Legislator Case Law & Legislation
1856/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding insurance contract damages and joint liability for fraudulent misrepresentation.

Case Number 1856/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in an insurance contract dispute. The appellant argued the lower court erred in finding joint liability, while the appellee contended the insurance company was liable for the advisor's fraud. The court held that while the lower court correctly established joint liability, it failed to rule on the specific claim regarding the advisor's illegal and culpable conduct causing the loss.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-341, 559, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by parties, and an appeal is admissible if the lower court failed to rule on a specific claim regarding the legality and culpability of a party's conduct that caused the loss.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure joint liability insurance contract fraudulent misrepresentation partial remittal evidence evaluation culpable conduct

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338-341 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1856 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1856/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Οικονόμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3314/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4849/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 31-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρθ. 11 παρ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά, αντιθέτως, καταλείπονται αμφιβολίες για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση του υπ' αρ. 724/2006 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλ/κών Αθηνών, το οποίο παραδεκτώς προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα (2η εναγομένη) στην δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της και με τον οποίο βούλευμα ο 1ος εναγόμενος (προστηθείς από την αναιρεσείουσα) απηλλάγη της κατηγορίας της απάτης κατ' άρθρο 386 ΠΚ, σε υπόθεση όπου η βάση της αδικοπραξίας, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός παράνομα και υπαίτια σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ήταν αυτό τούτο το ποινικό αδίκημα.

Το εν λόγω βούλευμα προσκομίσθηκε προς (αντ-)απόδειξη της ελλείψεως παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του 1ου εναγομένου (προστηθέντος από την αναιρεσείουσα), γεγονός που θα απέκλειε τη θεμελίωση ευθύνης και της αναιρεσείουσας (προστήσασας), εις ολόκληρον με τον 1ο εναγόμενο. Για το αποδεικτικό αυτό έγγραφο σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο, (όπως έπραξε για τα άλλα αποδεικτικά μέσα), παρά την αποδεικτική του σπουδαιότητα, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του, μπορεί να χρησιμεύσει στην συναγωγή τεκμηρίου για την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο του άνω βουλεύματος και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με το τελευταίο πόρισμα, έπρεπε, ενόψει της σοβαρότητάς του, να το αντικρούσει.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο, είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, για τη θεμελίωση της ευθύνης του προστήσαντος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922ΑΚ δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενοχικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αφού η σχέση της πρόστησης μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να ανακύψει ευκαιριακά για μια και μόνο πράξη.

Απαιτείται όμως ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή μόνο στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε. Απαιτείται ακόμη πταίσμα του προστηθέντος (πράξη παράνομη και υπαίτια) και η πράξη του να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια (σχέση) με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανέλαβε.

Ειδικώς, επί συμβάσεως έργου ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από τον εργοδότη.

Συνεπώς, ο τελευταίος είναι ανεύθυνος για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου. Εξαίρεση ισχύει όταν ο εργοδότης επιφυλάσσει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, οπότε ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

Μεταξύ των εναγομένων κατηρτίσθη εγγράφως η από 25/01/1991 σύμβαση ασφαλειομεσίτη, δυνάμει της οποίας ο πρώτος των εναγομένων, ανέλαβε έναντι προμηθείας κατά κλάδο ασφάλισης, να διαμεσολαβεί για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της δευτέρας εναγομένης και τρίτων προσώπων που θα πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος.

Στο άρθρο 2 της εν λόγω σύμβασης προσδιορίζονται οι υποχρεώσεις του πρώτου εναγομένου, στο δε άρθρο 4 αποσαφηνίζεται και δηλώνεται ότι η εν λόγω σύμβαση είναι η υπό του άρθρου 27 Ν.Δ. 400/1970 και το άρθρο 6 του Β.Δ. 503/1972 προβλεπόμενη τοιαύτη, ήτοι της συμβάσεως έργου, και ότι σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ή ερμηνευθεί σαν σχέση εργασίας, ή μίσθωσης υπηρεσίας εν γένει.

Ο πρώτος εναγόμενος, που τελευταίως, αντί για ασφαλειομεσίτης, προσδιορίζεται στο νόμο και στις συναλλαγές ως ασφαλιστικός σύμβουλος, με βάση τη σύμβαση αυτή έργου προτείνει, για λογαριασμό της εναγομένης, ασφαλιστικές λύσεις στους ενδιαφερόμενους να ασφαλισθούν πελάτες, χωρίς το δικαίωμα επί ποινή ακυρότητος της σύμβασης (άρθρο 5 περ. 5.5) εκπροσώπησης και υπογραφής ασφαλιστηρίων.

Για τον τρόπο δε εκπληρώσεως των καθηκόντων του, αυτός ακολουθούσε τις συμφωνημένες ως άνω οδηγίες, που αναγράφονται στο προμνησθεν άρθρο 2 της σύμβασης, και ειδικότερα για κάθε προτεινόμενη συνεργασία υποβάλλεται από τον πρώτο εναγόμενο προς την δευτέρα εναγομένη, ειδικό έντυπο, που χορηγεί αυτή, κατά κλάδο ασφάλισης, υπογεγραμμένο από τον πελάτη και τον πρώτο εναγόμενο και για κάθε δημοσίευση ή διαφήμιση που έχει σχέση με τη δευτέρα εναγομένη πρέπει ο πρώτος εναγόμενος να ζητάει την προηγούμενη έγγραφη έγκρισή της.

Εξ αυτών αποδεικνύεται ότι με βάση τις οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, συνιστάμενες στον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου έπρεπε να κινηθεί ο πρώτος εναγόμενος, αυτός προέβη στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, προκειμένου να καταρτισθούν μεταξύ αυτής και της δευτέρας .εναγομένης οι παρακάτω επίδικες ασφαλιστικές συμβάσεις.

Δικαίωμα ελεύθερης δράσης, μη υπακούον σε οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, ο πρώτος εναγόμενος είχε, ως εργολάβος, ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης πελατών. Ακόμα δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα το μήνα Μάιο 1999, ήλθε σε επικοινωνία με τον πρώτο εναγόμενο, ασφαλιστικό σύμβουλο της δευτέρας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, προκειμένου να συνάψει ασφαλιστική σύμβαση ζωής με τη δευτέρα, συνδεδεμένη με επενδύσεις προς εξασφάλιση των τέκνων της ...

και .... Δήλωσε δε σε αυτόν, ότι επιθυμεί μία ασφάλιση, χωρίς να διακινδυνεύσει το κεφάλαιο της και να είναι σε θέση να το αναλάβει ολόκληρο οποτεδήποτε. Ο εν λόγω εναγόμενος της πρότεινε να υπογράψει ασφαλιστική σύμβαση και να συμμετάσχει έτσι στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "μεταβλητό κεφάλαιο-Εθνική Σύνταξη" και παράλληλα τη διαβεβαίωσε ψευδώς, εν γνώσει τελών της αναληθείας, ότι, το κεφάλαιο που θα κατέθετε, ως επενδυτικό ασφάλιστρο για τη συμμετοχή της στο εν λόγω πρόγραμμα, θα μπορούσε να το αναλάβει οποτεδήποτε ολόκληρο, πλέον κερδών αν υπήρχαν.

Απέκρυψε δε το αληθές ότι, το προς ανάληψη ποσό του κεφαλαίου ήταν συνδεδεμένο με τη διακύμανση της τιμής του ενεργητικού του μεταβλητού κεφαλαίου. Έτσι η ενάγουσα πεισθείσα στις "ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του ασφαλιστικού συμβούλου, της δευτέρας εναγομένης, υπέβαλε προς αυτή την από 27/5/1999 αίτηση για συμμετοχή της στο εν λόγω ασφαλιστικό πρόγραμμα και εξεδόθησαν από την εναγομένη τα σχετικά υπ' αριθ. ...

και ... ασφαλιστήρια συμβόλαια, με συμβαλλομένη την ίδια ατομικά και στο όνομα των ασφαλιζομένων προμνησθέντων τέκνων της. Για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 61.717,23 Ευρώ και συνολικώς το ποσό των 123.434,46 ευρώ. Από το ποσό αυτό ένα τμήμα του εκ 6.046,34 Ευρώ εχρησιμοποιήθη για την εξόφληση των ετησίων τακτικών ασφαλίστρων και το υπόλοιπο ποσό των 117.388,12 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων στο ως άνω πρόγραμμα "Εθνική Σύνταξη".

Μετά δύο περίπου μήνες από την κατάρτιση των ανωτέρω ασφαλιστικών συμβάσεων, η ενάγουσα, έχουσα υπ' όψιν τις προμνησθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, στις 20/7/1999 συνήψε με την δευτέρα εναγομένη, το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο οποίο ασφαλισμένη είναι η ίδια και κατέβαλε το ποσό των 63.128,39 Ευρώ.

Από το ποσό αυτό, τμήμα του εκ 3.023,17 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως τακτικό ασφάλιστρο και το υπόλοιπο ποσό χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων στο ως άνω πρόγραμμα. Στις 15/10/1999 κατέβαλε και το ποσό των 23.477,62 Ευρώ, που χρησιμοποιήθηκε από την δευτέρα εναγομένη ως έκτακτο ασφάλιστρο.

Και για τα τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 210.040,40 Ευρώ. Η ενάγουσα, κατά την παραλαβή των ανωτέρω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, είχε δικαίωμα, κατά το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2496/1997, να προβεί προς τη δευτέρα εναγομένη, σε δήλωση εναντίώσης συμπληρώνουσα να συνημμένα σε αυτά σχετικά έντυπα υποδείγματα, και να θεωρηθούν άκυρα τα εν λόγω ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Πλην όμως είχε πεισθεί στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου (ότι είχε δυνατότητα ανάληψης ολοκλήρου του κεφαλαίου οποτεδήποτε μετά των τυχόν κερδών) και δεν προέβη στις ανωτέρω δηλώσεις εναντίωσης. Το επόμενο έτος 2000, τους μήνες Απρίλιο και Ιούνιο, τα ανωτέρω ασφαλιστήρια ακυρώθηκαν, επειδή η ενάγουσα δεν πλήρωσε τα ετήσια ασφάλιστρα για το έτος 2000-2001.

Η μη πληρωμή των ασφαλίστρων εγένετο, επειδή ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωσε την ενάγουσα ψευδώς, πως η καταβολή των ασφαλίστρων δεν ήταν απαραίτητη, στην περίπτωση που υπάρχουν κέρδη. Το αληθές όμως ήταν, ότι η ενάγουσα μόνο μετά την καταβολή τριών ετησίων ασφαλίστρων, θα ηδύνατο να εξαγοράσει τα μερίδια στα οποία είχαν μετατραπεί τα χρήματά της, με βάση την τρέχουσα τιμή αυτών (των μεριδίων).

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ενόψει της ακύρωσης των συμβολαίων, η ενάγουσα ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο την απεμπλοκή της από τις ασφαλιστικές συμβάσεις και την επιστροφή των χρημάτων της. Μετά από συνεχείς και έντονες οχλήσεις της ενάγουσας, ο πρώτος εναγόμενος παρεδέχθη ότι αναληθώς διαβεβαίωσε την ενάγουσα, ότι δηλαδή το κεφάλαιο μπορεί αυτή να το εισπράξει ακέραιο οποτεδήποτε, και μάλιστα συνέταξε το από 15/7/2003 ιδιόγραφο σημείωμα που παρέδωσε στην ενάγουσα, για να αποτελέσει τη βάση της επιστολής της, που αυτή θα έστελνε προς τη δευτέρα εναγομένη, προς επιστροφή των χρημάτων της.

Στο εν λόγω σημείωμα γίνεται λόγος, ότι ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι το κεφάλαιό της δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Ακολούθως η ενάγουσα υπέβαλε σχετικές αιτήσεις, προς τη δευτέρα εναγομένη, και ζήτησε την εξαργύρωση των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Και ειδικότερα για τα υπ' αριθ. ...

και ... συμβόλαια, η δευτέρα εναγομένη επέστρεψε, στις 8/8/2005 το ποσό των 44.052,29 για το καθένα και για το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο επέστρεψε το ποσό των 52.079,58 Ευρώ και συνολικώς το ποσό των 140.184,16 Ευρώ, ποσό που υπολείπεται κατά 69.856,34 Ευρώ, από το αρχικώς καταβληθέν κεφάλαιο των 210.040,50 Ευρώ.

Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος ενεργών εντός των πλαισίων των καθηκόντων του, ως ασφαλιστικός σύμβουλος της δευτέρας εναγομένης και υπό τις οδηγίες αυτής προς πλήρη και ορθή ενημέρωση του ενδιαφερομένου να ασφαλισθεί, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της μέλλουσας να συναφθεί ασφάλισης, κατά τα εν αρχή προεκτεθέντα, εκ προθέσεως, παρά τον νόμο και τις οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα, ίση με το απωλεσθέν ποσό του κεφαλαίου της εξ 69.856,34 Ευρώ (άρθρο 914 ΑΚ).

Το ποσό αυτό της ζημίας είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα και δη ο μεν πρώτος εναγόμενος ως μετελθών την περιγραφείσα ως άνω απάτη, η δε δευτέρα εναγομένη λόγω της αποδειχθείσης σχέσης προστήσεως μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι υπάρχει σχέση προστήσεως μεταξύ των εναγομένων, αφού ο πρώτος εκτελώντας τις οδηγίες που είχε λάβει από την δεύτερη προέβη στη σύναψη των ανωτέρω ασφαλιστικών συμβάσεων, στο πλαίσιο δε αυτής της σχέσεως προκάλεσε στην ενάγουσα παρανόμως και υπαιτίως την εκτεθείσα ζημία.

Επομένως ο, 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο που δέχθηκε την ύπαρξη σχέσης προστήσεως παραβίασε το άρθρο 922 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου (ως προς το δεύτερο μέρος του), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και μόνο ως προς το κεφάλαιο περί ύπαρξης ή μη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του προστηθέντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθμ. 4849/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, οριζόμενα σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ