Supreme Court dismisses appeal where plaintiff's partial claim restriction was deemed valid and did not render the suit indefinite.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's rejection of their lawsuit. The plaintiffs had restricted their claim to a specific portion of a property transfer agreement, arguing this did not invalidate the entire suit. The court ruled that such a restriction is valid provided it does not create uncertainty about the remaining claim, which was not the case here. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 223 and 295(1) of the Code of Civil Procedure; A partial restriction of a claim constitutes a partial waiver of the writ, provided it does not render the remaining part of the suit indefinite or prevent the specific determination of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1855 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Θ. συζύγου Σ. Κ., κατοίκου ..., 3. Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... ατομικά και ως μοναδικού νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Θ. Π. και 4. Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Β. και 2. Μ. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 17-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. (Ολ.ΑΠ 30/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) με την από 16-4-2007 αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ισχυρίστηκαν τα έξης: ότι µε το υπ' αριθµ. .../2003 προσύµφωνο µεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου - εργολαβικό συµβόλαιο της Συµβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας Αστρίδου -Παπαδοπούλου, η Κοινοπραξία µε την επωνυµία "Δ.
Χ. - Π. Κ.", ανέλαβε την ανέγερση οικοδοµής µε το σύστηµα της αντιπαροχής σε ένα οικόπεδο στην ..., συγκύριοι του οποίου τυγχάνουν οι τρίτος και πέµπτη των εναγόντων (Θ. Π. και Ε. Π.), η Σ. Β., ο Χ. Κ. και οι εναγόµενες (Δ. Κ. και Μ. Κ.). Οι εναγόµενες αν και συνέπραξαν ως οικοπεδούχοι στην µεταβίβαση του διαµερίσµατος της παραπάνω οικοδοµής µε στοιχείο Β2 σε τρίτο, που αποτελούσε ένα από τα διαμερίσµατα που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγµα της παραπάνω κοινοπραξίας και παρέλαβαν στις 29-7-2005 τις δικές τους ιδιοκτησίες στην συνέχεια δεν συνέπρατταν στη µεταβίβαση των λοιπών διαμερισμάτων, που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα της κοινοπραξίας προς τρίτους, αρνούμενες να υπογράψουν προς τούτο ενώπιον του συμβολαιογράφου, όπου καλούνταν εξωδίκως.
Παρά ταύτα η εργολάβος κοινοπραξία προέβη με αυτοσύμβαση σε μεταβίβαση των διαμερισμάτων με στοιχεία Α1 και Β3, χωρίς την σύμπραξη των εναγομένων, οι οποίες όμως κατέθεσαν αγωγές ακυρότητας των σχετικών συμβολαίων πώλησης και ενέγραψαν αυτές στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης.
Η πρώτη από τις αγωγές αυτές διαγράφηκε στην συνέχεια μετά από αίτηση των αγοραστών του διαμερίσματος με στοιχείο Α1, με την με αριθμ. 109/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά της οποίας οι εναγόμενες άσκησαν έφεση, για την οποία όμως μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν προσδιόρισαν δικάσιμο.
Επιπλέον οι εναγόμενες γνωστoπoιoύσαν σε πιθανούς αγοραστές των διαμερισμάτων που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα της κοινοπραξίας, την πρόθεσή τους να μην συμπράξουν στις μεταβιβάσεις τους και να ασκήσουν αγωγές ακυρότητας των σχετικών συμβολαίων, με αποτέλεσμα να ματαιώνονται οι πωλήσεις των διαμερισμάτων.
Για τον λόγο αυτό και προκειμένου να μην απαιτείται η σύμπραξη των εναγομένων στις μεταβιβάσεις των διαμερισμάτων, οι ενάγοντες με τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβόλαια, αγόρασαν: ο τρίτος ενάγων κατά ψιλή κυριότητα και ο πρώτος ενάγων κατ' επικαρπία το με στοιχεία Β-3 διαμέρισμα, ο τέταρτος ενάγων κατά ψιλή κυριότητα και ο πρώτος ενάγων κατ' επικαρπία το με στοιχεία Α-3 διαμέρισμα, ο τέταρτος ενάγων κατά ψιλή κυριότητα και η δεύτερη ενάγουσα κατ' επικαρπία το με στοιχεία Α-2 διαμέρισμα και ο τρίτος ενάγων κατά πλήρη κυριότητα το με στοιχεία Β-1 διαμέρισμα της παραπάνω οικοδομής, με σκοπό να τα πωλήσουν περαιτέρω σε τρίτους και να εξοφλήσουν και τα δάνεια που είχαν λάβει για την ανέγερση της οικοδομής.
Παρά τις προσπάθειες των παραπάνω εναγόντων να πωλήσουν τα διαμερίσματα αυτά από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 2006, δεν κατέστη αυτό δυνατό, για τον λόγο ότι όπως έμαθαν εκ των υστέρων, είχαν κατατεθεί από τις εναγόμενες έξι αγωγές ακυρότητας των συμβολαίων που αφορούσαν, τις ιδιοκτησίες τους, οι οποίες είχαν εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, δεν είχαν όμως κοινοποιηθεί στους ίδιους.
Και τούτο παρά το γεγονός ότι η όμοια σε περιεχόμενο αγωγή ακυρότητας, για το με στοιχεία Α-1 διαμέρισμα, είχε διαγραφεί με την προαναφερόμενη 109/2006 Απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προαναφερόμενη με αριθμ. 109/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Η συζήτηση δύο από τις παραπάνω αγωγές ακυρότητας συμβολαίων, που κατατέθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, αναβλήθηκαν μετά από αίτηση των εναγομένων, άλλων δύο που κατατέθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ματαιώθηκε διότι οι εναγόμενες δεν προσήλθαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ενώ για άλλη που εκδικάσθηκε κατόπιν αναβολής στις 4-10-2006, εκδόθηκε η με αριθμ. 67/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.
Από τα παραπάνω περιστατικά καθίσταται σαφές ότι η άσκηση των εν λόγω αγωγών είναι προσχηματική και γίνεται με σκοπό να πετύχουν οι εναγόμενες, την εκτέλεση από την εργολάβο εταιρία εργασιών (κατασκευή τζακιών, εντοιχισμένων ντουλαπών κλπ), που αξιώνουν με εξώδικες δηλώσεις και με τις παραπάνω αγωγές.
Από τις παραπάνω δε ενέργειες των εναγομένων, που είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη και καταχρηστικές, οι ενάγοντες ζημιώθηκαν λόγω της αδυναμίας πώλησης των διαμερισμάτων τους, υπέστησαν δε και ηθική βλάβη, διότι υπέστη μεγάλο πλήγμα η τιμή και η υπόληψη τους, καθόσον διέρρευσε στην τοπική αγορά ότι είναι αναξιόπιστοι και απατεώνες.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν: 1) το ποσό των 85.525,55 € για θετική ζημία που υπέστησαν και αφορά τα έξοδα αγοράς των προαναφερθέντων πέντε διαμερισμάτων τους (καταβληθέντες φόροι στη ΔΟΥ, αμοιβές του Δικηγορικού Συλλόγου, συμβολαιογραφικά έξοδα και έξοδα υποθηκοφυλακείου) καθώς και τους καταβληθέντες τραπεζικούς τόκους των στεγαστικών δανείων πού έλαβαν για την αγορά των εν λόγω διαμερισμάτων και 2) για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 € στον καθένα και συνολικά 250.000 €.
Με δήλωση στο ακροατήριο ενώπιον του Πρωτοδικείου οι ενάγοντες περιόρισαν κατά ένα μέρος το αίτημα της αγωγής τους για το πέραν του ποσού των 10.000 €, ήτοι 2.000 € ως προς τον καθένα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Το αίτημα αυτό της αγωγής, με το οποίο, μετά τον ως άνω περιορισμό του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και η επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από την σχετική δήλωση και τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια, κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, είναι, αόριστο.
Και τούτο, διότι, αφού δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιές από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικαστούν στην αναιρεσείουσα.
Το Εφετείο, άρα, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι η ενάγουσα δεν προσδιόριζε ειδικώς σε ποιά από τις επί μέρους αξιώσεις της περιόριζε την καταψήφιση των εναγομένων και σε ποια την αναγνώριση της υποχρεώσεως των, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
και τα αντίθετα, που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τα υπ' αριθμ. 1, 2, 3 σκέλη του μοναδικού λόγου της αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος, έχει, αντίθετα, τη γνώμη ότι ο λόγος αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτός για τους ακόλουθους λόγους: Κάθε καταψηφιστική αγωγή περιέχει (έστω και σιωπηρώς) δύο αιτήματα: ένα αναγνωριστικό (αναγνώριση του δικαιώματος) και ένα καταψηφιστικό (καταψήφιση τα εναγομένου στην απόδοση του αντικειμένου της υποχρεώσεως που τον βαρύνει), το δε δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει, και τα δύο αυτά αιτήματα.
Ενόψει τούτου είναι επιτρεπτή, ως μη προσκρούουσα στο άρθρο 223 του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση του ενάγοντος. μέχρι την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, που έχει ως συνέπεια τη διάσπασή του σε δύο αιτήματα, ήτοι σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 και 295 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής κατά το μέρος που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Η παραίτηση αυτή σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής περιλαμβάνει περισσότερα κεφάλαια ή κονδύλια και δεν καθορίζεται σε ποιο από αυτά αναφέρεται ο περιορισμός, δεν επιφέρει αοριστία της αγωγής, γιατί θεωρείται ότι όλα τα κονδύλια περιορίζονται αναλογικά.
Με βάση τα άνω εκτιθέμενα και σε περίπτωση μερικής παραίτησης του ενάγοντος από το αρχικό (ολικό) καταψηφιστικό αίτημα και της μετατροπής του σε εν μέρει αναγνωριστικό προκειμένου περί αγωγής που περιλαμβάνει περισσότερα κονδύλια, χωρίς να καθορίζεται σε ποιο από αυτά αναφέρεται ο περιορισμός, αυτή (μερική παραίτηση), αν από τη διατύπωσή της δεν προκύπτει ότι ο περιορισμός είναι γενικός και όχι αναλογικός, δεν επιφέρει αοριστία της αγωγής, γιατί θεωρείται ότι τα κονδύλια περιορίζονται κατά το καταψηφιστικό τους μέρος κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία.
Σε κάθε περίπτωση, κι αν δηλαδή ήθελε θεωρηθεί ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό δεν εχώρησε εγκύρως, αυτός (περιορισμός) δεν επιφέρει αοριστία ολόκληρης της αγωγής, αλλά μόνο του μέρους αυτού. Έτσι, κατά τη γνώμη αυτή, ο πιο πάνω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, έτσι όπως διατυπώνεται, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται κατά τον αυτό λόγο, δηλαδή κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία για κάθε ένα κονδύλιο.
Γι' αυτό και με τον καθορισμό αυτό δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή, άλλως και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να εξετασθεί κατά το αναγνωριστικό της αίτημα.
2. Περαιτέρω αβάσιμα είναι και τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το υπ' αριθμ. 4 σκέλος του ιδίου λόγου της αναίρεσης, κατά τον οποίο το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ με το να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή του, ενώ μπορούσε "κατά πρώτο να θεωρήσει ότι όλα τα κονδύλια περιορίζονται αναλογικά, κατά δεύτερο να θεωρήσει το ποσό των 10.000 € και δη το ποσό των 2.000 € ανά ενάγοντα θα κατανεμηθεί στο πρώτο κατά σειρά αιτούμενο κονδύλιο και κατά τρίτον κατ' εφαρμογή του άρθρου 227 άλλως 254 ΚΠολΔ θα έπρεπε να τους καλέσει για να προσδιορίσουν την τυπική παράληψη καθορίζοντας το κονδύλιο για το οποίο θα αφορούσε το καταψηφιστικό αίτημα των 2.000 ανά διάδικο".
Τούτο δε διότι, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, αλλά και από άλλες διατάξεις του ΚΠολΔ (216 επ., 223 επ., 559 αρ. 9 κ.α.), το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, εκτός αν με ειδική διάταξη εισάγεται απόκλιση από την αρχή αυτή και καθιερώνεται εξουσία αυτεπάγγελτη ενέργειας του δικαστηρίου.
Τέτοια δε απόκλιση δεν θεσπίζεται ως προς το ερευνώμενο ζήτημα. Εξάλλου η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 254 και 227 ως δικονομικών δεν δημιουργεί, κατά νόμον, αυτοτελή λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση, να διατάξει επανάληψη της συζήτησης προς συμπλήρωση ή επεξήγηση κενών ή αμφιβόλων σημείων, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Τέλος η διάταξη 227 του ΚΠολΔ καθιερώνει μεν υποχρέωση του δικαστηρίου (χωρίς όμως δικονομικές κυρώσεις) να καλεί τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου προς συμπλήρωση τυπικών παραλήψεων που μπορούν να αναπληρωθούν, πλήν, όμως, αναφέρεται σε "τυπικές παραλείψεις" ως τέτοιες δε νοούνται, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής (κατά τα αναφερόμενα και στην αιτιολογική έκθεση του ΝΔ 958/1971), αυτές που αφορούν κυρίως στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και ακυρότητες και συνεπώς δεν επιτρέπεται να διαταχθεί με βάση τη διάταξη αυτή η διόρθωση της αοριστίας της αγωγής, καθόσον δεν πρόκειται για τυπική παράληψη όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔικ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2012 αίτηση, των Σ. Κ., Θ. Κ., Σ. Π. και Ε. Π., για αναίρεση της 320/2011 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ