Legislator Case Law & Legislation
1856/2016 AI generated

1856/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1856/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1856/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως (18-12-2008 έως 22-12-2008) μετά, δηλαδή, τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".

Keywords

AI generated
unpaid licensing royalties pecuniary penalties disciplinary action corruption offences extortion of excessive official fees claim for contributions
AI generated
1916/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου - Εισηγητή, Μαρία Κουβίδου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
1664/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2583/2008
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
327/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
2116/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1856 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1856/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 916/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Άρτας.

Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "... Α.Ε." που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα. Το Τριμελές Πλημ/κείο Άρτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...16.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το όρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από την διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως, δηλαδή, επιταγής, που είναι ακάλυπτη.

Με την νέα, δηλαδή, ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Κατά δε το εδ. α της παρ. 5 του άρθρου 79 του ίδιου ν. 5960/1933, όπως η παρ. 5 είχε προστεθεί με την παρ. 1 εδ. αΛ αρθρ. 4 του ν. 2408/1996, τροποποιηθεί με το άρθρο 22 του ν. 2721/1999 και αντικατασταθεί με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της".

Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.

Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Η ύπαρξη εγκλήσεως προκειμένου περί εγκλήματος διωκόμενου κατ’ έγκληση, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, το οποίο αν διαπιστώσει ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομίμως φείλει να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, καθόσον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση της, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 1535/2005).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως (18-12-2008 έως 22-12-2008) μετά, δηλαδή, τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".

Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλων είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007, "επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. ...

Το καταστατικό μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει, και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτό μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους.

Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του".

Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας.

Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (ΟλΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής.

Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.

Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας,, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεως του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 22 παρ.3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των όρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ.

γ’ ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 4/2006). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.8 του ν.2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν. 3604/2007: Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωση τους".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο πρόεδρος του ΔΣ εγκύρως εκδίδει αντίγραφα των πρακτικών του Δ.Σ.

Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η οποία απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ και της οποίας η έλλειψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός περί μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως (επί εγκλήματος που διώκεται κατ’ έγκληση), αφού η παραδοχή του άγει στην κήρυξη της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου απαράδεκτης.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.

Περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει όταν το Δικαστήριο επί εγκλήματος που διώκεται κατ’ έγκληση, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά το ότι η έγκληση υποβλήθηκε απαραδέκτως (περ.δ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης, για τις ανάγκες του αναιρετικού έλεγχου, κατά τη δικάσιμο που εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμό 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο συνήγορος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής διώξεως για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, επειδή όπως ιστορούσε στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, στο πρακτικό του Δ.Σ.

της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας " ... ΑΕ", που ήταν και η δικαιούχος υποβολής της εγκλήσεως, δυνάμει του οποίου είχε εξουσιοδοτηθεί ο δικηγόρος Άρτας Φ. Γ. να υποβάλει, και υπέβαλε τελικά την έγκληση, δεν βεβαιωνόταν το γνήσιο των υπογραφών των μελών του Δ.Σ., αλλά βεβαιωνόταν το γνήσιο της υπογραφής μόνον της εκδώσασας το αντίγραφο του σχετικού πρακτικού Προέδρου του Δ.Σ.

της εγκαλούσης, πράγμα το οποίο δεν αρκεί, και ζήτησε, λόγω της μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως, το απαράδεκτο της ποινικής διώξεως. Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του συνηγόρου του τότε εκκαλούντος κατηγορουμένου με την, κατά πιστή μεταφορά, εξής αιτιολογία: "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μονάχα για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι, απορριπτέοι, νέοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στην έκθεση αλλά προτείνονται για πρώτη φορά στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστήριο (ΑΠ 456/1963 Ποιν.Χρον.1964.145). Αν το δικαστήριο, που δικάζει σε δεύτερο βαθμό, υπερβεί τα όρια του μεταβιβαστικού της έφεσης αποτελέσματος, υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας που καθιστά την απόφασή του αναιρετέα (αρθρ.502 παρ.2, 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, ΑΠ 138/1972 Ποιν.Χρον.1972, 446, ΑΠ 125/1971 Ποιν.Χρον.1971, 385, Η Ποινική Δίκη Διαδικασία στο ακροατήριο (1ου και 2ου βαθμού καθώς και στον Α.Π., Ι.Ζώη, Β’ έκδοση 2011, εκδόσεις Τσίμος σελ.273).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, δια του συνηγόρου του, αιτείται, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεώς του, ενιστάμενος κατά την .....σε βάρος του, ποινικής διώξεως, επί των κατηγορουμένων πράξεων (των οποίων θα γίνει διεξοδική ανάπτυξη στους οικείους τόπους), την απόρριψη αυτής ως απαραδέκτου, για το λόγο ότι ο καταθέσας την μήνυση έγκληση δικηγόρος της νόμιμης κομίστριας των επιταγών της κατηγορίας, στερούνταν σχετικής προς τούτο εξουσίας, διότι δε λειτουργούσε, επουδενί, ως υποκατάστατο όργανο της Α.Ε., αλλά ως εντολοδόχος αυτής, δεν .....δε, στην ασκηθείσα έγκληση, η σχετική νομιμοποιητική πράξη του Δ.Σ.

της ένδικης Α.Ε. βεβαιουμένου του γνησίου των υπογραφών των μελών του Δ.Σ. αυτής. Ο σχετικός λόγος (που συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό) προτάθηκε μεν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, δεν φέρεται νομίμως όμως προς ...ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, διότι από την ανάγνωση του εφετηρίου προκύπτει ότι δεν βάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση και κατά το κεφάλαιο τούτο, με ειδικό λόγο εφέσεως, ως προσαπαιτεί η προσέγγιση της υπόθεσης, αφού κάθε απορριπτόμενος αυτοτελής ισχυρισμός αντικρούεται με ειδικό λόγο εφέσεως και επομένως, σύμφωνα, με τις προεκτεθείσες σκέψεις, πρέπει ν’ απορριφθεί ο λόγος αυτός, ως δομείται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως απαράδεκτος".

Ακολούθως μετά την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική υπ’ αριθμό 916/2015 απόφαση του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της (κατά το έτος 2008) εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με την ανωτέρω, απορριπτική του επίμαχου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, απήντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ουδεμία ακυρότης επήλθε κατά το άρθρο 170 παρ.1δ ΚΠΔ, και επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α ΚΠΔ, πρώτος λόγος ,κατά το μέρος, με το οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ακροάσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση του συνημμένου στην έγκληση υπ’ αριθμ 1/9-2-2009 πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, και του καταστατικού αυτής, το οποίο συνεδρίασε με την παρουσία όλων των μελών του και είχε νόμιμη απαρτία, ο δικηγόρος Φ.

Γ., που κατέθεσε την από 24-2-2009 έγκληση, είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση από το ΔΣ της άνω εταιρίας, το οποίο σύμφωνα με το καταστατικό της, (άρθρο19 περ.ΣΤ) είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτεί και τρίτους στη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων εκπροσώπησης της εν λόγω εταιρίας.

Συνεπώς, εφόσον, ο άνω δικηγόρος ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του Δ.Σ της εταιρίας, δεν ήταν αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Κατά συνέπεια, ο, από το άρθρο 510, παρ.1 στοιχ. Η περ.δ’ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με το να προβεί στην, κατά τα άνω, απόρριψη με την παρεμπίπτουσα απόφαση, του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος για μή νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως και να προχωρήσει στην καταδίκη του για την αξιόποινη πράξη της κατ’ εξακολούθηση εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. E’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κωδικός να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ’ Κ.Ποιν.Δ.) η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ του ιδίου Κώδικα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο εφόσον εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και κρίθηκε τυπικά παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 511 εδάφ.α’ Κ.Ποιν.Δ.) Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο ή στοιχείο του κατηγορητηρίου που είναι έγγραφα μη υπαγόμενα σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 364 Κ.Ποιν.Δ., ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό με αριθμό 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ εξακολούθηση (παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933), με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, σε μία ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο δικαστής, ότι από τα μνημονευόμενα κατ είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά πιστή αντιγραφή: "Από την ανωμοτί κατάθεση της μάρτυρα κατηγορητηρίου (νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας - ανώνυμης εταιρείας) και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο δικαστήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ομοίως νομότυπα και την απολογία του κατηγορουμένου (εκκαλούντος) αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο παρών κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι τα τέλη του έτους 2008 είχε ενεργό ανάμειξη με τα διοικητικά θέματα της "..." και την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. (ιδιότητα, που κατείχε και σε παλαιότερη διοίκηση, της άνω ΠΑΕ, υπό την προεδρία Π.Ο.), αντιμετωπίζοντας, ανοιχτές οικονομικές θέσεις της ΠΑΕ έναντι της εγκαλούσας εταιρείας, από παροχή υπηρεσιών της τελευταίας, προς του ποδοσφαιριστές της ομάδος (ως άνω) και άλλων συναφών υπηρεσιών ξενοδοχείων, όπως ο ίδιος συνομολογεί μετέφερε στο λογαριασμό της εγκαλούσας, τις επιταγές που ταυτοποιούνται στο κατηγορητήριο και το διατακτικό με τα στοιχεία Α, Β, Γ και Δ (όλες εκδοθείσες, μεταχρονολογημένες, με χρόνο πραγματικής κυκλοφορίας τον Οκτώβριο του 2008 και λήξη διάφορο, κατά την εξειδίκευση του διατακτικού) και προκειμένου να αντικατασταθούν άλλες, που ήδη είχαν λήξει (με έκδοτη, ως ισχυρίζεται τον Πρόεδρο της ομάδας Ι.Α.

απέγραψε τα στοιχεία των ληξουσών επιταγών με τα ίδια στοιχεία, .....τις λήξεις των συμπληρωμένων, κατά τα ανωτέρω, ώστε να φαίνονται πως εκδίδονται την 18.12.2002, 22.12.2008, 28.12.2008 και 20.1.2009, συρόμενα επί της Γενικής Τράπεζας και για ποσά αντιστοίχως, 14.000€, 6.000€, 10.286,30€ και 1079,00€ και εγχείρισε αυτές στους υπεύθυνους του λογιστηρίου της εγκαλούσας ανυπόγραφες ως διατείνεται.

Όμως, το ανυπόγραφο, τούτων είναι επιχείρημα που δεν πείθει το δικαστήριο τούτο, καθώς αντικρούεται τόσο από τη μάρτυρα κατηγορίας, που καταθέτει σαφώς, περί του αντιθέτου, ούτε και από την γραφολογική διερεύνηση του δικαστικού πραγματογνώμονα Θ.Β., που χωρίς να έχει κατηγορηματικότητα δεν αντικρούει την ανωτέρω κατάθεση, αντιθέτως ενισχύει αυτή.

Άλλωστε ο ίδιος ο κατ/νος δεν διατείνεται ότι κανείς άλλος, σαφώς, υπέγραψε τις τέσσερις αυτές επιταγές. Κατά τα λοιπά ως .....άλλη επιταγή δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για .....από την εδραία πεποίθηση ότι η διοίκηση Α. θα ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις της αυτές έναντι της εγκαλούσας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτιών" Στη συνέχεια, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, στην Άρτα, στους παρακάτω χρόνους με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν από τον πληρωτή, στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής, δηλαδή με πρόθεση στον ανωτέρω τόπο εξέδωσε:

Α) στις 18-12-2008 επιταγή με αριθμό ... που έπρεπε να πληρωθεί στο εδώ υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας για (14.000) ευρώ σε διαταγή "... ΑΕ" η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοση της και ειδικότερα στις 12-12-2008 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Β) στις 22-12-2008 επιταγή με αριθμό ... που έπρεπε να πληρωθεί στο εδώ υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας για (6.000) ευρώ σε διαταγή "... ΑΕ" η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοση της και ειδικότερα στις 12-12-2008 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Γ) στις 28-12-2008 επιταγή με αριθμό ... που έπρεπε να πληρωθεί στο εδώ υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας για (10.286,30) ευρώ σε διαταγή "... ΑΕ" η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοση της και ειδικότερα στις 12-12-2008 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Δ) στις 20-1-2009 επιταγή με αριθμό ... που έπρεπε να πληρωθεί στο εδώ υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας για (1.079,00) ευρώ σε διαταγή "... ΑΕ" η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοση της και ειδικότερα στις 12-12-2008 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

ΔΕΧΕΤΑΙ ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη του από αίτια μη ταπεινά." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ως εκδότης τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 57, 79, 98 παρ.1, 84 αρθρ.79 παρ.1 Ν.5960/33, όπως αντ.

με αρθ.1 ΝΔ1325/72, παρ. του Ν.24408/1996 και αρθ.22 Ν.2721/99., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων εξέδωσε τις επίδικες επιταγές ατομικά, τις οποίες μάλιστα προσκόμισε ο ίδιος στο λογιστήριο της εγκαλούσας σε αντικατάσταση άλλων επιταγών της ... ΑΡΤΑΣ, ενώ είναι αδιάφορη η αιτία εκδόσεώς τους, αφού το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη αιτίας ή οφειλής του εκδότη, διότι το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής.

Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη, για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμος. Οι εμπεριεχόμενες στον λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι επήλθε ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνιστάμενη σε έλλειψη ακροάσεως, επειδή, ενώ ζήτησε να αναγνωσθούν δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, που είχαν διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης από τον δικαστικό γραφολόγο, Θ.

Β., από τις οποίες προέκυπτε η αθωότητα του, το δίκασαν Τριμελές παρέλειψε την ανάγνωση τους, ωστόσο όμως η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται σε μία από αυτές, χωρίς να προσδιορίζει αν πρόκειται για την κύρια ή την συμπληρωματική, με συνέπεια να υπάρχει και έλλειψη αιτιολογίας. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα, ούτε έχουν διορθωθεί, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και ότι μετά την άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση προσέφυγε στο δικαστήριο και τούτο δεν απήντησε.

Άλλωστε από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά αμέσως και ευθέως στη αναφερόμενη διηγηματικά γραφολογική διερεύνηση του δικαστικού πραγματογνώμονα Θ. Β., από τη στιγμή που είχε στη διάθεσή του αρκετά άλλα στοιχεία μεταξύ των οποίων τη μαρτυρία της πολιτικώς ενάγουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις τα άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης. Kατ’ ακολουθία και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό η κρίση αίτηση για αναίρεση της 916 /2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ.583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παράστασης πολιτικώς εναγούσης (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθ.1/2016 αίτηση του Α. Μ., κατοίκου Δ.Δ. ... της Δ.Δ. ... του Δήμου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ.916/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ