Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction while allowing appeal for defendant's acquittal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court admitted both appeals filed by the accused defendants against the Fifth Chamber of the Athens Court of Appeal. The court found the appeal by the female defendant, convicted of professional use of a forged document exceeding 30,000 euros, admissible and recommended terminating the prosecution. Conversely, the appeal by the male co-accused, who had been acquitted, was rejected as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100 of the Criminal Procedure Code; The court may admit an appeal against a conviction but must reject an appeal against an acquittal unless specific statutory conditions for reopening the case are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1855 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1855/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητής, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σπανορρήγα, ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθμό 222/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και 2. Β. Ο. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Φλώρο, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1959/2018 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", νομ. εκ/νη, με έδρα την …, η οποία παρέστη μετά του νομίμου εκπροσώπου της Κ. Σ., ο οποίος διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ελευθέριο Βαλάκο.
Το Γ' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α) 27 Ιουλίου 2018 κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος Π. Σ., που ασκήθηκε ενώπιον της διευθύντριας του Κ.Κ.Κορυδαλλού, Τ. Κ. και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 726/2018 και β) 22 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας Β. Ο., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22 Απριλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4811/2019, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 607/19.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας Β. Ο. για χρήση πλαστού εγγράφου κατ'επάγγελμα, άνω των 30.000 ευρώ που φέρεται τελεσθείσα στις 3-11-2008 και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Π. Σ. και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 22-04-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) της Β. Ο. του Ν., κατοίκου ... και β) η από 27-07-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού και σύνταξη της ...-07-2018 σχετικής έκθεσης) του Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1959/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που υποβλήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις του σχετικού με τα υπομνήματα εγκλήματος της πλαστογραφίας (Π.Κ. 216) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή τους, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στο περί πλαστογραφίας άρθρο 216 παρ. 1, 2 και 3 του Π.Π.Κ.
ορίζετο, ότι "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3.
Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ".
Σημειωτέον, ότι το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την παρ. 2 περ. α' άρθρου 24 Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος από 2-4-2012). ii) Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1, 2 και 3 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η μεν χρήση πλαστού κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, έχει προσλάβει πλημμεληματικό χαρακτήρα (άρθρα 18, 19 Π.Κ.), καθόσον δεν προβλέπεται πλέον η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης και, ενώ κατά τον Π.Π.Κ. τιμωρείτο με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών, ήδη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από δέκα ημέρες έως πέντε έτη και χρηματική ποινή, οπότε οι περί ποινής διατάξεις ως προς αυτή στο Ν.Π.Κ.
είναι επιεικέστερες, η δε πλαστογραφία με χρήση, με σκοπό προσπορισμού οφέλους ή βλάβης και συνολικό όφελος ή ζημία υπερβαίνον τα 120.000 €, που τιμωρείτο στον Π.Π.Κ. με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, τιμωρείται ήδη στο Ν.Π.Κ. με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και χρηματική ποινή, οπότε οι περί ποινής διατάξεις ως προς αυτή είναι στο Ν.Π.Κ δυσμενέστερες.
Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας (Π.Κ 216 παρ. 1) απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ), που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του, είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει : α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 3/2008).
Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (ΟλΑΠ 179/90). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας δεν ενδιαφέρει και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου αποτελούσε, κατά τον Π.Π.Κ., επιβαρυντική περίσταση κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 και στοιχειοθετείτο αντικειμενικά, όταν ο δράστης καθιστούσε προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του έδιδε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος ή, όταν χρησιμοποιούσε το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελούσε σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου.
Στο τελευταίο περί πλαστογραφίας άρθρο (ΠΚ 216) στο Ν.Π.Κ. παραµένει η τυποποίηση ως βασικών πλαστοποιητικών πράξεων της "κατάρτισης", που περιγράφει την εξαρχής "κατασκευή" ενός πλαστού εγγράφου, της "νόθευσης", που περιγράφει την αλλοίωση της υποµνηµατιστικής λειτουργίας ενός γνήσιου εγγράφου, και της χρήσης του πλαστού, η οποία, όµως, δεν αποτελεί πλέον "επιβαρυντική περίσταση", αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν (παρ. 1 και 2), επιπλέον δε με την παρ. 3 αυτού τιμωρείται µε κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηµατική ποινή ο υπαίτιος των πράξεων της κατάρτισης πλαστού ή της νόθευσης γνησίου και της χρήσης του, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζηµία υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Η πλαστογραφία με χρήση πλαστού τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν επιπλέον του πλαστού ή νόθευσης ή χρήσης του, με σκοπό παραπλάνησης σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, συντρέχουν επιπρόσθετα συμπλεκτικώς, α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή σκοπός βλάβης τρίτου.
Αρκεί ότι το όφελος ή η βλάβη έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Πρόκειται για επιβαρυντική περίσταση υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, ως προς την οποία δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Βλάβη είναι η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Σύνδεση οφέλους και βλάβης δεν απαιτείται. Βλαπτόμενος δεν είναι μόνο αυτός που πλαστογραφήθηκε ή υπογραφή ή νοθεύθηκε έγγραφο έκδοσής του, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.
Πραγμάτωση του σκοπού περιουσιακού οφέλους δεν απαιτείται. Αν η χρήση γίνεται από τρίτον, για να είναι κακουργηματική απαιτείται να έχει και ο τρίτος σκοπό οφέλους ή βλάβης. Και β) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 €. Η κακουργηματική πλαστογραφία, όπως τυποποιείται στην παρ. 3 του άρθρου 216 Ν.Π.Κ., περιέχει δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, οπότε, εφόσον αυτή τελέσθηκε πριν την 1-7-2019 θα εφαρμοστούν οι αντίστοιχες διατάξεις του Π.Π.Κ..
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού εγγράφου, ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει, από την 1η-7-2019 (βλ. άρθρ. 585 αυτού), "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν, όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.".
Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.
Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που συντελέσθηκε η συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (9-10-2019) ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης με μόνη προϋπόθεση να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης χωρίς να χρειάζεται να κριθεί βάσιμος και ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης.
Η νέα αυτή δικονομική διάταξη εφαρμόζεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις υποθέσεις που εκκρεμούν στον Αρειο Πάγο, δηλαδή στις υποθέσεις, για τις οποίες δεν δημοσιεύθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της παραδεκτής αίτησης αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ως προς τις οποίες πλέον, μετά την 1η-7-20Ι9, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, δεν χρειάζεται να κριθεί βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης για να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η επελθούσα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου παραγραφή της αξιόποινης πράξης.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 311 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 του νέου ΚΠοινΔ, που εφαρμόζονται, κατά τα προεκτεθέντα, εν προκειμένω, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 1959/2018, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το Σεπτέμβριο του 2007 η εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ....
Ο.Ε.", έδρα την Αθήνα και αντικείμενο δραστηριότητας τις οικοδομικές επιχειρήσεις, ζήτησε από το υποκατάστημα … της Τράπεζας "ALPHA BANK" την έκδοση μπλοκ επιταγών δέκα φύλλων σε αναφορά με τηρούμενο στην άνω Τράπεζα τραπεζικό λογαριασμό της με αριθμό ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στην εμπορική της δραστηριότητα.
Το μπλοκ αυτό πράγματι εκτυπώθηκε και ακολούθως παραδόθηκε σε εταιρεία ταχυμεταφορών, προκειμένου να παραδοθεί στο άνω υποκατάστημα της εν λόγω Τράπεζας, πλην όμως ουδέποτε έφθασε εκεί, επειδή στις 24-9-2007 κλάπηκε από άγνωστους δράστες από τον οδηγό - μεταφορέα και υπάλληλο της εταιρείας ταχυμεταφορών μαζί με άλλα μπλοκ επιταγών άλλων πελατών της ως άνω Τράπεζας, όπως η ίδια Τράπεζα βεβαίωσε με επιστολή της τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας Δ.
Σ.. Με την ποινική διαδικασία που έλαβε χώρα για το άνω συμβάν με την άσκηση μήνυσης κ.λπ., παράλληλα η Τράπεζα "ALPHA BANK "ενημέρωσε με επιστολή της την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" επειδή υπήρχε κίνδυνος να κυκλοφορήσουν στην αγορά πλαστογραφημένες επιταγές, προέβη δε στις σχετικές διαδικασίες για την ακύρωση και δέσμευση των φύλλων του μπλοκ επιταγών που προοριζόταν για την πελάτισσά της εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία.
Τα ως άνω περιστατικά δεν αμφισβητούνται από κάποιο διάδικο μέρος. Ωστόσο, παρά τις παραπάνω διαδικασίες, δεν αποσοβήθηκε η κυκλοφορία των ως άνω φύλλων επιταγών, οι οποίες προορίζονταν για την εγκαλούσα εταιρεία παρά τη θέληση και την ενέργεια της τελευταίας. Διότι κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2009 επιδόθηκαν στην εγκαλούσα εταιρεία από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." διαταγές πληρωμής με βάση επιταγές που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την εταιρεία αυτή και περιέχονταν στο κλεμμένο μπλοκ επιταγών.
Συγκεκριμένα, στις 30-9-2009 επιδόθηκε στην ως άνω εγκαλούσα εταιρεία επικυρωμένο αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ.13.181/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τη διέτασσε να καταβάλει στην αιτούσα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ποσό 44.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-4-2009 και μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και δικαστικά έξοδα μαζί με την από 18-9-2009 επιταγή προς πληρωμή στην άνω Τράπεζα και επιπλέον ποσά πλην του ως άνω κεφαλαίου για νόμιμους τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτέλεσης, ήτοι συνολικό ποσό 47.594,41 ευρώ και αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Επίσης στις 12-10-2009 επιδόθηκε στην εγκαλούσα επικυρωμένο αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ. 14.158/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τη διέτασσε να καταβάλει στην αιτούσα Τράπεζα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ποσά 44.950 και 45.200 ευρώ, ήτοι συνολικά 90.150 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 16-4-2009 και 1-5-2009 αντιστοίχως, μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και δικαστικά έξοδα μαζί με την από 30-9-2009 επιταγή προς πληρωμή στην Τράπεζα αυτή και άλλων ποσών πλην του ως άνω κεφαλαίου για νόμιμους τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτελέσεως, ήτοι συνολικό ποσό 95.548,20 ευρώ και αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Οι ως άνω διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν κατόπιν των από 7-5-2009 και 21-5-2009 αιτήσεων της Αγροτικής Τράπεζας και φέρεται ότι αφορούν οφειλές της εγκαλούσας εταιρείας από την έκδοση από αυτή των τραπεζικών επιταγών της "ALPHA BANK", ήτοι της με αρ.... με ημερομηνία 30-3-2009 για ποσό 44.800 ευρώ που αφορά την πρώτη διαταγή πληρωμής και των με αρ. ...
με ημερομηνίες 16-4-2009 και 4-5-2009 για ποσά 44.950 και 45.200 ευρώ αντιστοίχως που αφορούν τη δεύτερη διαταγή πληρωμής, συρομένων και των τριών ως άνω επιταγών επί του με αρ. ... τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε η εγκαλούσα στην "ALPHA BANK". Όλες αυτές οι τραπεζικές επιταγές (τρεις) φέρονται ότι εκδόθηκαν από την εγκαλούσα, μεταχρονολογημένες, σε διαταγή της άγνωστης σε αυτή εταιρείας με την επωνυμία "...
A.E." με έδρα τις ...), η οποία στις 3-11-2008 τις μεταβίβασε στο κεντρικό κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας ως αξία λόγω ενεχύρου με οπισθογράφηση περιέχουσα τη ρήτρα "αξία για ενέχυρο" και παράδοσή τους. Περαιτέρω αυτές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 31-3-2009, 16-4-2009 και 4-5-2009 αντιστοίχως κατά σειρά η καθεμία και δεν πληρώθηκαν "ΛΟΓΩ ΔΗΛΩΘΕΙΣΑΣ ΚΛΟΠΗΣ - ΑΠΩΛΕΙΑΣ" η πρώτη και η τρίτη από αυτές και "ΔΙΟΤΙ ΔΗΛΩΘΗΚΕ ΚΛΑΠΕΙΣΑ" η δεύτερη, όπως βεβαιώθηκε στα σώματα των επιταγών αυτών.
Προέρχονταν οι επιταγές αυτές από το μπλοκ επιταγών, το οποίο δεν είχε περιέλθει στην κατοχή της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς, όπως προεκτέθηκε, αυτό είχε κλαπεί κατά τη μεταφορά μαζί με άλλα και ποτέ δεν έφθασε στο υποκατάστημα της "ALPHA BANK "όπου είχε προορισμό, αφού επρόκειτο για μπλοκ επιταγών που είχε παραγγείλει πελάτης της τελευταίας.
Οι επιταγές αυτές που ήταν αντικείμενο κλοπής, περιήλθαν στα χέρια του κατηγορουμένου κατά τρόπο που δεν διευκρινίστηκε. Εν γνώσει του ότι δεν είχε δικαίωμα επί των επιταγών αυτών, ο κατηγορούμενος τις έθεσε σε κυκλοφορία, αφού σκόπευε να τις αξιοποιήσει για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της εταιρείας "...
Α.Ε." Ο κατηγορούμενος ήταν τότε σύζυγος της κατηγορουμένης, εν ενεργεία μέχρι το έτος 2012 δικηγόρου Κορίνθου, η οποία ασκούσε παράλληλα επιχειρηματική δραστηριότητα ως νόμιμη, τυπικά, εκπρόσωπος με την ιδιότητα της προέδρου του Δ.Σ. και της διευθύνουσας συμβούλου της ως άνω εταιρείας, το αντικείμενο της οποίας ήταν η εμπορία χάρτου, χαρτονίων, χαρτοκιβωτίων και ειδών συσκευασίας.
Και τούτο διότι αυτός στην πραγματικότητα διαχειριζόταν τα εταιρικά πράγματα και "έτρεχε πολύ καλά την εταιρεία", όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο νυν σύζυγος της κατηγορουμένης Θ. Κ.. Η με την παραπάνω έννοια κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων επεκτεινόταν μέχρι την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (Π.Γ.Δ.Μ.), όπου στην πόλη ...
είχαν συστήσει συναφείς εταιρείες, τις οποίες διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος, μεταβαίνοντας εκεί και πηγαινοερχόμενος από την Αθήνα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος για να χρησιμοποιήσει τις τρεις επιταγές αυτές προς όφελος της εταιρείας ..., τις συμπλήρωσε κατά βούληση ως προς όλα τα στοιχεία τους, δηλαδή το όνομα του εκδότη, τον τόπο και χρόνο εκδόσεως, ποσό και όνομα λήπτη που ήταν ο διακριτικός τίτλος της εταιρείας προς τα συμφέροντα της οποίας ενεργούσε.
Συγκεκριμένα συμπλήρωσε την πρώτη με αρ. ... επιταγή ως προς τον τόπο έκδοσης αναγράφοντας τη λέξη "Αθήνα", ως προς την ημερομηνία έκδοσης αναγράφοντας "30-3-09", ως προς το ποσό αναγράφοντας το "44.800" ΈΥΡΩ, αριθμητικά και ολογράφως, ως προς το όνομα του λήπτη αναγράφοντας το "... A.E." και θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρείας, ως δήθεν προερχόμενη από αυτόν.
Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε και για τις λοιπές δυο επιταγές ποσών 44.950 και 45.200 ευρώ αντιστοίχως με ημερομηνίες έκδοσης 15-4-09 και 30-4-09 αντιστοίχως. Πέραν αυτών κατασκεύασε και τοποθέτησε στις εν λόγω τρεις επιταγές πλαστή σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας που δεν έχει σχέση με την πραγματική της σφραγίδα, καθώς είχε παραποιημένα στοιχεία αυτής.
Τις πλαστές αυτές επιταγές, κάνοντας χρήση αυτών, παρέδωσε στη συγκατηγορουμένη του, προκειμένου αυτή να τις μεταβιβάσει ως αξία ενεχύρου στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." παραπλανώντας τους υπαλλήλους της Τράπεζας αυτής ότι δήθεν αυτές αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές μεταξύ των δύο εταιρειών, είχαν εκδοθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας εις διαταγή της ως άνω εταιρείας που εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη, η οποία φερόταν ότι ήταν νόμιμη κομίστρια αυτών, επιδιώκοντας να λάβει αυτή χρηματοδότηση ισάξια με ποσό συνολικό που υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ.
Πράγματι η κατηγορουμένη γνωρίζοντας, ότι η επιταγή ήταν συμπληρωμένη από το σύζυγό της, επομένως πλαστή και ότι δεν ανταποκρινόταν σε κάποια συναλλαγή, περιέλαβε την με αρ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30-3-2009, ποσού 44.800 ευρώ, στο πινάκιο μεταχρονολογημένων επιταγών για ενεχύραση προς την Αγροτική Τράπεζα μαζί με άλλες επιταγές (βλ.
πινάκιο με ημερομηνία 30-10-2008) με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ως νόμιμη εκπρόσωπο της ..., στο συγκατηγορούμενό της ως αφανή νόμιμο εκπρόσωπο της ιδίας εταιρείας και οπωσδήποτε αποβλέποντας στο κοινό συμφέρον, παράνομο περιουσιακό όφελος, μεγαλύτερο των 30.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία της αγνοούσας την κυκλοφορία της επιταγής εγκαλούσας εταιρείας.
Για την κατηγορουμένη αποδεικνύεται τέλεση της πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' επάγγελμα ήτοι με σκοπό πορισμού εισοδήματος, που προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της ίδιας πράξης εφόσον αντιμετωπίζει συναφή ποινική διαδικασία για τις λοιπές πλαστές επιταγές. Οι πράξεις αυτές αν και συνδέονται με τον ίδιο δόλο φέρουν το στοιχείο της επανάληψης και θεμελιώνουν νόμω και ουσία το σκοπό βιοπορισμού της κατηγορουμένης, ενώ δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες.
Η κατηγορουμένη εκτός του ισχυρισμού της περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξης της χρήσης πλαστού που είναι αβάσιμος, αρνείται ότι γνώριζε την επιλήψιμη προέλευση της επίμαχης επιταγής και υποστηρίζει ότι ο σύζυγος της ενεργούσε μόνος του. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, με τους οποίους αυτή αρνείται την πράξη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι κατηγορούμενοι κατά το διάστημα του συζυγικού τους βίου που έληξε το 2012, οπότε λύθηκε ο γάμος τους με δικαστική απόφαση, ήταν δεμένοι με το κοινό οικονομικό συμφέρον, που απέρρεε από την επιχειρηματική δραστηριότητα της άνω ανώνυμης εταιρείας ... και αυτής των άλλων θυγατρικών εταιρειών, η οποία ήταν μεγάλη, ανερχομένου του τζίρου τους σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, καθώς με το σύστημα μεταβιβάσεως μεγάλου αριθμού μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών στις διάφορες τράπεζες επετύγχαναν τη σημαντική χρηματοδότηση τους.
Η κατηγορουμένη έμπειρη δικηγόρος Κορίνθου χαρακτηρίζεται από ευστροφία και δυναμικότητα και ήταν πάντοτε γνώστρια της πορείας των εταιρειών, καθώς και των επιχειρηματικών κινήσεων του συζύγου της, ο οποίος ανέπτυσσε τη διαχείριση των εταιρειών μεταβαίνοντας στην Π.Γ.Δ.Μ. για τις ανάγκες των εκεί εταιρειών στην πόλη ....
Η ίδια στην απολογία της αναφέρει "εγώ νομίζω ότι έκανα σωστή διαχείριση" εννοώντας τη σφαιρική της γνώση για όλα. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του αναφέρεται όλως αορίστως σε συμμορία και χαρακτηρίζει τη σύζυγο του θύμα χωρίς να προσδιορίζει την αναφορά του με συγκεκριμένα περιστατικά, πλην μόνο στρέφει τα βέλη του στον νυν σύζυγο της κατηγορουμένης και μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο Θ.
Κ.. Κατόπιν αυτών των περιστατικών που αποδείχθηκαν, στοιχειοθετούνται υποκειμενικά και αντικειμενικά οι πράξεις της κακουργηματικής χρήσης πλαστού (κατ' επάγγελμα) για την κατηγορουμένη και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση για τον κατηγορούμενο, εφόσον το επιδιωκόμενο όφελος υπερβαίνει το όριο του νόμου των 30.000 και 120.000 ευρώ, αντιστοίχως, για καθένα κατηγορούμενο, όπως τα ποσά αυτά αναπροσαρμόστηκαν επωφελώς για αυτούς με τον ν. 4055/2012.
Οι κατηγορούμενοι, μετά από αυτά, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως διαλαμβάνεται στο διατακτικό".
ΙV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' Π.Κ.) και συγκεκριμένα, τη μεν πρώτη από αυτούς (Β. Ο.) για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ' επάγγελμα, με επιδιωκόμενο όφελος άνω των 30.000 €, το δε δεύτερο από αυτούς για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με επιδιωκόμενο όφελος άνω των 120.000 €, για τις οποίες επέβαλε στη μεν πρώτη ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, στο δε δεύτερο ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και στη συνέχεια μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης της πρώτης από αυτούς σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και επέβαλε στο δεύτερο από αυτούς αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 1η κατηγορουμένη ένοχη του ότι:
Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με την πράξη της αυτή να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ την ως άνω δε πράξη τέλεσε κατ' επάγγελμα.
Ειδικότερα στην Αθήνα, στις 3-11-2008, γνωρίζοντας ότι είχε περιέλθει στην κατοχή του συγκατηγορούμενού της, Π. Σ. του Α., με άγνωστο τρόπο, μεταξύ άλλων, και η με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας "ALPHA BANK", η οποία ήταν λευκή ως προς όλα τα στοιχεία της και την οποία (επιταγή) είχε αυτός (ως άνω συγκατηγορούμενός της) συμπληρώσει, εν αγνοία της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΓΡ. ...
ΟΕ" και χωρίς τη συναίνεσή της, θέτοντας στη θέση του εκδότη παραποιημένη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς και τα στοιχεία της διεύθυνσης έδρας και της υπαγόμενης Δ.Ο.Υ., χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο και χωρίς την άδεια αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή των τότε νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας Δ., Α.
και Κ. Σ., στη θέση του τόπου έκδοσης την "ΑΘΗΝΑ", και αναγράφοντας στη θέση της ημερομηνίας την "30.3.2009", του ποσού τα "44.800" ΕΥΡΩ και στη θέση του εις διαταγή δικαιούχου την εταιρεία "... A.Ε.", εμφανίζοντας έτσι την τελευταία, της οποίας τύγχανε η ίδια νόμιμη εκπρόσωπος και ο συγκατηγορούμενός της εν τοις πράγμασι αφανής νόμιμος εκπρόσωπος, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, έκανε χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου, αφού μεταβίβασε την ως άνω επιταγή ως "αξία λόγω ενεχύρου" στο κεντρικό κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτής τους αρμόδιους υπαλλήλους του εν λόγω τραπεζικού καταστήματος σε σχέση με το γεγονός ότι δήθεν αυτή είχε εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας εις διαταγήν της εκπροσωπούμενης από την ίδια εταιρείας και ότι τύγχανε νόμιμη κομίστριά της, προκειμένου να λάβει ισόποση των 44.800 ευρώ χρηματοδότηση για λογαριασμό της εταιρείας.
Με την πράξη της δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, στο συγκατηγορούμενό της ως εν τοις πράγμασι αφανή νόμιμο εκπρόσωπο της φερόμενης ως εις διαταγήν δικαιούχου της εταιρείας "... AE" και υπέρ της εκπροσωπούμενης από την ίδια εν λόγω εταιρείας, περιουσιακό όφελος ισόποσο με το κεφάλαιο της επιταγής αυτής, που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς η εν λόγω επιταγή εμφανίστηκε στις 31-3-2009, πλην, όμως, δεν πληρώθηκε, με συνέπεια να εκδοθεί σε βάρος της εγκαλούσας η με αριθμό 13181/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την εν λόγω πράξη της χρήσης πλαστού η κατηγορουμένη τέλεσε κατ' επάγγελμα, διότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος.
Κηρύσσει τον 2° κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Ο δεύτερος εξ αυτών: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με δόλια προαίρεση κατήρτισε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως χρησιμοποίησε τα έγγραφα αυτά, σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 120.000 €.
Ειδικότερα, σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί, πάντως κατά τον αμέσως επόμενο χρόνο της 24.9.2007, αφού είχε προηγηθεί η αφαίρεση, από άγνωστο δράστη, του καρνέ επιταγών που εξέδωσε η Τράπεζα "ALPHA ΒΑΝΚ" για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΓΡ. ... ΟΕ", κατά τη μεταφορά του από υπάλληλο της εταιρείας ταχυμεταφορών "...
ΑΕ", προτού ακόμη παραδοθεί στην ως άνω εγκαλούσα εταιρία, και αφού περιήλθαν στην κατοχή του με άγνωστο τρόπο, μεταξύ άλλων, και οι με αριθμούς ..., ... επιταγές της Τράπεζας "ALPHA BANK", οι οποίες ήταν λευκές ως προς όλα τα στοιχεία τους, συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς τη συναίνεσή της, ως εξής:
α) στη με αριθμό ... επιταγή θέτοντας στη θέση του εκδότη παραποιημένη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, καθώς και τα στοιχεία της διεύθυνσης έδρας και της υπαγόμενης ΔΟΥ, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο και χωρίς την άδεια αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή των τότε νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας, Δ., Α.
και Κ. Σ., στη θέση του τόπου έκδοσης την "ΑΘΗΝΑ", και αναγράφοντας στη θέση της ημερομηνίας την "30.3.2009", στη θέση του ποσού τα "44.800 €" και στη θέση του εις διαταγήν δικαιούχου την εταιρία "... ΑΕ", εμφανίζοντας έτσι την τελευταία, της οποίας τύγχανε ο ίδιος εν τοις πράγμασι αφανής νόμιμος εκπρόσωπος, ενώ η συγκατηγορούμενή του νόμιμη εκπρόσωπος, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, β) στη με αριθμό ...
επιταγή θέτοντας στη θέση του εκδότη παραποιημένη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, καθώς και τα στοιχεία της διεύθυνσης έδρας και της υπαγόμενης ΔΟΥ, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο και χωρίς την άδεια αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή των τότε νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας, Δ., Α. και Κ. Σ., στη θέση του τόπου έκδοσης την "…", και αναγράφοντας στη θέση της ημερομηνίας την "15.4.2009", στη θέση του ποσού τα "44.950 €", και στη θέση του εις διαταγήν δικαιούχου την εταιρία "...
AE", εμφανίζοντας έτσι την τελευταία, της οποίας ο ίδιος τύγχανε εν τοις πράγμασι αφανής νόμιμος εκπρόσωπος, ενώ η συγκατηγορούμενή του νόμιμη εκπρόσωπος, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, και γ) στη με αριθμό ... επιταγή θέτοντας στη θέση του εκδότη παραποιημένη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, καθώς και τα στοιχεία της διεύθυνσης έδρας και της υπαγόμενης ΔΟΥ, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο και χωρίς την άδεια αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή των τότε νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας, Δ., Α.
και Κ. Σ., στη θέση του τόπου έκδοσης την "…", και αναγράφοντας στη θέση της ημερομηνίας την "30.4.2009", στη θέση του ποσού τα "45.200 €" , και στη θέση του εις διαταγήν δικαιούχου την εταιρία "... ΑΕ", εμφανίζοντας έτσι την τελευταία, της οποίας τύγχανε ο ίδιος εν τοις πράγμασι αφανής νόμιμος εκπρόσωπος, ενώ η συγκατηγορούμενή του νόμιμη εκπρόσωπος, ως νόμιμη κομίστρια αυτής.
Ακολούθως, με την ως άνω ιδιότητά του την 3.11.2008 έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, αφού παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στη συγκατηγορουμένη του, προκειμένου αυτή να μεταβιβάσει τις εν λόγω επιταγές ως "αξία λόγω ενεχύρου" στο κεντρικό κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτών τους αρμόδιους υπαλλήλους του εν λόγω τραπεζικού καταστήματος σε σχέση με το γεγονός, ότι δήθεν αυτές είχαν εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας εις διαταγή της εκπροσωπούμενης από την ίδια εταιρίας και ότι τύγχανε νόμιμη κομίστριά τους, προκειμένου να λάβει ισόποση των 134.950 € (44.800 € + 44.950 € + 45.200 €) χρηματοδότηση για λογαριασμό της εταιρίας.
Με την πράξη του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, ως εν τοις πράγμασι αφανή νόμιμο εκπρόσωπο της φερόμενης ως εις διαταγήν δικαιούχου της εταιρίας εταιρία "... ΑΕ", στην τελευταία, καθώς και στη συγκατηγορούμενή του, περιουσιακό όφελος ισόποσο με το κεφάλαιο των επιταγών αυτών, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 €, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας, καθώς οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν στις 31.3.2009, 16.4.2009 και 4.5.2009, πλην, όμως, δεν πληρώθηκαν, με συνέπεια να εκδοθούν σε βάρος της εγκαλούσας βάσει της πρώτης επιταγής η με αριθμό 13.181/2009 διαταγή πληρωμής και βάσει των άλλων δύο επιταγών η με αριθμό 14.158/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
V. Από την παράθεση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται προφανές, ότι από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, η αφορώσα την πρώτη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα (Β. Ο. του Ν.) πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' επάγγελμα με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους, δια βλάβης τρίτου, υπερβαίνοντος το ποσό των 30.000 €, έχει προσλάβει, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πλημμεληματικό χαρακτήρα και με αποδιδόμενο χρόνο τέλεσης τις 03-11-2008, υπέκυψε σε παραγραφή, λόγω παρόδου από τον άνω προσδιορισμένο χρόνο της φερόμενης τέλεσής της μέχρι το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (9-10-2019) χρονικού διαστήματος υπερβαίνοντος την οκταετία.
Συνεπώς, για την πράξη αυτή πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα κατά της εν λόγω αναιρεσείουσας (Β. Ο. του Ν.) ποινική δίωξη, εφόσον αυτή περέστη νομίμως ενώπιον του Αρείου Πάγου και η αίτηση αναίρεσης που άσκησε είναι παραδεκτή.
Αναφορικά με το δεύτερο των τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων (Π. Σ. του Α.), η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση άνω των 120.000 € κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε, διατήρησε τον κακουργηματικό της χαρακτήρα και μετά την 1-7-2019, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.Π.Κ. (Ν. 4619/2019), ενώ η προβλεπόμενη ποινική κύρωση του Π.Π.Κ.
είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης του Ν.Π.Κ. (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών στον Π.Π.Κ έναντι κάθειρξης μέχρι δέκα ετών και, συμπλεκτικώς, χρηματικής ποινής στο Ν.Π.Κ.). Ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 γ' και ε',14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 2, 216 παρ. 3 εδ. α' και β' σε συνδυασμό με παρ. 1 και 2 Ν.Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο παραβίασε με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο τρόπος κατάρτισης από αυτόν των τριών πλαστών επιταγών, ο σκοπός για τον οποίο έγινε η κατάρτιση αυτών, που ήταν η παραπλάνηση με τη χρήση τους των αρμόδιων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας, ότι ήταν γνήσιες και η αποκόμιση από αυτόν περιουσιακού οφέλους, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000€ και ανερχόμενου συνολικά σε 134.950 €, η χρήση των εν λόγω πλαστών αξιογράφων με την παράδοσή τους στην αναιρεσείουσα Β.
Ο., ώστε στη συνέχεια η τελευταία να τις μεταβιβάσει με τη ρήτρα "αξία λόγω ενεχύρου" στο κατάστημα της Αγροτικής τράπεζας. Οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό και για τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση, να διαλαμβάνονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τί προκύπτει από το καθένα από αυτά.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, χωρίς να εξαιρέσει κάποιο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ η ιδιαίτερη μνεία κάποιων εξ αυτών δεν έχει την έννοια, ότι τα άλλα αγνοήθηκαν. Η αναφορά σε συγκεκριμένες αποδείξεις, που στηρίζουν κάθε παραδοχή και ο προσδιορισμός και παράθεση όσων στοιχείων προέκυψαν από αυτή δεν είναι αναγκαία.
Επιπλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο, κατά νόμο, να προβεί σε ειδικότερη αναφορά, ούτε και σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων, τα οποία αναφέρονται αριθμημένα και μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το δίκασαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος.
Με την αρίθμηση των εγγράφων και τη μνημόνευση του θέματος που αφορούν, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, καθόσον με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, χωρίς αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, να προβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωσή τους, ενώ παρείχετο σ' αυτόν πλήρης δυνατότητα να προβεί, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Οι αιτιάσεις περί μη εξατομίκευσης αναγνωσθέντων εγγράφων διαψευδόμενες από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμες. Επίσης, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός, ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας λόγω ταύτισης του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον, ανεξάρτητα από το ότι το σκεπτικό της τελευταίας περιέχει πρόσθετα στοιχεία, το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες, αφού, πέραν των στοιχείων του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού.
Η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία σχετικά με τον ισχυρισμό του, ότι η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, που του αποδόθηκε, δεν διαπράχθηκε από αυτόν, γιατί στο χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την πράξη βρισκόταν εκτός Ελλάδας, είναι αβάσιμη, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, οπότε δεν έχρηζε ιδιαίτερης απάντησης, όμως σε κάθε περίπτωση αντιμετωπίστηκε και απαντήθηκε με την καταφατική περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρ. 171 παρ. 1 περ. δ', 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ), διότι παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητάς του, που προστατεύεται από το νόμο (άρθρα 572 παρ. 2 Ν.Π.Κ. και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο έλαβε γνώση της ποινικής του κατάστασης πριν εκφέρει την κρίση του περί της ενοχής αυτού, είναι αβάσιμη, ως ερειδόμενη επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού, όπως συνάγεται από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, "μετά την απαγγελία της απόφασης διαβάστηκαν τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων" (σελ. 93 αυτής) και δεν προκύπτει, ότι αποσφραγίσθηκε ο φάκελος που περιείχε το ποινικό του μητρώο και λήφθηκε υπόψη αυτό πριν την απαγγελία της επί της ενοχής απόφασης, καθώς και ότι χρησιμοποιήθηκε πριν την ανάγνωσή του για τον σχηματισμό της σχετικής περί της ενοχής αυτού κρίσης του άνω Δικαστηρίου.
Η αιτίαση, ότι προσεβλήθησαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος και διαμορφώθηκε από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας θεμελιώνουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, εκ του ότι το αίτημά του για διαβίβαση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στον αρμόδιο Εισαγγελέα, για να ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του μάρτυρα Θ.
Κ. για προκύπτουσα από την κατάθεσή του ψευδορκία (σελ. 63-64 της προσβαλλόμενης απόφασης), είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, καθόσον ουδεμία αναφορά έγινε εκ μέρους του αιτούντος - αναιρεσείοντος σε γενόμενη, εν γνώσει του άνω μάρτυρα, κατάθεση ψευδών στοιχείων σχετικά με την υπόθεση, ενώ το δικάσαν Εφετείο με την καταφατική επί της ενοχής για τον αναιρεσείοντα κρίση του απέρριψε το παραπάνω αίτημά του.
Οι εμπεριεχόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε'), λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, πλέον συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από τον άνω αναιρεσείοντα αντιθέσεις, κατ' αυτόν, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επομένως, οι αφορώσες το δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αιτιάσεις της ένδικης αίτησης, που εντάσσονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες.
VΙ. Εξάλλου, μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αναιρεσείουσα Β. Ο. και την κατ'αυτής οριστική παύση της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (Π. Σ.), η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση άνω των 120.000 € κατ' εξακολούθηση (άρ. 98 και 216 παρ. 3 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του Ν.Π.Κ.), για την οποία καταδικάστηκε, έχει, και κατά το Ν.Π.Κ., το χαρακτήρα κακουργήματος, είναι δε αβάσιμες οι προβληθείσες με την ένδικη αναίρεσή του σχετικές αιτιάσεις. Λαμβάνεται, όμως, αυτεπαγγέλτως υπόψη ως προς αυτόν, ότι κατά το Ν.Π.Κ. δεν υφίσταται, ως παρεπόμενη ποινή κατά το άρθρο 59 Ν.Π.Κ., αυτή της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων (εν προκειμένω για τρία έτη), οπότε, λόγω του ήδη ισχύοντος ευμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος κατά τούτο (άρθρ.2 παρ.1 Π.Κ.), πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την τελευταία διάταξη και να διαταχθεί η απαλοιφή από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης της διάταξης, με την οποία επιβλήθηκε στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (Π. Σ.) αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία έτη, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής εν προκειμένω της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η αμέσως πιο πάνω αίτηση αναίρεσης του Π. Σ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση, με αριθμό 1959/2018, του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών: Α] Στο σύνολό της, ως προς την αναιρεσείουσα (Β. Ο. του Ν.) Και Β] Σε σχέση με τον αναιρεσείοντα (Π. Σ. του Α.), ως προς τη διάταξη αυτής, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.
-ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από το διατακτικό της παραπάνω απόφασης τη διάταξη, με την οποία επιβλήθηκε στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (Π. Σ. του Α.) αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας, Β. Ο. του Ν., κατοίκου ..., για το ότι: "Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με την πράξη της αυτή να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ την ως άνω δε πράξη τέλεσε κατ' επάγγελμα.
Ειδικότερα στην Αθήνα, στις 3-11-2008, γνωρίζοντας ότι είχε περιέλθει στην κατοχή του συγκατηγορούμενού της, Π. Σ. του Α., με άγνωστο τρόπο, μεταξύ άλλων, και η με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας "ALPHA BANK", η οποία ήταν λευκή ως προς όλα τα στοιχεία της και την οποία (επιταγή) είχε αυτός (ως άνω συγκατηγορούμενός της) συμπληρώσει, εν αγνοία της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΓΡ. ...
ΟΕ" και χωρίς τη συναίνεσή της, θέτοντας στη θέση του εκδότη παραποιημένη σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς και τα στοιχεία της διεύθυνσης έδρας και της υπαγόμενης Δ.Ο.Υ., χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο και χωρίς την άδεια αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή των τότε νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας Δ., Α.
και Κ. Σ., στη θέση του τόπου έκδοσης την "ΑΘΗΝΑ", και αναγράφοντας στη θέση της ημερομηνίας την "30.3.2009", του ποσού τα "44.800" ΕΥΡΩ και στη θέση του εις διαταγή δικαιούχου την εταιρεία "... A.Ε.", εμφανίζοντας έτσι την τελευταία, της οποίας τύγχανε η ίδια νόμιμη εκπρόσωπος και ο συγκατηγορούμενός της εν τοις πράγμασι αφανής νόμιμος εκπρόσωπος, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, έκανε χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου, αφού μεταβίβασε την ως άνω επιταγή ως "αξία λόγω ενεχύρου" στο κεντρικό κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτής τους αρμόδιους υπαλλήλους του εν λόγω τραπεζικού καταστήματος σε σχέση με το γεγονός, ότι δήθεν αυτή είχε εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας εις διαταγήν της εκπροσωπούμενης από την ίδια εταιρείας και ότι τύγχανε νόμιμη κομίστριά της, προκειμένου να λάβει ισόποση των 44.800 ευρώ χρηματοδότηση για λογαριασμό της εταιρείας.
Με την πράξη της δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, στο συγκατηγορούμενό της ως εν τοις πράγμασι αφανή νόμιμο εκπρόσωπο της φερόμενης ως εις διαταγήν δικαιούχου της εταιρείας "... AE" και υπέρ της εκπροσωπούμενης από την ίδια εν λόγω εταιρείας, περιουσιακό όφελος ισόποσο με το κεφάλαιο της επιταγής αυτής, που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς η εν λόγω επιταγή εμφανίστηκε στις 31-3-2009, πλην, όμως, δεν πληρώθηκε, με συνέπεια να εκδοθεί σε βάρος της εγκαλούσας η με αριθμό 13181/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την εν λόγω πράξη της χρήσης πλαστού η κατηγορουμένη τέλεσε κατ' επάγγελμα, διότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος".
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 27-07-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού και σύνταξη της ...-07-2018 σχετικής έκθεσης) του Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ