Legislator Case Law & Legislation
1856/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on bonus payment conditions in employment contract dispute.

Case Number 1856/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by employees against a multi-member first-instance court decision regarding bonus payments. The employees argued for a 1% sales commission, but the lower court found the employer's board had conditionally agreed to this only if sales targets of 30-35% were met. The court ruled that the lower court correctly applied the law by rejecting the claim because the specific performance conditions were not fulfilled.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must not apply interpretative rules to fill gaps in a clear declaration of will when the opposing party's appeal lacks legal basis.

Keywords

AI generated
conditional employment bonus sales target performance declaration of will interpretative rules appeal admissibility civil code provisions employer board decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1856 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1856/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ..... και 275) Χ275, από τους οποίους οι υπό στοιχεία 8) Χ8, 120) Χ120 και 172) Χ172, παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλκιβιάδη Παππά, ο οποίος εκπροσώπησε τους λοιπούς. Βρέθηκαν απόντες οι αναιρεσείοντες με τα στοιχεία : 12) Χ12, 16) Χ16, 32) Χ32, 62) Χ62, 70) Χ70, 78) Χ78, 84) Χ84, 96) Χ96, 134) Χ134, 136) Χ136, 139) Χ139, 165) Χ165, 169) Χ169, 173) Χ173, 193) Χ193, 217) Χ217, 229) Χ229, 232) Χ232, 242) Χ242, 245) Χ245, 248) Χ248, 253) Χ253, 266) Χ266 και 275) Χ275. Στη συνέχεια ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δήλωσε ότι: α) ο υπό στοιχ. 19) Χ19 απεβίωσε στις 6.5.2007 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Χ19-Α και Χ19-Β, β) ο υπό στοιχ. 249) Χ249 απεβίωσε στις 20.5.2007 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Χ249-Α, Χ249-Β και Χ249-Γ και γ) ο υπό στοιχ. 205) Χ205, απεβίωσε στις 25. 9.1998, πριν την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε) Α.Ε", που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ευγενία Σούμπαση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.03.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 5950/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24.03.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 27.03.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., και ..... των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Αθηνών ....., Θηβών ....., Χανίων ....., Λασιθίου Κρήτης ....., Λιβαδειάς ....., Ναυπλίου ..... και Ηρακλείου Κρήτης ....., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 24-03-2006 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 24-4-2007, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 26-2-2008 και μετά ταύτα αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης, και κλήσεως προς εμφάνιση κατά την τελευταία δικάσιμο (30-9-2008), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες 1) Χ12, 2) Χ16, 3) Χ32, 4) Χ62, 5) Χ70, 6) Χ78, 7) Χ84, 8) Χ96, 9) Χ134, 10) Χ136, 11) Χ139, 12) Χ165, 13) Χ169, 14) Χ173, 15) Χ193, 16) Χ217, 17) Χ229, 18) Χ232, 19) Χ242, 20) Χ245, 21) Χ248, 22) Χ253, 23) Χ266 και 24) Χ275. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου δια νομίμως διορισμένου δικηγόρου (ΚΠολΔ 94 παρ. 1, 96, 97), ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο για να διορίσουν δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και οι απολιπόμενοι πιο πάνω αναιρεσείοντες, εφόσον αυτοί έχουν από τους ομοδίους τους ως άνω αναιρεσείοντες κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει και του άρθρου 35 ΑΚ, που ορίζει ότι το πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του, προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, υπό τους όρους του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που έχει πεθάνει πριν από την κατάθεσή του, με την οποία συντελείται κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ η άσκηση του ενδίκου μέσου, είναι άκυρο και η ακυρότητα αυτή αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου με αριθμ. ..... του ληξιάρχου του Δήμου Χαλανδρίου προκύπτει ότι ο 205ος ..... έχει πεθάνει από τις 24-9-1998, δηλαδή πριν από την κατά την 19-4-2006 άσκηση της αναίρεσης. Επομένως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από τον Χ205, λόγω της ακυρότητας κατά τούτο του σχετικού δικογράφου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 προκύπτει ότι η βιαία διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικώς με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη ..... ληξιαρχική πράξη του ληξιάρχου Περιστερίου Αττικής στις 6-5-2007 απεβίωσε ο 19ος αναιρεσείων ....., ο οποίος όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής Μαρίας Λαζάρου, σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμ. .....

έκθεση αποποίησης κληρονομίας της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, που δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο, κατέλιπε κατά το θάνατό του μόνους πλησιεστέρους συγγενείς τη σύζυγό του Α και τα τέκνα του 1) Χ19-Α και 2) Χ19-Β. Η σύζυγός του αποποιήθηκε την επαχθείσα κληρονομιά του συζύγου της. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .....

ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Δημοπούλου, που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, στις 20-5-2007 απεβίωσε ο 249ος αναιρεσείων και κατέλιπε κατά το θάνατό του μόνους πλησιέστερους συγγενείς την σύζυγό του Χ249-Ακαι τα εκ του νομίμου γάμου του μετ' αυτής τέκνα του, ήτοι : την Χ249-Β, τον Χ249-Γ, την Β και την Γ.

Οι δύο τελευταίες αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές ως άνω κληρονομιά του πατέρα τους. 'Ολοι οι ανωτέρω κληρονόμοι των αποβιωσάντων δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση των υποθέσεών τους, λόγω του θανάτου των άνω καθολικών δικαιοπαρόχων τους, βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψη της απ' αυτούς ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων τους, η οποία έτσι παραδεκτά επαναλαμβάνεται απ' αυτούς που παρίστανται νομίμως.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστε και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. 'Εμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής :

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάζονταν ως υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Οργανισμού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως τις αρχές του έτους 1998 στη Διεύθυνση Τηλεφωνικών Καταλόγων αυτού, ο τελευταίος μέχρι το έτος 1995 είχε αναθέσει στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εκδοτική Οδηγών Αγοράς ΕΠΕ" την πραγματοποίηση πωλήσεων στους χρυσούς οδηγούς και τους τηλεφωνικούς καταλόγους του Το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού στις 20-10-1994 αποφάσισε ότι από 1-11-1995 τα έργο των προσωπικών πωλήσεων προβολής δια μέσου των τηλεφωνικών καταλόγων του θα διεξάγεται από τον ίδιο τον Οργανισμό.

Ακολούθησε η υπ' αριθ. ..... εισήγηση της Διεύθυνσης Τηλεφωνικών Καταλόγων προς το Δ.Σ αυτού, η οποία είχε ως αντικείμενο την οργανωτική δομή των πωλήσεων με πωλητές και ομαδάρχες αυτών στις μεγάλες πόλεις, την πρόσληψη και αμοιβή και νέων πωλητών από την ελεύθερη αγορά και επιπλέον, στο κεφάλαιο Ε' αυτής προτεινόταν ότι προκειμένου να δραστηριοποιηθεί όλο το προσωπικό της Διευθύνσεως Τηλεφωνικών Καταλόγων και να αμβλυνθούν πιθανές αντιθέσεις μεταξύ των εργαζομένων στην εν λόγω Διεύθυνση, ποσοστό 1% επί των συνολικών πωλήσεων των τηλεφωνικών καταλόγων θα διανέμεται, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως των τιθεμένων στόχων σε κάθε κύκλο εκδόσεως, στο υπόλοιπό προσωπικό της ως άνω Διευθύνσεως, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Επιχειρησιακών Στρατηγικών Μονάδων, ανάλογα με τη συμμετοχή εκάστου στους στόχους, που έχουν πραγματοποιηθεί και μετά από εισήγηση της ανωτέρω Διευθύνσεως.

Στις 18-7-1995 ακολούθησε στο Δ.Σ συζήτηση αυτής, κατά την οποία ο διευθύνων σύμβουλος ..... πρότεινε για τους υπαλλήλους πωλητές να παίρνουν ποσοστά και την αμοιβή τους ως υπάλληλοι, τα ποσοστά να μην μπορούν να υπερβούν τα 250.000.000δρχ. σε ετήσια βάση, να μην υπάρχουν απώλειες στην ανανέωση των υφισταμένων συμβολαίων και, αν υπάρχουν, αν καλύπτονται από ποσοστά νέων πωλήσεων και επιπλέον, ο στόχος των νέων πωλήσεων να καθορίζεται κατά κατάλογο από τη Διοίκηση του Οργανισμού σε συνεργασία με την ως άνω Διεύθυνση και, αν ο στόχος αυτός δεν πραγματοποιείται, τότε να μη δίνεται πρόσθετη αμοιβή στους πωλητές ούτε το 1% των πωλήσεων στο υπόλοιπο προσωπικό της Διευθύνσεως.

Κατά τη συζήτηση ο παριστάμενος γενικός διευθυντής ..... επιβεβαίωσε ότι η άποψη της Διεύθυνσης Τηλεφωνικών Καταλόγων και του ιδίου είναι οι στόχοι αύξησης των πωλήσεων να κυμαίνονται σε ποσοστό μεταξύ 20-30% και όχι ο διευθύνων σύμβουλος καθόρισε αυτούς σε ποσοστό 30-35%. Το Διοικητικό Συμβούλιο για το θέμα, που αφορά την ένδικη αγωγή, αποφάσισε ότι "εγκρίνει το σύστημα αμοιβής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο κεφ.

Ε' της υπηρεσιακής εισηγήσεως, όπως τροποποιείται με την πρόταση του διευθύνοντος συμβούλου κατά τη συζήτηση του θέματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός δια του Δ.Σ αυτού, ως αρμοδίου οργάνου, δεσμεύθηκε για την καταβολή του ποσοστού 1% των πωλήσεων στο υπόλοιπο προσωπικό της εν λόγω Διευθύνσεως (δέσμευση που είχε τη μορφή της εκούσιας παροχής πέραν του μισθού του και η οποία έγινε σιωπηρά αποδεκτή απ' αυτό) μόνο αν υπάρχει αύξηση των πωλήσεων σε ποσοστό 30-35% και επιπλέον, ότι δεν θα υπάρχουν απώλειες στην ανανέωση των υφισταμένων συμβολαίων και ότι τυχόν απώλειες θα καλύπτονται από ίσες πωλήσεις.

Ακολούθως, το ανωτέρω Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, γιατί δεν εκπληρώθηκε ο προαναφερόμενος όρος και δεν έχει καμία έννομη επιρροή η επικαλούμενη απ' αυτού θετική εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Τηλεφωνικών Καταλόγων, ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η δέσμευση αυτή ήταν χωρίς ειδικούς όρους και επίτευξη στόχων δεν συσταθεί, αφού υπήρχε εξειδίκευση στόχων και αυτή καθορίσθηκε ότι θα γίνεται κατά κατάλογο από τη Διοίκηση του Οργανισμού και ότι, αν ο στόχος αυτός δεν πραγματοποιείται, τότε δεν θα δίνεται πρόσθετη αμοιβή στους πωλητές ούτε το 1% των πωλήσεων στο υπόλοιπο προσωπικό της ως άνω Διευθύνσεως.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται την ένδικη πρόσθετη αμοιβή από την αναιρεσείουσα εταιρία και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα απέρριψε την σχετική αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχτηκε, ούτε εμμέσως, ύπαρξη κενών ή αμφιβολίας στην επίμαχη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσίβλητου οργανισμού, όσον αφορά την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους των αναφερομένων στην αγωγή χρηματικών ποσών λόγω της επικαλούμενης πρόσθετης αμοιβής από την ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, ορθώς δεν εφήρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και επομένως ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24 Μαρτίου 2006 αιτήσεως του Χ205 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5950/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 24 Μαρτίου 2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5950/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ