. ... ιδιοκτησία, μέσα στην οποία βρίσκεται το ... (οικόπεδο 3.500 τ.μ και κτίριο και λοιποί βοηθητικοί χώροι 458 τμ). εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. .../7-8-1995 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία διαπιστώθηκε η μεταβίβαση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του σχολείου αυτού στον ..., μεταγράφηκε δε η απόφαση αυτή στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στη μερίδα του ...

στον τόμο ... και με αύξοντα ..., στις 22-8-1995. Μολονότι όμως οι εναγόμενοι, διενήργησαν έλεγχο τίτλων το έτος 1997. μετά δηλαδή τη μεταγραφή της ως άνω απόφασης, δήλωναν στους ενάγοντες ότι υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ... Δημοτικού Σχολείου Πατρών. Για την υπόχρεη με αριθμ. ... ιδιοκτησία, μέσα στην οποία βρίσκεται το ... ..., δεν εκδόθηκε απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας.

Η έλλειψη όμως έκδοσης της απόφασης του Νομάρχη και η μη μεταγραφή της, ουδεμία έννομη συνέπεια έχουν, διότι η εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με την ΣΤ/13/1994/Β.40 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 14 του Ν. 1894/1990, είναι διαπιστωτική και δεν συνιστά προϋπόθεση της εγκυρότητας της μεταβίβασης στο ..., της κινητής και ακίνητης περιουσίας της καταργηθείσας με το άρθρο 5 του Ν. 1894/1990 "..." του ως άνω σχολείου, αφού η κυριότητα αυτής περιήλθε στον Δήμο από την "..." με καθολική εκ του νόμου διαδοχή.

Επομένως, ο .... ήταν κύριος των ανωτέρω με αριθμ. ... και ... ωφελούμενων ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο κρίνεται η κυριότητα του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση παρόδιου ιδιοκτήτη, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης (2-6-1998) και συνακόλουθα, υπόχρεος προς αποζημίωση των εναγόντων.

Το γεγονός δε ότι η ευρύτερη έκταση των 44.302 τμ επί της οποίας έχουν ανεγερθεί τα δύο ως άνω σχολικά κτίρια, είχε καταχωρηθεί από την ... στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής με αριθμούς ..., καθώς και στο Κτηματολογικό ... με ΚΑΕΚ ... ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι -εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, αφενός μεν διότι κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης δικαστικού καθορισμού της αποζημίωσης (2-6-1998) κύριος αυτών, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ο ...

με καθολική εκ του νόμου διαδοχή, αφετέρου δε διότι, η ανωτέρω εγγραφή στο Κτηματολογικό ..., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 2664/1998, δεν ήταν οριστική, ώστε να δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο υπέρ του φερόμενου ως δικαιούχου Ελληνικού Δημοσίου για τα δικαιώματα κυριότητας που αυτή αφορά, καθότι η αρχική εγγραφή έλαβε χώρα (στο Κτηματολογικό ...) στις 30-3-2004 και επομένως, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης δικαστικού καθορισμού της αποζημίωσης (2-6-1998) αλλά και μέχρι το χρόνο ανάκλησης της δοθείσας στους εναγομένους εντολής, στις 20-11-2003 και 24-11-2003, όχι μόνο δεν είχε παρέλθει οκταετία ώστε να καταστεί η εγγραφή αυτή οριστική, αλλά δεν υφίστατο καν ως εγγραφή.

Τα ανωτέρω περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των με αριθμ. ... και ... ιδιοκτησιών του κτηματολογικού πίνακα, δέχθηκε η με αριθμ. 201/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-10-2006 αγωγής αποζημίωσης που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος του ... εκπροσωπούμενοι από άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, μετά την ανάκληση της δοθείσας στους εναγομένους εντολής και υποχρέωσε τον Δήμο να καταβάλει στους νυν ενάγοντες και κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 317.672,53 ευρώ και δη, 299.697,57 ευρώ ως αποζημίωσή τους που καθορίστηκε οριστικά με τη με αριθμ. 70/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών και 17.982 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική τους δαπάνη που καθορίστηκε με την ίδια εφετειακή απόφαση.

Η ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατέστη τελεσίδικη, με τη με αριθμ. 237/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την οποία επιτρεπτά επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες - εκκαλούντες στο στάδιο αυτό της δίκης, ως νέο αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ), καθότι εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με βάση τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτούς εντολής, επέδειξαν βαριά αμέλεια σε σχέση με τη έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των με αριθμ. ... και ... ιδιοκτησιών του κτηματολογικού πίνακα, την οποία διενήργησαν ανεπαρκώς, καθότι, αφενός μεν όφειλαν να διαπιστώσουν, ότι για την με αριθμ. ...- ιδιοκτησία, η οποία ήταν υπόχρεη για το μεγαλύτερο μέρος της αποζημίωσες (1.009,15 τμ Χ 293,47 = 296.155,25 ευρώ) είχε ήδη μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών από τις 22-8-1995 η με αριθμ.

πρωτ. .../1995 προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας "με την οποία διαπιστώθηκε η μεταβίβαση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ... Δημοτικού Σχολείου Πατρών στον .... αφετέρου δε όφειλαν να μελετήσουν ενδελεχώς το ισχύον νομοθετικό καθεστώς για τη με αριθμ. ... ιδιοκτησία, η οποία ήταν υπόχρεη για ένα πολύ μικρό μέρος της αποζημίωσης (12,05 τμ Χ 293,47 = 3.536,31 ευρώ), οπότε θα διαπίστωναν ότι κύριος αυτής ήταν ο ...

με καθολική εκ του νόμου διαδοχή, όπως άλλωστε διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, μετά την ανάκληση της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής, από έτερο πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, ο οποίος άσκησε για λογαριασμό τους και σε βάρος του ... την από 18-10-2006 αγωγή αποζημίωσης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμ. 201/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Με τα δεδομένα αυτά και δοθέντος του ότι, οι εναγόμενοι είχαν επιτύχει την έκδοση της με αριθμ. 70/25-1-2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όφειλαν μέσα σε εύλογο χρόνο και πάντως μέσα σε ένα μήνα από την έκδοσή της, όπως άλλωστε ήταν και το περιεχόμενο της σχετικής εντολής των εναγόντων, να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης ή αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του ...

για ποσό 299.691,56 (1.009,15 + 12,05 = 1.021,20 τμ Χ 293,47) ευρώ, αναφορικά με τις με αριθμ. ... και ... ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, η παρασχεθείσα από τους ενάγοντες εντολή, μετά την έκδοση της ως άνω εφετειακής απόφασης, να επιχειρήσουν (οι εναγόμενοι) να εισπράξουν τις οφειλόμενες αποζημιώσεις από τους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες εξωδικαστικά, δεν αφορούσε τις ως άνω ιδιοκτησίες, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οποίων, οι εναγόμενοι δεν είχαν καταλήξει, επικαλούμενοι αμφισβήτηση, όπως ανωτέρω εκτέθηκε.

Μάλιστα και μετά την ανάκληση της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής, στην από 5-12-2003 εξώδικη λογοδοσία τους, οι εναγόμενοι, εξακολούθησαν να ισχυρίζονται, ότι "δεν ήτο δυνατόν να ασκηθεί αγωγή κατά του ΟΣΚ, διότι στο υποθηκοφυλακείο Πατρών δεν υπάρχει στη μερίδα του ΟΣΚ εγγραφή για τη συγκεκριμένη υπό τον αριθμό (8) ιδιοκτησία, η οποία υποχρεούται να σας αποζημιώσει, και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να ζητήσουμε την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε να ασκήσουμε αγωγή αποζημιώσεως κατά του ΟΣΚ, διότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων ο υπόχρεος για αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως θα πρέπει να είναι κύριος του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή την 2-6-1998.

Η αναγραφή του ΟΣΚ ως φερόμενου ιδιοκτήτη στην υπ’ .../1996 πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως της Δ/νσεως Χ.Ο.Π. της Ν.Α. Αχαΐας δεν σας δίνει το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως". Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η προεκτεθείσα συμπεριφορά των εναγομένων κατά την εκτέλεση της δοθείσας σ’ αυτούς εντολής, είχε σημαντική απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετούς και επιμελούς δικηγόρου κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, φανερώνει δε αδιαφορία για τα συμφέροντα των εντολέων τους, καθότι οι εναγόμενοι, από τον Μάρτιο του έτους 1997, οπότε τους ανατέθηκε η σχετική εντολή, μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2002, οπότε εκδόθηκε η με αριθμ. 70/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, όφειλαν να είχαν επιλύσει το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των με αριθμ. ...

και ... ιδιοκτησιών, με αποτέλεσμα να γεννάται υποχρέωσή τους προς αποκατάσταση της επελθούσας, λόγω της επιδειχθείσας βαριάς τους αμέλειας, αποθετικής ζημίας των εναγόντων. Η ζημία δε αυτή, συνίσταται στο ποσό των 35.243,80 ευρώ που αντιστοιχεί στην απώλεια των τόκων υπερημερίας (6%) επί του ποσού των 299.691,56 ευρώ, τους οποίους με βεβαιότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα διεκδικούσαν οι ενάγοντες από τον ..., αφού ο τελευταίος θα είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή του παραπάνω ποσού του κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι και τις 16-6-2004 (χρόνος σύνταξης της υπό κρίση αγωγής), εφόσον οι εναγόμενοι είχαν μεριμνήσει να καταθέσουν σε βάρος του αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής μέσα σε ένα μήνα από την έκδοση της με αριθμ. 70/25-1-2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών και κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, η διαταγή πληρωμής θα είχε εκδοθεί και επιδοθεί στον Δήμο, μετά παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών, όπως συνέβη με τη με .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Πατρών για το άλλο τμήμα της συνιδιοκτησίας των εναγόντων, για το οποίο υπόχρεος προς αποζημίωση, ήταν επίσης ο ... ...

Με βάση τα προεκτεθέντα, οι εναγόμενοι, υποχρεούνται να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας από αυτούς, στους ενάγοντες, α) για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας, το συνολικό ποσό των 76.803,11 ευερώ κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και δη. στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 38.401,55 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 19.200,78 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 19.200,78 ευρώ και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) για την αποκατάσταση της αποθετικής τους ζημίας, το συνολικό ποσό των 35.243,80 ευρώ, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και δη, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό 17.621,90 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 8.810,95 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 8.810.95 ευρώ και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και γ) ποσό 10.000 ευρώ σε καθένα από τους ενάγοντες, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Συνολικά δε, οι εναγόμενοι, υποχρεούνται να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας από αυτούς, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 66.023,45 ευρώ (38.401,55 - 17.621.90 + 10.000), στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 38.01 1,73 ευρώ (19.200,78 + 8.810,95 + 10.000) και στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 38.01 1,73 ευρώ (19.200,78 + 8.810,95 + 10.000), με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής".

‘ Ηδη με τον υπό στοιχ. Α1 λόγο της κρινόμενης αίτησής τους, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, ήτοι παρά τις διατάξεις των άρθρων 442 ΑΚ, 527 αρ. 3 και 269 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο τον προβληθέντα, για πρώτη φορά ενώπιόν του με λόγο έφεσης, ισχυρισμό τους περί συμψηφισμού κατά της κύριας απαίτησης των αναιρεσιβλήτων συνολικού ποσού 142.046,91€, δικής τους ανταπαίτησης ύψους 148,664,51€ από την εκτέλεση της έμμισθης εντολής που τους συνέδεε με τους αναιρεσιβλήτους, εφόσον αυτός αποδεικνυόταν άμεσα από δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει.

Ωστόσο, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της από 5-7-2011 έφεσής τους προέβαλαν πράγματι ένσταση συμψηφισμού κατά της πρωτοδίκως επιδικασθείσας απαίτησης των αναιρεσιβλήτων συνολικού ποσού 142,046,91 ευρώ, δικής τους ανταπαίτησης συνολικού ποσού 148,664,51 ευρώ, από την εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, που περιλαμβάνει Α) ποσό 89260,31 € ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, οφειλόμενη σε αυτούς (αναιρεσείοντες) σύμφωνα με το άρθρο 169 του Κώδικα δικηγόρων (νδ. 3026/1954) για τις εκτελεσθείσες κατ’ εντολή και λογαριασμό τους δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του χρονικού διαστήματος από 26-3-1997 έως 7-11-2003 και αφορούν τη σύνταξη αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών στο όνομα της Ε.

Ν., τη σύνταξη της από 8-9-1997 περίληψης της υπ’ .../1996 πράξης τακτοποίησης - προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, καθώς και της από 8-9-1997 αίτησης προς τον Υπ/κα Πατρών για τη μεταγραφή της άνω περίληψης, τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα των συνημμένων εγγράφων (4 έγγραφα σύνολο 6 φύλλα) στην άνω αίτηση προς το Υπ/κα Πατρών, τη λήψη του από 11-9-1997 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, τον έλεγχο τίτλων των ιδιοκτησιών Ο.

Σ., συνολικής αξίας κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 233.370,59€, Σ. Μ. και Μ. Φ., συνολικής αξίας κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 291.315,12€, Α., Γ., Ν., Α., Γ. Σ., Μ. Β. και Π. Κ. συνολικής αξίας κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 133.178,24€, του Δημοσίου (συγκρότημα σχολικών κτιρίων), συνολικής αξίας, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 9.615.527,70€ του Π.

Π. του Ν., συνολικής αξίας, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 165.381,51 € Α. Π. - Π., Π. Π., Ν. και Π. Π. του Α., συνολικής αξίας, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 213.712,79€, Ι. Π. του Ν., Χ. Π. του Ι., και Ν. Π. του Ι., συνολικής αξίας, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό 425.047,87 € τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα εγγράφων (9 έγγραφα, σύνολο 27 φύλλα) προσαγόμενων κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης προσωρινής τιμής μονάδος, την έκδοση του υπ’ αριθμ. .../1998 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του τμήματος δημοτικής κατάστασης του ... (προσαγόμενο κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης), τη σύνταξη φύλλου υπολογισμού της αξίας του ακινήτου (προσαγόμενο κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής αποζημίωσης), τη σύνταξη της από 15-9-1998 (αρ.

πρωτ. .../98) αναφοράς - δήλωσης προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, την αμοιβή 12 αιτήσεων προς λήψη πιστοποιητικών προς τον Υπ/κα Πατρών, τη σύνταξη προτάσεων επί της από 19-12-1997 αίτησης αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης στο όνομα Ε. Ν., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησιών: 1) Π.

Π. του Ν. και της Π. 2) Ι. Π. του Ν. και της Π. 3) Ν. Π. του Ι. και της Μ. 4) Χ. Π. του Ι. και της Μ. 5) Α. χήρας Α. Π. το γένος Δ. και Θ. Π. 6) Π. Π. του Α. και της Α. 7) Ν. Π. του Α. και της Α. 8) Π. Π. του Α. και της Α. 9) Σ. Φ. του Κ. και Α. 10) Μ. συζύγου Σ. Φ. το γένος Δ. και Μ. Κ. 11) Μ. Φ. του Σ. και της Μ. 12) Ο. Σ. του Γ. και Τ. 13) Α. χήρας Β. Σ. το γένος Γ.

και Μ. Χ. 14) Γ. Σ. του Β. και Α. 15) Ν. Σ. του Β. και Α. 16) Α. Σ. του Β. και Α. 17) Γ. Β. και Α. Σ. 18) Μ. συζύγου Ε. Β. το γένος Β. και Α. Σ. 19) Π. συζύγου Β. Κ. το γένος Β. και Α. Σ. 20) Για έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ήτοι έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών προς εξακρίβωσιν της ακίνητης ιδιοκτησίας είκοσι προσώπων, τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα εγγράφων (5 έγγραφα σύνολο 13 φύλλα + 23 φωτοαντίγραφα συμβολαίων σύνολο 113 φύλλα) προσαγομένων κατά τη συζήτηση της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, την έκδοση δύο πιστοποιητικών από το ...

και τεσσάρων πιστοποιητικών από το Πρωτοδικείο Πατρών (προσαγόμενα στις άνω προτάσεις), τη λήψη τριών κτηματογραφικών αποσπασμάτων της ιδιοκτησίας Φ., την επίτευξη του συμβιβασμού με τους Σ. Φ., Μ. Φ. και Μ. Φ., (υπολογιζομένης της αμοιβής σύμφωνα με το ποσό του συμβιβασμού 29.269.294 δρχ. ή 85.896,68 ευρώ), την κοινοποίηση στο ...

της υπ’ αριθ. 70/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών, τη σύνταξη εξώδικης δήλωσης προς τους Α. Χ. Β. Σ., Γ. Σ., Ν. Σ., Α. Σ., Γ. θυγ. Β. Σ. και Μ. συζ. Ε. Β., την έκδοση των Α.Π. .../20-6-2002, .../20-6-2002, .../20-6-2002 .../20-6-2002, .../20-6-2002 και .../20-6-2002 Κτηματογραφικών Αποσπασμάτων, την έκδοση 6 πιστοποιητικών ιδιοκτησίας (υπ’ αριθ. πρωτ. ...24-6-2002) του υποθηκοφυλακείου Πατρών από τις μερίδες των Μ., Α..

Ν., Γ., Α. και Γ. Σ., την είσπραξη της οφειλομένης από ευρώ 3.344,09 αποζημίωσης συμβιβαστικώς από τον Ο. Σ., την είσπραξη της οφειλομένης από ευρώ 5.919,00 αποζημίωσης συμβιβαστικώς από τον Π. Π., την είσπραξη της οφειλομένης από ευρώ 49.989,00 αποζημίωσης συμβιβαστικώς από τους Ι. Π. του Ν., Χ. Π. του Ι. και Ν. Π. του Ι.), την είσπραξη της οφειλομένης από ευρώ 25.004,92 αποζημιώσεως συμβιβαστικώς από τους Α.

Π. - Π., Π. Π., Ν. Π. του Α. και Π. Π. του Α., την είσπραξη της οφειλομένης από ευρώ 14.652,38 αποζημίωσης συμβιβαστικώς από τους Α. Σ.. Γ. Σ., Ν. Σ.. Α. Σ.. Γ. Σ. και Μ. Β. - Σ., τη σύνταξη της από 18-11-2002 αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ .../2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών Συνολικού ποσού 569.532,22€, τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ... (... - αξία 3.550.000€, σύμφωνα με την έκθεση κατάσχεσης), τη σύνταξη της από 23-6-2003 περίληψης προσημείωσης υποθήκης για την ιδιοκτησία του ..., την αίτηση προς τον Υπ/κα Πατρών για την εγγραφή της άνω προσημείωσης τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα των συνημμένων εγγράφων στην άνω αίτηση προς το Υπ/κα Πατρών (2 έγγραφα 4 φύλλα), τη λήψη του από 25-6-2003 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, και τη λήψη αντιγράφου της υπ’ αριθμ. 3422/2003 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, Β) ποσό 14.925,48€, για δαπάνες που κατέβαλαν οι ίδιοι ως εντολοδόχοι δικηγόροι και αφορούν τη χαρτοσήμανση της άνω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, την αμοιβή δικαστικών επιμελητών για 21 κοινοποιήσεις της άνω αίτησης προς τους καθών απευθύνετο, τη χαρτοσήμανση της άνω από 8-9-1997 υπ’ .../1996 πράξης ταυτοποίησης - προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, τη χαρτοσήμανση της από 8-9-1997 αίτησης προς το Υπ/κα Πατρών για τη μεταγραφή της άνω περίληψης της υπ’ .../1996 πράξης, καταβληθέντα δικαιώματα Υποθηκοφυλακείου για την άνω αίτηση, τη λήψη του από 11-9-1997 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, παράσταση για την αναβολή της ως άνω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, τη χαρτοσήμανση της άνω από 19-12-1997 αίτησης, αναγνώρισης δικαιούχων, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή για 21 κοινοποιήσεις της άνω αίτησης προς τους καθ’ ων απευθύνετο, την παράσταση κατά την αναβολή της ανωτέρω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την παράσταση κατά την αναβολή της ανωτέρω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, καθώς και της άνω αναγνώρισης δικαιούχων, έξοδα παράστασης κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (δύο δικηγόροι), τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα εγγράφων (9 έγγραφα σύνολο 27 φύλλα) προσαγομένων κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης προσωρινής τιμής μονάδος, αντίγραφα των υπ’ αριθμ. 235/1998 πρακτικών αναβολής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την αμοιβή δικαστικών επιμελητών Πατρών Κ.

Ρ. και Αθηνών Ι. Π., για 18 κοινοποιήσεις των υπ’ αριθμ. 235/1998 πρακτικών αναβολής, τη χαρτοσήμανση 12 αιτήσεων για τη λήψη πιστοποιητικών προς τον Υπ/κα Πατρών, δικαιώματα Υπ/κείου επί των άνω αιτήσεων, έξοδα παράστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών για τη συζήτηση της άνω αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα εγγράφων (5 έγγραφα σύνολο 13 φύλλα + 23 φωτοαντίγραφα συμβολαίων σύνολο 113 φύλλα) προσαγομένων κατά τη συζήτηση της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, την έκδοση δύο πιστοποιητικών από το ...

και τεσσάρων πιστοποιητικών από το Πρωτοδικείο Πατρών (προσαγόμενα στις άνω προτάσεις), έξοδα για τα υπ’ αριθμ. πρωτ. ..., ...1998 πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, βαρών και μη διεκδίκησης του Υποθ/κείου Πατρών (.... πρωτ. Χ 4 πιστοποιητικά έκαστος), την χαρτοσήμανση της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών και των αντιγράφων της, την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή Πατρών Κ.

Ρ. για 21 κοινοποιήσεις της άνω αίτησης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης προς τους καθ’ ων, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή για την κοινοποίηση της από 13-3-2000 εξώδικης κλήσης, δήλωσης και διαμαρτυρίας προς τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή για την κοινοποίηση της από 8-4-2000 δήλωσης διατήρησης απαλλοτρίωσης προς τον Υπουργό των Οικονομικών, τη χαρτοσήμανση της από 5-5-2000 κλήσης για ορισμό νέας δικασίμου της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή Πατρών Κ.

Ρ. για 21 κοινοποιήσεις της άνω αίτησης - κλήσης προς τους καθών, τη χαρτοσήμανση της από 18-5-2001 κλήσης για ορισμό νέας δικασίμου, της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή Πατρών Κ. Ρ. για 21 κοινοποιήσεις της άνω αίτησης - κλήσης προς τους καθών, την αναβλητική παράσταση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ενόψει συζήτησης της αίτησης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης την 1-11-2001, έξοδα παράστασης ενώπιον του Εφετείου Πατρών κατά τη συζήτηση της αίτησης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, τη χαρτοσήμανση 3 περιλήψεων προσημείωσης υποθήκης για τις ιδιοκτησίες Σ., Μ.

και Μ. Φ., τη χαρτοσήμανση 3 αιτήσεων προς τον Υπ/κα Πατρών για την εγγραφή των άνω προσημειώσεων, τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα των συνημμένων εγγράφων στις άνω αιτήσεις προς τον Υπ/κα Πατρών, δικαιώματα Υποθηκοφυλακείου επί των άνω αιτήσεων, την αμοιβή δικαστικού επιμελητή για την κοινοποίηση στο ...

της υπ’ αριθμ. 70/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών, την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή Πατρών Κ. Ρ. για 6 κοινοποιήσεις εξώδικης δήλωσης προς Α., Γ., Ν., Α., Γ. Σ. και Μ. συζ. Ε. Β., δικαιώματα Υποθηκοφυλακείου Πατρών, για 6 πιστοποιητικά ιδιοκτησίας (υπ’ αριθμ. πρωτ. ...24-6-2002) από τις μερίδες των Μ., Α., Ν., Γ., Α. και Γ.

Σ., τη χαρτοσήμανση της από 23-6-2003 περίληψης προσημείωσης υποθήκης για την ιδιοκτησία του ..., τη χαρτοσήμανση της σχετικής αίτησης προς τον Υπ/κα Πατρών, το δικαίωμα Δημοσίου για την εγγραφή της άνω προσημείωσης τη χαρτοσήμανση και αντιγραφικά δικαιώματα των συνημμένων εγγράφων προς τον Υπ/κα Πατρών (2 έγγραφα 4 φύλλα), τη λήψη του από 25-6-2003 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, καταβληθέντα δικαιώματα υποθηκοφυλακείου για την εγγραφή της υπ’ .../2003 έκθεσης κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Π.

Λ. - Ρ. επί ακινήτου του ..., την δημοσίευση του ...2003 προγράμματος πλειστηριασμού της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Π. Λ. - Ρ. στην εφημερίδα των Πατρών "...", την πληρωμή εξόδων και αμοιβών της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Π. Λ. - Ρ. σύμφωνα με τον από 4-7-2003 πίνακά της εξόδων τελών και δικαιωμάτων για την εκτέλεση της υπ’ .../2003 διαταγής πληρωμής του ΜονΠρΠατρ., έξοδα παράστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, επί της από 9-9-2003 αίτησης αναστολής εκτέλεσης του ...

κατά των εναγομένων, έξοδα αναβλητικής παράστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, επί της από 9-9-2003 αίτησης αναστολής εκτέλεσης του ... κατά των εναγομένων, την λήψη αντιγράφου της υπ’ αριθμόν 3422/2003 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και έξοδα αποστολής της άνω απόφασης, όπως ειδικότερα αναλύονται κατά τα επιμέρους αντίστοιχα κονδύλια τούτων για καθεμία των προαναφερόμενων ενεργειών και δαπανών, στον περιεχόμενο στην ως άνω έφεσή τους πίνακα, Γ) ποσό 15.832,20€ που εισέπραξαν οι εφεσίβλητοι εντολείς τους από το ...

για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα της υπ’ .../2003 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και Δ) ποσό 33.694,20€, που επίσης εισέπραξαν οι εντολείς τους για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ποσοστού 6% επί της οφειλόμενης αποζημίωσης από το ... αφαιρουμένων των καταβληθέντων σε αυτούς (αναιρεσείοντες) ποσών των δρχ. 1.000.000 ή ευρώ 2.934,70 και 2.112,98€.

Με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες την 24-4-2013 στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν επικαλεστεί στις ενσωματωμένες σε αυτές πρωτόδικες προτάσεις τους και προσκόμισαν τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αίτηση έγγραφα, ως σχετικά 5-7, 10, 13-15, 18-22, 25, 32, 33, 147-149 και συγκεκριμένα την από 26-3-1997 αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης στο όνομα της Ε.

Ν. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την από 8-9-1997 αίτηση και περίληψη της υπ’ .../1996 πράξης τακτοποίησης - προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, το από 16-9-1997 πρακτικό αναβολής εκδίκασης της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, την υπ’ αρ. ...1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών περί καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, την από 19-12-1997 αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης στο όνομα της Ε.

Ν., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την υπ’ αριθμ. 183/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών περί αναγνώρισης δικαιούχων της οφειλόμενης αποζημίωσης, την από 6-3-1999 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την από 13-3-2000 εξώδικη κλήση δήλωση και διαμαρτυρία προς τη Δ/νη Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, την από 8-4-2000 δήλωση διατήρησης απαλλοτρίωσης,κοινοποιηθείσα στη Δ/νη Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών, την από 25-4-2000 δήλωση συνέχισης απαλλοτρίωσης προς το ..., την από 5-5-2000 κλήση για ορισμό νέας δικασίμου της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, την από 18-5-2001 κλήση για καθορισμό νέας δικασίμου της ανωτέρω αίτησης, την υπ’ αριθμ. 70/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, την από 13-3-2000 εξώδικη κλήση, δήλωση, διαμαρτυρία προς τη Δ/νση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, την υπ’ .../2003 Διαταγή Πληρωμής με την υπ’ αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Κ. Ρ., τα υπ’ αριθμ. .../2004 χρηματικά εντάλματα πληρωμής του ... προς τους αναιρεσίβλητους, ενώ στη συνέχεια αναφερόμενοι στο δεύτερο λόγο της έφεσής τους και στην προβληθείσα με αυτόν για πρώτη φορά ένσταση συμψηφισμού της έναντι των αναιρεσιβλήτων ανταπαίτησής τους συνολικού ποσού 148664,51€, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δικαιολογήσουν την "βραδεία προβολή της", δήλωσαν ότι συμψηφίζουν το νομίμως παρακρατηθέν από αυτούς ποσό των 76.803,11€ με το ισόποσο από το οφειλόμενο στους ιδίους, καθώς και κάθε άλλο ποσό, που τυχόν καταδικαστούν να καταβάλλουν στους εφεσίβλητους (ήδη αναιρεσίβλητους) μέχρι του άνω ποσού της ανταπαίτησής τους, για την οποία όμως, παρά την άρνηση των τελευταίων, δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν άλλα, εκτός των προπεριγραφομένων, ιδιωτικά ή δημόσια έγγραφα προς άμεση (παραχρήμα) απόδειξή της.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως άνω έγγραφα για την απόδειξη των αναφερομένων σε αυτή περιστατικών, τη δε προβληθείσα με το δεύτερο λόγο έφεσης ένστασης συμψηφισμού των αναιρεσειόντων, ως εκκαλούντων, απέρριψε ως απαράδεκτη και με την αιτιολογία ότι: "η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση των εναγομένων, δεν αποδεικνύεται παραχρήμα, κατά την έννοια που εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δηλαδή, δεν αποδεικνύεται με έγκυρα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα (άρθρ. 438 και 443 του Κ.Πολ.Δικ.

αντίστοιχα) την ύπαρξη των οποίων δεν επικαλούνται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι για το παραδεκτό της ένστασής τους ή με δικαστική ομολογία των αντιδίκων τους, αλλά αντίθετα χρήζει περαιτέρω απόδειξης για την βασιμότητά της με άλλα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου δεν είναι εκκαθαρισμένη, προϋπόθεση απαραίτητη για την τυπική και περαιτέρω την ουσιαστική παραδοχή της στο στάδιο αυτό της υπόθεσης".

Ενόψει όμως του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και των παραδοχών της, με τις οποίες κατέληξε στην ως άνω απορριπτική της κρίση, γιατί δεν συνέτρεχε η αναγκαία προϋπόθεση της άμεσης (παραχρήμα) απόδειξης, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, που θέτει η διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, για το παραδεκτό της προβολής από τους αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη με λόγο έφεσης, της περί συμψηφισμού ένστασης δικής τους ανταπαίτησης κατά της επίδικης απαίτησης των αντιδίκων τους, προκύπτει αδίστακτα, ότι το Εφετείο αναιρετικά ανέλεγκτα έκρινε και ότι η ίδια ένσταση δεν αποδεικνυόταν εγγράφως παραχρήμα από τα προαναφερόμενα έγγραφα, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αφού κάτι τέτοιο άλλωστε, ούτε οι ίδιοι είχαν ισχυριστεί στις κατατεθείσες την 24-4-2013 ενώπιόν του έγγραφες προτάσεις τους (βλ.

σελ. 34, 35 αυτών). Επομένως, το Εφετείο, που με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασής του, οδηγήθηκε στην απόρριψη ως απαράδεκτου του δεύτερου λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων και της περί συμψηφισμού ένστασής τους που στήριξε, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο υπό στοιχ.

Α1, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, εφόσον η απορριπτική της ένστασης συμψηφισμού των αναιρεσειόντων κρίση του Εφετείου ως απαράδεκτης, κατ’ άρθρο 442 ΑΚ, στηρίζεται αυτοτελώς στην ορθή, κατά τα ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, οι υπό στοιχ.

Α1, κατά το πρώτο σκέλος του, και Α2 λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 και 1 ΚΠολΔ, με τους οποίου πλήττεται αντίστοιχα τόσο η επάλληλη αιτιολογία αυτού περί απαραδέκτου της ίδιας ένστασης εξαιτίας του αδικαιολόγητου της βραδείας προβολής της, όσο και η επικουρική του αιτιολογία για τη μη νόμιμη ανταπαίτηση των αναιρεσειόντων σύμφωνα με το άρθρο 170 του ν.δ. 3026/1954, είναι αλυσιτελείς.

Περαιτέρω, ενόψει των προαναφερόμενων παραδοχών του, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον κατά τα άνω εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του άρθρου 73 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, θεμελιώνουν πράγματι τη γενόμενη δεκτή βαριά αμέλεια των εναγομένων δικηγόρων και την προς υποστήριξη αυτής επιπλέον παραδοχή ότι η αποδειχθείσα, κατά τα ανωτέρω απόκλιση της συμπεριφοράς αυτών από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς και συνετού δικηγόρου, αναφορικά με την έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των υπόχρεων προς αποζημίωση υπ’ αριθμ. ...

ιδιοκτησιών, είναι σημαντική, σε βαθμό καταδεικνύοντα πλήρη αδιαφορία τους για τα επιζήμια, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων εντολέων τους, αποτελέσματα, με τις υποστηρίζουσες την παραδοχή αυτή ως άνω ορθές αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο υπό στοιχ. Β λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον ‘ Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 470/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, (άρθρα 176, 180 § 1, 183,, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2015 αίτηση των Α. Κ. και Μ. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6321/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ` Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ