Legislator Case Law & Legislation
1855/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract price adjustment and accounting errors in marble sales dispute.

Case Number 1855/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by 'ERGOKATASKYHI HLIOS ATE' against the Athens Court of Appeal's partial ruling in a marble sales contract dispute. The appellant argued for price adjustments based on new agreements and claimed the lower court erred by accepting specific claims despite alleged invoice calculation mistakes and missing item descriptions. The court held that accounting errors are subject to correction within the judgment itself rather than grounds for appeal, and that the appellant's acceptance of goods without reservation validated the disputed claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Accounting errors in a judgment are matters for correction under Articles 318 ff. and do not constitute grounds for appeal under Articles 559 no. 8, 9, 19; Acceptance of goods without reservation validates the corresponding claims despite alleged invoice deficiencies.

Keywords

AI generated
contract price adjustment accounting errors correction appeal admissibility marble sales contract partial acceptance of goods

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 318 and following of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8, 9 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1855 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1855/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΤΕ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ν. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6175/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2726/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2013 αίτησή της .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την ένδικη αγωγή της, η ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθεσε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που συνήφθησαν, μεταξύ αυτής και της εναγομένης ήδη αναιρεσειούσης, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2006 έως 2009, επώλησε (και παρέδωσε) στην τελευταία τις αναφερόμενες σ' αυτήν ποσότητες μαρμάρων και γρανιτών, μέρος των οποίων είχε τύχει επεξεργασίας, αντί συνολικού τιμήματος 1.092.367,58 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α.

και ότι έναντι του τμήματος τούτου η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 853.254 ευρώ και εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 227.859,75 ευρώ, για την καταβολή του οποίου την όχλησε στις 10-4-2009. Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, με το νόμιμο τόκο από της οχλήσεως άλλως δε από της επιδόσεως της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το ποσό των 206.666,10 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ' αμφοτέρων των διαδίκων μερών και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε δε εν μέρει αυτή της εναγούσης, και εξαφανίζοντας την εκκληθείσα απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει νομιμοτόκως από της επιδόσεως αυτής στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 213.948,27 ευρώ.

Η απόφαση του Εφετείου πλήττεται από την εναγομένη με την υπό κρίση αίτησή της.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα , και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η ενάγουσα...ασχολείται με την εμπορία και επεξεργασία μαρμάρων και γρανιτών. Η εναγομένη... ασχολείται με την κατασκευή τεχνικών έργων και ιδίως οικοδόμηση κτιρίων.

Το Σεπτέμβριο του 2006 οι διάδικοι συμφώνησαν να αρχίσουν μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές. Συγκεκριμένα η ενάγουσα συμφώνησε να πωλεί και να παραδίδει στην εναγομένη μάρμαρα και γρανίτες, επεξεργασμένα ή μη, ανάλογα με τις οδηγίες της αγοράστριας. Πράγματι κατά τα έτη 2006 έως 2009, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη τις κατωτέρω αναφερόμενες ποσότητες και τύπους μαρμάρων και γρανιτών, μέρος από τις οποίες είχαν υποστεί την κατωτέρω αναφερόμενη επεξεργασία.

Για τις επίδικες πωλήσεις εκδόθηκαν τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια και δελτία αποστολής: (Ακολουθεί η παράθεση διακοσίων είκοσι έξι τιμολογίων και δελτίων αποστολής και εν συνεχεία διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα εξής). Σύμφωνα με τα πιο πάνω, το τίμημα για τα ανωτέρω πωληθέντα μάρμαρα και γρανίτες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.078.456,10 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ).

Από αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 11.253,83 ευρώ, για το οποίο, όπως αναφέρεται και στην ίδια την αγωγή, έχουν εκδοθεί τα υπ' αριθμ. 1/8-1-2007 και 2/24-9-2007 πιστωτικά τιμολόγια.

Συνεπώς το τελικό συνολικό τίμημα ανέρχεται στα 1.067.202,27 ευρώ (1.078.456,10€ - 11.253,83€). Η εναγομένη κατέβαλε, έναντι του ως άνω τιμήματος, ποσό 853.254 ευρώ (σ' αυτό συμφωνούν αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων) και συνακόλουθα παραμένει ανεξόφλητο τίμημα από 213.948,27 ευρώ (1.067.202,27€ - 853.254€). Εσφαλμένα, λοιπόν εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι το μη εξοφληθέν τίμημα για τις επίδικες πωλήσεις ανέρχεται στο ποσό των 206.666,10 ευρώ.

Συνεπώς, μετά τα παραπάνω, πρέπει: 1) να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι υπ' αριθ. 1 έως και 126, 129, 130 και 132 έως 134 λόγοι της πρώτης εφέσεως, με τους οποίους η εναγομένη εταιρεία αμφισβητεί το ύψος του τιμήματος στις επίδικες πωλήσεις, ισχυριζόμενη ότι το τίμημα που χρεώθηκε ... είναι μεγαλύτερο του πράγματι συμφωνηθέντος και οφειλόμενου τιμήματος...Όλες οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Η αιτία που ορισμένες ποσότητες μαρμάρων χρεώθηκαν περισσότερο από την τιμή της προσφοράς είναι ότι οι εν λόγω ποσότητες είχαν υποστεί, κατόπιν εντολής και οδηγιών της εναγομένης, ειδική επεξεργασία, ενώ η προσφορά αναφερόταν σε τίμημα της πρώτης ύλης. Εξάλλου, από το έτος 2007 και εφεξής οι τιμές αναπροσαρμόστηκαν με προφορική συμφωνία των μερών.

Όσον αφορά δε τη χρέωση ανά τρέχον μέτρο ή ανά τετραγωνικό μέτρο, αυτή, κατά τα συναλλακτικά ήθη, γινόταν ανάλογα με τις διαστάσεις των μαρμάρων και γρανιτών. Όπως δέχεται και το Τεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών με το σχετικό κανονισμό του, τα μάρμαρα μεγάλης επιφάνειας τιμολογούνται ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ, αντίθετα, τα μικρής επιφάνειας τιμολογούνται ανά τρέχον μέτρο.

Διπλές χρεώσεις δεν αποδείχτηκε ότι έγιναν. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη εταιρεία στις ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις αποδείχτηκε ότι όχι μόνο παρέλαβε τα πωληθέντα πράγματα (επεξεργασμένα ή μη), χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σχετικά με τη χρέωση, ούτε κατά την παραλαβή, αλλά ούτε και αργότερα, παρά μόνο όταν η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή της, αλλά, επιπλέον, καταχώρησε, δια της κατωτέρω αναφερόμενης λογίστριας της, τα σχετικά τιμολόγια στα εμπορικά της βιβλία δικαιολογώντας, έτσι, το τίμημα των επίδικων πωλήσεων ως έξοδα της επιχείρησης της, 2) να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό στοιχ. 134 λόγος της πιο πάνω έφεσης.

Με το λόγο αυτό η εναγόμενη παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη το από 16-2-2009 έγγραφο που προσκόμισε η αντίδικος της. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο επιβεβαιώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα βιβλία της εναγομένης, στις 31-12-2008, οφείλεται το ποσό των 179.761,30 ευρώ. Κατά την εναγόμενη, το ανωτέρω έγγραφο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, γιατί δεν προέρχεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, αλλά από υπάλληλο της και δη τη λογίστρια της Ι.

Χ.. Το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ορθά λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται σε συνδυασμό με τα άλλα το ως άνω έγγραφο το οποίο, όπως και η εναγομένη ομολογεί, προέρχεται από τη λογίστριά της, ήτοι την αρμόδιο υπάλληλο, στον κύκλο εργασιών της οποίας περιλαμβάνεται και η καταχώριση των τιμολογίων και γενικά των χρεών της εταιρείας στα σχετικά εμπορικά βιβλία της, 3) απορριπτέος, επίσης, κρίνεται και ο 135ος λόγος της ίδιας πιο πάνω έφεσης.

Με το λόγο αυτό (όπως ορθά εκτιμάται από το Δικαστήριο) η εναγόμενη εκθέτει ότι η από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως οφειλή της προς την ενάγουσα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 853.254€, το οποίο έχει ήδη εξοφληθεί. Αν και η ίδια η εναγόμενη χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της αυτό ως ένσταση εξοφλήσεως, στην πραγματικότητα πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (αμφισβητείται το ύψος του τιμήματος), αφού την καταβολή του ως άνω ποσού (853.254€) δέχεται, ήδη με την αγωγή, και η ίδια η ενάγουσα, η οποία το αφαιρεί προκαταβολικά από το οφειλόμενο τίμημα.

Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα και πιο πάνω, το συνολικό τίμημα των μεταξύ των διαδίκων πωλήσεων ανέρχεται στο ποσό των 1.067.202,27 ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε ποσό 853.254€ και συνεπώς παραμένει ανεξόφλητο ποσό 213.948,27 ευρώ, 4) η δεύτερη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, καθόσον αποδείχτηκε μεν ότι παραδόθηκαν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα υπ' αριθ. 434/1-2-2009 και 87/21-3-2009 τιμολόγια..., ενώ, αντίθετα, δεν αποδείχτηκε ότι παραδόθηκαν τα αναφερόμενα στο υπ' αριθ. 118/2-2-2009 τιμολόγιο...Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η μεν πρώτη έφεση πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της, ενώ η δεύτερη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και διερευνηθεί η υπόθεση στην ουσία της, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 213.948,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής....". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 361, 513 επ.και 681 επ.

Α.Κ.. Και ειδικότερα ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα: α) του προσδιορισμού της επιφανείας των μαρμάρων που τιμολογούνται ανά τετραγωνικό και ανά τρέχον μέτρο αντιστοίχως και της τιμής μονάδος χρεώσεως εκάστης των κατηγοριών τούτων, αφού τα στοιχεία αυτά αναγράφονται αναλυτικώς στα τιμολόγια και δελτία αποστολής που έχουν ενσωματωθεί στην απόφαση, β) της διαφοροποιήσεως των τιμών χρεώσεως που αναφέρονται στα τιμολόγια από εκείνες των προσφορών της αναιρεσιβλήτου, οφειλομένης, κατά την απόφαση, στην αναπροσαρμογή των τιμών κατόπιν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων και στην κατ' εντολήν της αναιρεσειούσης επεξεργασία των αντιστοίχων ποσοτήτων μαρμάρων και γ) των φερομένων ως διπλών χρεώσεων των ιδίων ποσοτήτων μαρμάρων και εργασιών με διαφορετικά τιμολόγια, που επικαλέσθηκε με λόγους εφέσεως η αναιρεσείουσα.

Κατά συνέπειαν οι περί του αντιθέτου δεύτερος υπό στοιχ. Γ' και Ε', πέμπτος και έβδομος κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τυγχάνουν αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συναγομένη και εκ του συνδυασμού της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στ. β', 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσεκομίσθησαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσεκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 23/2008, Α.Π. 48/2013, 892/2013). Οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητος στο δικόγραφο της αγωγής της παρέθεσε όλα τα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεως και παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη, με τα συνοδευτικά αυτών δελτία αποστολής, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, διακόσια είκοσι επτά (227) τον αριθμό, με τις έγγραφες δε προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε την προσκομιδή όλων των αναφερομένων στην αγωγή της τιμολογίων, συνοδευομένων από τα σχετικά δελτία αποστολής, τους αριθμούς των οποίων και παρέθεσε εκ νέου σ' αυτές.

Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο ως νόμιμη την επίκληση και προσκομιδή των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία και περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη αποδείξεις που δεν προσεκομίσθησαν και δεν έγινε νόμιμη επίκλησή των. Κατά συνέπειαν οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 β' Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση, υπό την έννοια ότι έλαβε υπόψη τα συνοδευτικά των εκδοθέντων τιμολογίων δελτία αποστολής, χωρίς να έχει γίνει με τις προτάσεις της αναιρεσιβλήτου και ιδιαιτέρα επίκληση ενός εκάστου τούτων αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των τιμολογίων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Πέραν δε τούτου οι συγκεκριμένοι λόγοι τυγχάνουν και αλυσιτελείς, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε την έκδοση και το περιεχόμενο των επιδίκων παραστατικών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), τα οποία μάλιστα κατεχώρησε στα εμπορικά της βιβλία, για την δικαιολόγηση του τιμήματος των αντιστοίχων πωλήσεων ως εξόδων της επιχειρήσεώς της.

Εξάλλου και η αναιρεσείουσα, όπως σαφώς συνάγεται από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων τόσο στις προηγηθείσες δίκες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (Πρωτοδικείου και Εφετείου) όσο και στο παρόν στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, δεν αμφισβητεί την έκδοση και το περιεχόμενο των τιμολογίων και των συνοδευόντων αυτά δελτίων αποστολής, αλλά επικεντρώνει τις αντιρρήσεις και την εν γένει άμυνά της στο ύψος των αναγραφομένων σ' αυτά τιμών μονάδος και συνακολούθως των χρεώσεων, καθώς και σε διπλές χρεώσεις των δια της εκδόσεως αντιστοίχως διπλών τιμολογίων.

Για τους ιδίους δε, ως άνω, λόγους τυγχάνει αβάσιμος και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αυτή, ως άνω, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 β' Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 134/23-2-2007 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πωλήσεως, χωρίς να έχει γίνει επίκληση αυτού δια των προτάσεων της αναιρεσιβλήτου.

Η παρά την μη επίκλησή του λήψη υπόψη του εν λόγω τιμολογίου, οφειλομένη σε προφανή παραδρομή, λόγω του μεγάλου αριθμού των παραστατικών και λοιπών αποδεικτικών εγγράφων που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Εφετείου (227 μόνο τα τιμολόγια), δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν διαμορφώθηκε μόνον ή κυρίως με βάση το συγκεκριμένο τιμολόγιο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο υπό στοιχεία Α' και Β' λόγο, διατείνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό και δη ότι ο συμφωνημένος τρόπος χρεώσεως των μαρμάρων ανά τετραγωνικό ή τρέχον μέτρον αναλόγως της επιφανείας των, ανταποκρινόταν στα επικρατούντα συναλλακτικά ήθη, ο οποίος δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητο, ενώ δεν έλαβε υπόψη τον δικό της αντίθετο ισχυρισμό ότι οι συμφωνημένες τιμές χρεώσεως των μαρμάρων ήταν ανά τετραγωνικό μέτρο και μόνο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητο ρητώς μεν ενώπιον του Εφετείου εμμέσως δε πλην σαφώς και ενώπιον του Πρωτοδικείου, όπου μάλιστα και δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα ο συγκεκριμένος τρόπος χρεώσεως των μαρμάρων, κατά δε το δεύτερο σκέλος του διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός της τελευταίας ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθη κατ' ουσίαν με την παραδοχή ως αποδειχθέντος του αντιθέτου ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσιβλήτου.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π.1711/2008, 325/2007).

Τέλος, κατά ο άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο υπό στοιχ. Δ' και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου, κατά την εκτίμηση του νοηματικού των περιεχομένου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσιβλήτου α) περί της συμφωνίας των για την τιμολόγηση των μαρμάρων μόνο με τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο, συναγομένης από την δια των προτάσεών της επίκληση του υπ' αριθμ. 114/29-1-2007 δελτίου αποστολής που αφορά χρέωση μικρών διαστάσεων μαρμάρων (σοβατεπιών) ανά τετραγωνικό μέτρο και β) περί της βασιμότητος των μη ειδικώς αμφισβητηθέντων και αντικρουσθέντων πενήντα τεσσάρων λόγων εφέσεώς της.

Ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον υπό τα περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν υφίσταται δικαστική ομολογία υπό την ρηθείσα έννοια και το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό της δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που του αποδίδεται. Η αναγραφομένη σε ένα μόνο από την πλειάδα των επιδίκων παραστατικών, τιμή χρεώσεως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως ομολογία του τρόπου χρεώσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ενόψει μάλιστα και της αντιθέσεώς του προς όλα τα λοιπά επίδικα παραστατικά.

Επίσης, σε περίπτωση μη αμφισβητήσεως πραγματικού ισχυρισμού εναπόκειται στο ουσιαστικό δικαστήριο να κρίνει εάν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, εν προκειμένω δε το Εφετείο δεν εδέχθη την συναγωγή ομολογίας των προειρημένων λόγων εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσειούσης.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008, Α.Π. 896/2011).

Επιπροσθέτως για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναιρέσεως δεν περιέχει τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και απορριπτέος (Α.Π. 2310/2009, 120/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έβδομο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο του αναιρετηρίου μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την παραδοχήν του ότι: "Η αιτία που ορισμένες ποσότητες μαρμάρων χρεώθηκαν περισσότερο από την τιμή της προσφοράς είναι ότι οι εν λόγω ποσότητες είχαν υποστεί, κατόπιν εντολής και οδηγιών της εναγομένης, ειδική επεξεργασία, ενώ η προσφορά αναφερόταν σε τίμημα της πρώτης ύλης", παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των από 4-1-2007, 26-1-2007, 27-4-2007 και 10-5-2007 προσφορών της, στις οποίες περιλαμβάνονται και τιμές επεξεργασίας των πωλουμένων μαρμάρων. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πληττομένης αποφάσεώς του, την κρίση του ότι οι αναγραφόμενες στα επίδικα τιμολόγια τιμές ανταποκρίνονται και στις συμφωνημένες παρά των διαδίκων τοιαύτες διεμόρφωσε όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον από τις ως άνω προσφορές αλλά από την συνεκτίμηση αυτών μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που προσεκομίσθησαν νομίμως ενώπιόν του, από τα οποία προέκυψε, κατά τις παραδοχές του, αναπροσαρμογή των τιμών των προσφορών βάσει νεωτέρας συμφωνίας των διαδίκων, καθώς και ανεπιφύλακτη εκ μέρους της αναιρεσειούσης παραλαβή των πωληθέντων μαρμάρων και των αντιστοίχων τιμολογίων.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αιτήσεώς της ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για την εξολοκλήρου παραδοχή των υπ' αριθμ. 52 και 87 αγωγικών κονδυλίων (αγωγών κατά το αναιρετήριο), ύψους 3.704,80 και 6.516,17 ευρώ αντιστοίχως πλέον Φ.Π.Α., μολονότι στα σχετικά τιμολόγια υπάρχουν λογιστικά λάθη (αθροίσεως και πολλαπλασιασμού αντιστοίχως).

Έτσι, η απόφαση από προφανή παραδρομή επεδίκασε επί πλέον τα χρηματικά ποσά των 518,50 και 1.764,01 ευρώ αντιστοίχως, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι τα εμφιλοχωρήσαντα στην απόφαση λογιστικά λάθη αποτελούν αντικείμενο διορθώσεως αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 318 επ.

και δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεώς της. Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την παραδοχήν των υπ' αριθμ. 4, 10, 19, 21, 123, 162, και 217 κονδυλίων της αγωγής (αγωγών κατά το αναιρετήριο), διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, τα αντίστοιχα τιμολόγια ήταν ελλιπή ως προς την περιγραφή της ποσότητος των εμπορευμάτων ή των εργασιών και των τιμών μονάδος και συνεπώς τα σχετικά κονδύλια ήταν αόριστα και με την παραδοχήν των το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ..

Και ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι οι ελλείψεις που αποδίδονται, κατά τα ανωτέρω, στα αντίστοιχα τιμολόγια, δεν ασκούν έννομη επιρροή, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου, που οδήγησαν και στην διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα παρέλαβε τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή μάρμαρα (επεξεργασμένα ή μη), χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία είτε κατά την παραλαβή, των είτε μεταγενεστέρως και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και μάλιστα κατεχώρησε τα σχετικά τιμολόγια στα εμπορικά της βιβλία δικαιολογώντας, το τίμημα των επίδικων πωλήσεων ως έξοδα της επιχειρήσεώς της, και επί πλέον ότι από το 16-2-2009 έγγραφο που συνέταξε και υπέγραψε η λογίστρια αυτής επιβεβαιώνεται η, κατά την 31-12-2008, οφειλή εκ μέρους της προς την αναιρεσίβλητο ποσού 179.761,30 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2013 αίτηση της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ Α.Τ.Ε.", για αναίρεση της 2726/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την 23η Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ