Supreme Court allows appeal against insurance company, ruling lower court erred on limitation period for claims against supplementary fund.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the insurance company, overturning the appellate court's decision. The lower court incorrectly held that the limitation period for the insured's claim against the supplementary fund was interrupted by procedural acts related to a third-party claim. The court ruled that these were distinct legal relationships subject to different limitation periods, meaning the three-year deadline had expired by the time the supplementary fund was sued.
Legislator headnote
AI generatedArticles 16 and 19 of Law 489/1976; The supplementary fund is liable only when the insurer is bankrupt or license revoked, and the insured's claim against the fund is subject to a three-year limitation period distinct from the two-year period for third-party claims, which does not interrupt the former.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1856 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1856/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βούλτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. έκθ. κατάθεσης 155/1987 αγωγή και 334/1994 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17 Μαϊου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 19 του ν.489/1976 προκύπτει ότι δικαιούχος της απαιτήσεως κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι όποιος έχει απαίτηση αποζημιώσεως για αποκατάσταση ζημίας από αυτοκινητικό ατύχημα. Η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου διαμορφώνεται από το νόμο έναντι του ζημιωθέντος προσώπου και όχι έναντι του υποχρέου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστικού εκείνου οργανισμού που υποχρεώνεται, είτε βάσει του νόμου, είτε της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ζημιώσαντος δεν ιδρύεται οποιαδήποτε έννομη σχέση. Εξαίρεση στα ανωτέρω υπάρχει σε περίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του παραπάνω νόμου, στη θέση του εν λόγω ασφαλιστή υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Περαιτέρω, από τη σύμβαση ασφαλίσεως προκύπτει η αξίωση ελευθερώσεως του ασφαλισμένου. Ο τελευταίος δικαιούται να απαιτήσει από τον ασφαλιστή του να τον καλύψει σε περίπτωση ζημίας που προκαλείται σε τρίτο. Η κάλυψη αυτή γίνεται είτε με την καταβολή στον τρίτο από τον ασφαλιστή της αποζημιώσεως, είτε με την καταβολή απευθείας στον ασφαλισμένο, όταν ο τελευταίος ικανοποίησε προηγουμένως τον τρίτο.
Η υποχρέωση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο Επικουρικό Κεφάλαιο, συνεπεία της υποκαταστάσεως που επέρχεται λόγω της πτωχεύσεως ή της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας. Αν ο υπόχρεος σε αποζημίωση ικανοποιήσει τον παθόντα, δεν δικαιούται να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Στην περίπτωση, όμως, της κατά τα ανωτέρω, εκ του νόμου υποκαταστάσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου στη θέση του ασφαλιστή που πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπάρχει τέτοιο δικαίωμα του υποχρέου σε αποζημίωση και ως εκ τούτου θεωρείται παραδεκτή η από αυτόν προσεπίκληση του Επικουρικού Κεφαλαίου, ενώνοντας μάλιστα και αγωγή αποζημιώσεως κατά του τελευταίου, που έχει την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή, κατ΄ άρθρο 88 ΚΠολΔ, για να του παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, δηλαδή να του καταβάλει όσα αυτός υποχρεωθεί να παράσχει στο ζημιωθέντα τρίτο.
Εξάλλου, κατά το ισχύον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα άρθρο 195 του ΕμπΝ, κάθε αγωγή, που πηγάζει από τη σύμβαση της ασφαλίσεως κατά ζημιών ή επί της ζωής, παραγράφεται με την παρέλευση τριών ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του παθόντος τρίτου, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή (άρθρο 189 Ε.Ν.) έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο τρίτος, που ζημιώθηκε, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου, που ζημιώθηκε και επομένως ούτε και το ποσό της αξιώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή.
Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου παραγράφεται με την παρέλευση των τριών ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου, η παραγραφή δε αυτή διακόπτεται, κατ΄ άρθρο 261 ΑΚ, με την έγερση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Η κύρια από 5-5-1987 αγωγή των παθόντων από αυτοκινητικό ατύχημα τρίτων (......
κλπ) κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, των συνιδιοκτητών αυτού και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ," στην οποία ήταν αυτό ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος (11.5.1985), επιδόθηκε στην τελευταία (ασφαλιστική εταιρεία) στις 7.5.1987 με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 29.9.1987.
Μετά από αναβολή της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο αυτή και ματαίωσή της κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19-1-1988, η κύρια αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 18-10-1990 κλήση των εναγόντων, που εκδόθηκε στην πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία στις 30-11-1990, για τη δικάσιμο της 12-2-1991. Μετά από αλλεπάλληλες εκ του πινακίου αναβολές κατά τις δικασίμους στις 12.2.1991, 21.5.1991, 26.11.1991, 7.4.1992, η συζήτηση της αγωγής, κατά την τελευταία αυτής δικάσιμο, ματαιώθηκε.
Με την Κ3/5492/1.10.1992 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και με την από 15-9-1993 κλήση των εναγόντων της κύριας αγωγής κατά των λοιπών εναγομένων (πλην της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας) η κύρια αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 9-11-1993, οπότε αναβλήθηκε για τις 29-3-1994 και εκ νέου για τις 25.10.1994.
Στις 23.8.1994 κατατέθηκε η από 22-8-1994 προς επίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή των εναγομένων (της κύριας αγωγής) κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματος Αυτοκινήτων, που επιδόθηκε σ' αυτό την 1.9.1994 και συζητήθηκε μαζί με την κύρια αγωγή κατά την ορισθείσα δικάσιμο στις 25-10-1994. Έτσι, η προβληθείσα κατά τη δικάσιμο αυτή εκ μέρους του προσεπικαλουμένου - εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου ένσταση παραγραφής της κύριας αγωγής έναντι της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και συνεπώς και έναντι αυτού, είναι αβάσιμη, αφού από το τέλος του έτους κατά το οποίο έγινε η επίδοση της κύριας αγωγής στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και από κάθε άλλη διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (πλην της ματαιώσεως της συζητήσεως), που διακόπτει την παραγραφή (7.5.1987, 29.9.1987, 19.1.1988, 18.10.1990, 30.11.1990, 12.2.1991, 21.5.1991, 26.11.1991) μέχρι την επίδοση της προσεπικλήσεως - παρεμπίπτουσας αγωγής στο Επικουρικό κεφάλαιο (1.9.1994) και τη συζήτηση (25.10.1994), δεν μεσολάβησε τριετία".
Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε με βάση τις παραπάνω παραδοχές, ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου δεν υπέπεσε σε παραγραφή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την από 22.8.1994 παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων γιατί η αξίωση αυτών (κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου) είχε υποπέσει στην παραπάνω τριετή παραγραφή, και ακολούθως δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών και υποχρέωσε το εναγόμενο με αυτή Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει στους ενάγοντες της ίδιας αγωγής τα ποσά, που αυτοί καταδικάσθηκαν, βάσει της κυρίας κατ΄ αυτών αγωγής των παθόντων, να καταβάλουν στους τελευταίους.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρι. 1, ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 195 Εμπ.Ν. και 261 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η παραγραφή της αξιώσεως των αναιρεσίβλητων κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, περί της οποίας η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών, διακόπηκε με την επίδοση και τις διαδικαστικές πράξεις που επακολούθησαν (επί) της από 5.5.1987 κυρίας αγωγής των ζημιωθέντων τρίτων κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", ενώ πρόκειται περί διαφορετικών αξιώσεων, υποκειμένων μάλιστα και σε διαφορετική παραγραφή, αφού η κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αξίωση των ζημιωθέντων τρίτων υπόκειται στη διετή παραγραφή από την ημέρα του ατυχήματος, κατ΄ άρθρο 19 παρ. 2 ν.489/1986, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η εν προκειμένω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, που υποκαταστάθηκε κατά νόμο στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή (άρθρο 25 παρ.4 ν.489/1976), παραγράφεται μετά πάροδο τριετίας, που αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου.
Επομένως αφού από το τέλος του έτους 1987 μέχρι της επίδοσης (στις 1.9.1994) της παρεμπίπτουσας αγωγής παρήλθε τριετία, η επίδικη αξίωση υπέπεσε στην οριζόμενη ως ανωτέρω τριετή παραγραφή.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, επειδή ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 345/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ