Legislator Case Law & Legislation
1855/2011 AI generated

1855/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1855/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1855/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Οι διάδικοι, που είναι μεταξύ τους αδελφοί, είχαν μακροχρόνια επαγγελματική και οικονομική συνεργασία και διατηρούσαν οικοδομική εταιρία με αντικείμενο την κατασκευή πολυκατοικιών και την πώληση διαμερισμάτων καθώς και ραδιοφωνική εταιρία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1855 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπανικολάου.

Του αναιρεσιβλήτου-καθού η κλήση: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3448/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 829/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15.9.2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1346/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 23.12.2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 268/16-3-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., αντίγραφο της από 23-12-2010 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσείοντος, με τις υπ' αυτή έκθεση καταθέσεως δικογράφου και πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της προεπιδοθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναφερόμενο σε αυτή πρόσωπο, για τον αναιρεσίβλητο, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, δάνειο είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους (δανειστής) μεταβιβάζει στον άλλο συμβαλλόμενο (οφειλέτη), κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, ο τελευταίος δε έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων(ΑΠ 1484/2004).Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, οπότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της, οπότε υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/99). Ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/92, 861/84). Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος αυτός από την αναφορά ή μή στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Οι διάδικοι, που είναι μεταξύ τους αδελφοί, είχαν μακροχρόνια επαγγελματική και οικονομική συνεργασία και διατηρούσαν οικοδομική εταιρία με αντικείμενο την κατασκευή πολυκατοικιών και την πώληση διαμερισμάτων καθώς και ραδιοφωνική εταιρία.

Στα πλαίσια της συνεργασίας των αυτής και των υφισταμένων τότε καλών σχέσεών τους, συνήψαν μεταξύ τους στις 29 Δεκεμβρίου 1995, σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) κατέβαλε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) το χρηματικό ποσό των 8.175.000 δραχμών με τη συμφωνία να του το αποδώσει ατόκως κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1996.

Το ποσό του δανείου προερχόταν από την πώληση ενός διαμερίσματος, συνιδιοκτησίας, κατ' ίσα μέρη, των διαδίκων, αντί τιμήματος 17.350.000 δραχμών. Κατά την πώληση του εν λόγω διαμερίσματος, συμφώνησαν μεταξύ τους όπως το αναλογούν στον ενάγοντα μέρος του τιμήματος (8.675,000 δραχμές), μετ' αφαίρεση οφειλής του προς τον εναγόμενο εκ 500.000 δραχμών, από παλαιότερη συναλλαγή τους, δηλαδή το ποσό των 8.175.000 δραχμών, να παραμείνει στον τελευταίο ως δάνειο και να επιστραφεί από αυτόν στον ενάγοντα μέχρι το τέλος Ιουνίου του έτους 1996.

Για τη συναφθείσα ως άνω σύμβαση δανείου συντάχθηκε και το από 29-12-1995 ιδιωτικό έγγραφο, με την επικεφαλίδα επιστολή-δήλωσις, που φέρει την υπογραφή του εναγομένου, η γνησιότητα της οποίας έχει βεβαιωθεί από την οικεία αστυνομική αρχή. Εξάλλου και ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής του, ούτε άλλωστε και το περιεχόμενο του ως είρηται εγγράφου, αλλά και την επίμαχη μετά του ενάγοντος συναλλαγή του.

Αντιθέτως, μάλιστα αυτός ρητώς συνομολογεί την επίδικη σύμβαση του δανείου, το ύψος του χορηγηθέντος ποσού και το γεγονός ότι εκ του ποσού τούτου παραμένει ανεξόφλητο το ποσό των 3.500.000 δραχμών, ενώ για το υπόλοιπο ποσό επικαλείται εξόφληση, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιαδήποτε έγγραφη απόδειξη. Για να αποδείξει την περί μερικής εξοφλήσεως ως άνω ένσταση του, ο εναγόμενος επικαλείται την κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε κατά πρόταση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, με προεξάρχουσα εκείνη της μητέρας των διαδίκων Π.

Σ.. Τα στοιχεία όμως αυτά δεν κρίνονται επαρκή για την απόδειξη της ως είρηται ενστάσεως του, αφού τόσο ο μαρτυράς του όσο και οι ενόρκως, κατά πρόταση του βεβαιώσαντες, αναφέρονται, με τον ίδιο, όπως και εκείνος, ασαφή και αόριστο στην εναπομείνασα οφειλή των 3.500.000 δραχμών, χωρίς όμως να παραθέτουν συγκεκριμένα γεγονότα αναφορικά προς την επικαλούμενη εξόφληση του υπολοίπου χρηματικού ποσού των 4,675.000 δραχμών.

Ο μάρτυρας και οι ενόρκως βεβαιώσαντες αναφέρονται κυρίως σε δήλωση του ενάγοντος, που περιήλθε σε αυτούς αμέσως ή εμμέσως, σύμφωνα με την οποία αν ο εναγόμενος δεν του επέστρεφε το υπόλοιπο ποσό του δανείου εκ 3.500.000 δραχμών θα τον κατέστρεφε. Η αναφορά όμως αυτή, η οποία επαναλαμβάνεται κατά πανομοιότυπο τρόπο στις ένορκες βεβαιώσεις και στη μαρτυρική κατάθεση δεν αρκεί, για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως περί της μερικής εξοφλήσεως που επικαλείται ο εναγόμενος, αφού, λόγω της ευρείας οικονομικής συνεργασίας των διαδίκων και των πολλαπλών συναλλαγών τους, αλλά και της οξύτατης αντιδικίας που εν τω μεταξύ προκλήθηκε και εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ τους, μία τέτοια δήλωση του ενάγοντος και αν πράγματι είχε γίνει δεν είναι βέβαιο ότι αφορούσε την επίμαχη συναλλαγή.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ, προς απόδειξη της σφοδρότατης αντιδικίας που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων, ότι ο εναγόμενος μνημονεύει στις προτάσεις και επικαλείται εννέα (9) αγωγές του κατά του ενάγοντος (από δάνεια, αδικοπραξίες κλπ), οι οποίες εκκρεμούν ήδη ενώπιον του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και πέντε (5) μηνύσεις του κατά του ιδίου για αξιόποινες σε βάρος του πράξεις του (πλαστογραφία, απόπειρα εκβιάσεως, συκοφαντική δυσφήμηση, υπεξαίρεση κλπ), που επίσης εκκρεμούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς.

Η ανωτέρω δε αντιδικία τους παρέχει πρόσθετο και σημαντικό υπέρ των απόψεων του ενάγοντος επιχείρημα ότι δηλαδή αν είχε μεσολαβήσει εξόφληση οποιουδήποτε μέρους του δανείου ο εναγόμενος θα είχε οπωσδήποτε ζητήσει έγγραφη απόδειξη, προς διασφάλιση του, ενόψει των διαταραγμένων σχέσεών τους και των πολλών οικονομικών και λοιπών διαφορών, πολύ δε περισσότερο αφού έγγραφο συντάχθηκε και για την απόδειξη του επιδίκου δανείου, μολονότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν τότε καλές και η συνεργασία εξελισσόταν ομαλά.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές και αφού έκρινε ως αόριστη ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 281 ΑΚ, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να του αποδώσει το δάνειο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, για το ζήτημα της απόρριψης της ένστασης του αναιρεσείοντος περί μερικής εξόφλησης του δανείου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σε αυτή, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ και έτσι ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι ανεπαρκής είναι η αιτιολογία του Εφετείου, πως δεν αποδεικνύεται η ένσταση της μερικής εξόφλησης και από το ότι ο αναιρεσείων δεν ζήτησε για την καταβολή σχετική απόδειξη, μολονότι υπήρχε σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους, αναφέρεται στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου και επομένως ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος.

Τέλος, με τις περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ότι εσφαλμένα κρίθηκαν ως αόριστες οι καταθέσεις και οι βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την παραπάνω ένσταση εξοφλήσεως, πλήσσεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι επίσης απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, υπάρχει όταν ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση η του εντεταλμένου δικαστή αναγνωρίζεται από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός, ενώ η ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής) καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, που εκδίδονται από το διάδικο, αποτελεί εξώδικη ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 1230/2000 ΑΠ 1595/97 ΑΠ 1308/84). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος, όπως ορθώς εκτιμάται, είναι από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου αυτού που επικαλείται ο αναιρεσείων, ο τελευταίος προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί μερικής εξόφλησης του δανείου, την οποία αυτός (ο αναιρεσείων), με τις ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου προτάσεις του, είχε επικαλεσθεί. Όμως ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο αν πρόκειται για δικαστική η εξώδικη ομολογία και σε ποιο έγγραφο (διαδικαστικό ή άλλο) περιέχεται η επικαλούμενη αυτή ομολογία. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

- Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι αυτός εξακολουθεί να οφείλει το σύνολο του δανείου, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων (μαρτύρων, ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων) και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι είναι αβάσιμη η ένσταση του αναιρεσείοντος για τη μερική εξόφληση του δανείου, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την επιμέλεια των διαδίκων" καθώς και "τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. ...-.../7-5-2003 και ...-.../20-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητώς και ειδικώς αξιολογούνται η κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος εναγομένου και οι ένορκες βεβαιώσεις που αυτός είχε προσκομίσει, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο αυτό της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προταθέντα και ενώπιον αυτού με την έφεση του επαναφερθέντα ισχυρισμό του, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματος του να ζητήσει την απόδοση του δανείου, για την επιστήριξη του οποίου (ισχυρισμού) είχε επικαλεσθεί, ότι την οφειλή του από το δάνειο ουδέποτε αρνήθηκε, αλλά λόγω του ότι ο ενάγων προέβη σε σειρά παράνομων και ποινικά κολάσιμων ενεργειών εις βάρος του, για τις οποίες έχουν ασκηθεί κατ' αυτού και των συνεργών του ποινικές διώξεις για διάφορα αδικήματα, όπως για εκβίαση, πλαστογραφία, συκοφαντική δυσφήμηση και με τις οποίες αποσκοπούσε στην περιουσιακή του βλάβη, έχουν γεννηθεί πολλές αστικές αξιώσεις του ίδίου εναντίον του, "οι οποίες ασφαλώς θα πρέπει να ενεργήσουν συμψηφιστικά προς την επίδικη απαίτηση", ότι αυτός είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο δεν έχει εξοφλήσει ακόμα το υπόλοιπο των 3.500.000 δρχ.

ότι όμως ο αντίδικος του "επιμένει εκβιαστικά να ισχυρίζεται ότι δήθεν οφείλεται ολόκληρο το ποσό του δανείου, ήτοι 8.175.000 δρχ." και ότι ο ενάγων, προκειμένου να τον εκβιάσει και να τον εξαναγκάσει να αποσύρει τις σε βάρος του μηνύσεις και να μην ασκήσει τις αξιώσεις που απορρέουν από τις αδικοπραξίες που αυτός τέλεσε εις βάρος του, κατά τα προεκτιθέμενα, προσπαθεί με την ένδικη αγωγή, του να δημιουργήσει αντιπερισπασμό και κάποιες απαιτήσεις υπέρ του.

Όμως τα πιο πάνω περιστατικά, ενόψει του ότι αυτά περιέχουν κατά το πλείστον αρνητικούς ισχυρισμούς, ότι το οφειλόμενο δάνειο ανέρχεται στο ύψος που διατείνεται ο αναιρεσίβλητος ενάγων, δεν καθιστούν καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, την άσκηση της ένδικης αγωγής και έτσι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος.

Επομένως το Εφετείο, απορρίπτοντας, τον με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι είναι αόριστος, σε ορθό όμως διατακτικό κατέληξε και γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 665/91).

- Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339, 423 και επόμ. του ίδιου Κώδικα, ως αποδεικτικά μέσα. Αλλά δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003). Έτσι, δεν είναι έγγραφα, με την έννοια αυτήν, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ή ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 31/1999). Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του Γ. Λ. και Χ. Μ. που περιέχονται στις υπ' αριθμούς 1238 και 1239/2004 πράξεις του Ειρηνοδίκη Νικαίας, είναι απαράδεκτος.

- Επειδή, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο "κακώς και μη νομίμως" τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα, ενώ έπρεπε, κάνοντας δεκτή την έφεση του και απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, να τον καταδικάσει σε ολόκληρη τη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναίρεσης, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2005 αίτηση του Κ. Π. Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 829/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ