Supreme Court allows appeal against debt collection judgment due to insufficient evidence of debtor's insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a debt collection fund against a judgment ruling in favor of a debtor. The court found the lower court's findings regarding the debtor's inability to pay were incomplete and failed to establish a permanent state of insolvency. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal if the lower court's findings on the debtor's insolvency are insufficient to prove permanent inability to pay debts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1855 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Σ. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AΕ") και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μαγειροπούλου και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 352/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν ε-πιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 973/4-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Α. , που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 30-3-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ".
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (21-10-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον η ανωτέρω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με την κρινόμενη από 30-3-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 95/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Η αίτηση αναιρέσεωςέχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 14 Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. ( όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 1-4-2019, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως άρχιζε την 2-4-2019 και έληγε την 2-4-2021, η δε αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, την 1-4-2021, πριν τη λήξη της διετούς προθεσμίας (άρθρα 741, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας στις 11-12-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 644/2020, ΑΠ 735/2019).
Ειδικότερα, βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά, με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020,ΑΠ 257/2020).
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 883/2020,ΑΠ 257/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 497/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 497/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 1171/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 335/2020).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα (πριν χορηγήσουν την πίστωση) της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1453/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 1485/2019).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γΓ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα), (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1171/2021, ΑΠ 1353/2021).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση του πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1007/2021, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 508/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006, ΑΠ 400/2020).Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τονΆρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 860/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι με την από 11-12-2014 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση πιστωτές του, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτού, κατά το ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής του απ' αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου του, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτός υπέβαλε, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αλμωπίας), με την υπ' αριθμ. 352/2017 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την προβληθείσα από το ήδη αναιρεσείον (και τους λοιπούς πιστωτές) ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και εξαίρεσε την πρώτη κατοικία αυτού από την εκποίηση.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΕ" άσκησε έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως, ώστε ν' απορριφθεί η αίτηση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 95/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την αίτηση δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ'ουσίαν.
Το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως (και όχι τρίτο, όπως από αριθμητική παραδρομή αναφέρεται) που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε κι εφήρμοσε την έννοια του δόλου, του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
α' ν.3869/2010 σε συνδ. και με το άρθρο 330 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον απέρριψε ως αόριστη, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως με τις από 15-11-2018 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του οφειλέτη (δηλ.
άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ειδικότερα δε, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ότι μόνη η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους των οφειλετών αναλήψεως υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, δια του δανεισμού τους, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας τους να τις αποπληρώσουν, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ενστάσεως δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες των οφειλετών με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως και των υποχρεώσεών τους και τη συνέχιση αναλήψεως υποχρεώσεων εκ μέρους τους, ενέργειες, όμως, που στην προκειμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται και συνεπώς ότι ομοίως αποφανθέν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γΓ αυτό τα αντιθέτως υποστηριζόμενα τυγχάνουν απορριπτέα.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως αόριστη την ως άνω ένσταση δεχόμενο αφ' ενός μεν ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλέτη αναλήψεως υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, διά του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, αφ' ετέρου δε με το να απαιτήσει προς τούτο ως πρόσθετο στοιχείο την αναφορά συγκεκριμένων ενεργειών του που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση αναλήψεως οικονομικών υποχρεώσεων εκ μέρους του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ενστάσεως δολιότητας του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (18-10-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 1146/2021, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 30/2020).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021).
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 1266/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 663/2020, ΑΠ 270/2020).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 232/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 7/2020).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας συνοπτικά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δεν αναφέρεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Ειδικότερα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: "Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι 48 ετών περίπου, παντρεμένος με την Ε. Μ. , επίσης 48 ετών περίπου, έχουν, δε, αποκτήσει δύο τέκνα, τη Φ., που γεννήθηκε την 5- 4-2001, και τη Δ., που γεννήθηκε την 31-5- 2002.
Ο αιτών είναι αστυνομικός και υπηρετεί... και η σύζυγος του είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ από το έτος 2010. Ο μηνιαίος μισθός του ανέρχεται πλέον σε 1.540 ευρώ, μετά την άρση της μηνιαίας παρακράτησης μέρους του καταβαλλόμενου σε αυτόν μισθού, ποσού 235,31 ευρώ, δυνάμει της από 19-2- 2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Αλμωπίας ... .
Κατά το οικονομικό έτος 2011 τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματά του, από την εργασία του, ανήλθαν σε 22.286.41 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 σε 21.403,81 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 σε 20.629,07 ευρώ και κατά το οικονομικό έτος 2014 σε 19.669,60 ευρώ...Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών είχε συνάψει: 1) με την πιστώτρια Τράπεζα Eurobank (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), α.
την υπ' αριθ. 2065683428 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ως οφειλέτης, από την οποία οφείλει το ποσό των 798,60 ευρώ, β. την υπ' αριθ. 650000508258 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως οφειλέτης, από την οποία οφείλει το ποσό των 38.855,76 ευρώ, γ. την υπ' αριθ. 650000508934 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως οφειλέτης, από την οποία οφείλει το ποσό των 46.921,83 ευρώ, δ.
την υπ' αριθ. 650000519986 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως οφειλέτης, από την οποία οφείλει το ποσό των 4.255,32 ευρώ, ε. την υπ' αριθ. 3200000139517 σύμβαση επαγγελματικού δανείου, ως εγγυητής, από την οποία οφείλει το ποσό των 21.102,67 ευρώ, στ. την υπ' αριθ. 91109611670025 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ως οφειλέτης, από την οποία οφείλει το ποσό των 126,50 ευρώ.
Ως ο ίδιος ο αιτών, αλλά και η ως άνω πιστώτρια, συνομολογούν, οι υπό στοιχείο (β) και (γ) ως άνω απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με Α' προσημείωση υποθήκης επί της κατωτέρω περιγραφόμενης κατοικίας του αιτούντος, η υπό στοιχείο (δ) ως άνω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με Β' προσημείωση υποθήκης επί του ίδιου ακινήτου, ενώ η υπό στοιχείο (ε) ως άνω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με Δ' προσημείωση υποθήκης επί του ίδιου ακινήτου, 2) Με την πιστώτρια Άλφα Τράπεζα, α.
ως οφειλέτης, την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 4.916,39 ευρώ, β. ως εγγυητής, την υπ' αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ... ), από την οποία οφείλει το ποσό των 85.888,44 ευρώ, γ. ως εγγυητής, την υπ' αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου (αριθμός λογαριασμού ... ), από την οποία οφείλει το ποσό των 116.021,15 ευρώ, και δ.
ως εγγυητής, την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 49.045,58 ευρώ. Ως ο ίδιος ο αιτών, αλλά και η ως άνω πιστώτρια, συνομολογούν, οι υπό στοιχείο (β) και (γ) ως άνω απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με Γ προσημείωση υποθήκης επί της κατωτέρω περιγραφόμενης κατοικίας του αιτούντος, 3) Με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το με αριθμό λογαριασμού 0/...
δάνειο μικροεπισκευών, ως οφειλέτης, από το οποίο οφείλει το ποσό των 14.777,42 ευρώ... Εξάλλου, τα προαναφερόμενα εισοδήματα και η ρευστότητα του αιτούντος, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς του και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και αποθαρρύνει τη δυνατότητα αύξησης των εισοδημάτων του, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις του αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωσή του μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, στις οποίες δεν έχει περιέλθει δολίως, υπό την έννοια ότι γνώριζε ότι αναλάμβανε δανειακές υποχρεώσεις δυσανάλογες των οικονομικών του δυνατοτήτων. Ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του α) κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, ένα διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με πρόσοψη επί της οδού ... , μικτού εμβαδού 121,548 τ.μ.
και καθαρού 100,80 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 82,703°/οο εξ αδιαιρέτου. Βρίσκεται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο έκτασης 1.120,20 τ.μ., το οποίο προέκυψε από την αυτοδίκαιη συνένωση των υπ' αριθ. … και … οικοπέδων, του … Ο.Τ. στην …. Περιήλθε, δε, στον αιτούντα με το υπ' αριθ. ... /2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλμωπίας Ειρήνης Μιχαηλίδου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας, στον τόμο ...
και με αριθμούς ... . και ... . (ως αγοραπωλησία και ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας). Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειας του, η αντικειμενική του, δε, αξία ανέρχεται σε 44.706,82 ευρώ (το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, την οποία ζητά ο αιτών), β) το υπ' αριθ. 223 οικόπεδο του Ο.Τ. 20 του συνοικισμού Τσάκων Αλμωπίας, έκτασης 1.067 τ.μ..
Περιήλθε σε αυτόν με τον υπ' αριθ. 36481/2004 τίτλο κυριότητας, ο οποίος δεν έχει μεταγραφεί, διότι ο αιτών δεν έκτισε επί του ακινήτου, ως όφειλε, και υπάρχει κίνδυνος ανάκλησης του άνω τίτλου. Η αντικειμενική αξία του άνω ακινήτου ανέρχεται σε 7.404,47 ευρώ, γ) ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ... , μάρκας DAEWOO , με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2002, 1349 κ.εκ., το οποίο χρησιμεύει για τις καθημερινές μετακινήσεις του αιτούντος και της οικογένειας του, αξίας 1.500 ευρώ περίπου.
Η εκποίηση των δύο τελευταίων στοιχείων δεν κρίνεται πρόσφορη, διότι το αυτοκίνητο είναι αναγκαίο για τις μετακινήσεις του αιτούντος και της οικογένειας του, ενώ το οικόπεδο, λόγω της μικρής αξίας του, σε περίπτωση εκποίησής του δεν αναμένεται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.), πέραν, ασφαλώς, του κινδύνου ανάκλησης του τίτλου του αιτούντος.
Ο αιτών δεν έχει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία, τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, μερίσματα ή ομόλογα, ενώ δεν προέβη σε μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων την τελευταία τριετία. Το συνολικό προς διάθεση από τον αιτούντα προς τις πιστώτριες ποσό προκύπτει από την αφαίρεση των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του, ύψους 1.235 ευρώ, από το μηνιαίο οικογενειακό του εισόδημα, και, συνεπώς, ανέρχεται (το προς διάθεση ποσό) σε 300 ευρώ/μήνα.
Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και, ειδικότερα, σε αυτή των άρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και 2...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 95/2019 απόφαση του, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον λόγο της έφεσης και επανυποβληθέντα ισχυρισμό με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος- πρώτου αναιρεσιβλήτου της προϋποθέσεως της μόνιμης ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των χρεών αυτού, στη συνέχεια δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την εν λόγω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθ. 352/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωσή της το αναφερόμενο ποσό.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (καθώς και των λοιπών ανωτέρω αναιρεσίβλητων πιστωτριών), περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών των χρεών του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.β του ν. 3869/2010, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία νομική σκέψη.
Ειδικότερα, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχεται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου από την εργασία του, κατά τα οικονομικά έτη 2011 έως 2014 ανέρχονταν στα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά (κατά το οικονομικό έτος 2011 σε 22.286,41 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 σε 21.403,81 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 σε 20.629,07 ευρώ και κατά το οικονομικό έτος 2014 σε 19.669,60 ευρώ) και επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, και αφετέρου στην αποπληρωμή του συνόλου των δανείων του, ότι ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν κατά το χρόνο συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε 1.540 ευρώ (και επομένως στο ποσό των 18.480 ευρώ ετησίως[1540 Χ 12 μήνες]), ότι η σύζυγος του είναι άνεργη από το 2010, ότι τα έσοδα του δεν επαρκούσαν για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς το αναιρεσείον και τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή του για χρέη που ανέλαβε σε χρόνο προγενέστερο του έτους (ύψους 382.709,66 ευρώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσοβαλλομένης [798,6 + 38.855,76 + 46.921,83 + 4.255,32 + 21.102,67 + 126,50 +4.916,39 + 85.888,44 + 116.021,15 +49.045,58 + 14.777,42 =382.709,66]), ότι το συνολικό προς διάθεση προς τις πιστώτριες ποσό ανέρχεται σε 300 ευρώ/μήνα, αφαιρουμένων των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, ύψους 1.235 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων αυτού (πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντος) για την εξυπηρέτηση των δανείων του, με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτός έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του (ΑΠ 507/ 2020).
Κατόπιν των ανωτέρω ελλιπών και ανεπαρκών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και πλήρες ως προς το ανωτέρω και κρίσιμο ζήτημα της άνευ δόλου περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Η έρευνα του τελευταίου λόγου αναιρέσεως παρέλκει, αφού η αναιρετική εμβέλεια των γενόμενων δεκτών πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ.4 ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 95/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ