Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to prove facts and non-citation of technical report.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a guarantee contract dispute. The appellant argued that the lower court admitted facts without evidence and failed to consider a technical expert's report, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appellant did not clearly cite the technical report during proceedings and that the lower court's admission of facts without specific evidentiary orders was not a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1), 4(2) of Law 362/1945; Article 24(1)(a) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to clearly and specifically cite evidence or documents presented during the proceedings, or if the lower court's admission of facts without ordering proof does not constitute a valid ground for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1855 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Μουζάκη.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Εταιρείας με την επωνυμία "CΑΤRΙΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑL SΑ (CATRIA), η οποία εδρεύει στην Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Εταιρεία με την επωνυμία .. η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με α. την 17-8-2002 αγωγή, β. την από 24-7-2003 ανταγωγή και γ. την από 25-7-2003 αίτηση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1734/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 411/2006 προδικαστική και 1059/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ) και ίσχυε μέχρι την κατάργηση των σχετικών απαγορεύσεων από το άρθρο 5 του ν. 2842/2000, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, εξαιρουμένων των διεθνών συναλλαγών, α) κάθε δικαιοπραξία, από την οποία πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις για καταβολή υπέρ προσώπου που διαμένει στην Ελλάδα, μπορεί να συνομολογείται μόνο σε δραχμές, β) η ρήτρα συναλλάγματος στις δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρη και γ) σε περίπτωση συνομολογήσεως τέτοιας ρήτρας, το δικαστήριο προσδιορίζει κατά την κρίση αγαθού ανδρός τη δίκαιη αντιπαροχή, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το δραχμικό (ήδη ευρώ) ποσό που προκύπτει από την, κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αντιστοιχία μεταξύ της δραχμής και του προβλεπόμενου από τη ρήτρα ποσού των ξένων νομισμάτων, εφόσον και το δραχμικό ποσό που προκύπτει με τον τρόπο αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρογκο.
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι η κατά παράβαση των άνω διατάξεων συνομολόγηση, με σύμβαση εγγύησης, (ΑΚ 847) υποχρέωση του εγγυητή να καταβάλει στον δανειστή, σε περίπτωση μη καταβολής της οφειλής του πρωτοφειλέτη, την συνομολογηθείσα σε συνάλλαγμα οφειλή αυτού, άκυρη είναι μόνο η σχετική περί συναλλάγματος ρήτρα, όχι όμως και η σύμβαση, η δε συνομολογηθείσα σε συνάλλαγμα αντιπαροχή, προσδιορίζεται, κατά τα άνω, από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι, με το να δεχθεί την εναντίον του, εξ εγγυήσεως αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας ότι αυτός οφείλει να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες, τα αναφερόμενα στη προσβαλλόμενη απόφαση ποσά ευρώ, νομιμοτόκως, μολονότι τόσο οι κύριες συμβάσεις μεταξύ των ήδη αναιρεσιβλήτων και των πρωτοφειλετών, όσο και οι παρεπόμενες συμβάσεις εγγύησης, είναι άκυρες, διότι η οφειλή των πρωτοφειλετών την καταβολή της οποίας αυτός εγγυήθηκε, αλλά και η εξ εγγυήσεως οφειλή αυτού συνομολογήθηκαν σε ξένο νόμισμα (δολάρια Η.Π.Α.), παραβίασε ευθέως, μη εφαρμόζοντας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ.2 ν.5442/32, 3 ν.800/1937, 5 α.ν.944/1946 και 4 α.ν.362/1945.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεχθέν ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος), οφείλει, ως εγγυητής, να καταβάλει στις ενάγουσες (δανείστριες), τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσά ευρώ, όπως άλλωστε ζητούν με την αγωγή τους οι ενάγουσες, κατά μετατροπή της συνομολογηθείσας σε δολάρια Η.Π.Α.
οφειλής των πρωτοφειλετών και του ήδη αναιρεσείοντος, εκ του πράγματος, δέχθηκε ακυρότητα της σχετικής ρήτρας συναλλάγματος, εφαρμόζοντας την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άνω άρθρου 4 α.ν. 362/1945.
Με το άρθρο 11 παρ.4 ν. 148/1967 "Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς κλπ" ορίζονται τα εξής: "Απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιωμάτων ή άλλης επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, τροποποιουμένων των άρθρων 15 και 47 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου α)....ζ) η μεταβίβασις μετοχών, ιδιωτικών τίτλων και ομολογιών εν γένει" Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1ε του από 26 Ιουλίου 1931 Π.Δ/τος "Περί Κώδικος Νόμων Τελών Χαρτοσήμου", με την οποία ορίζεται ότι " εφ' όσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν συμβασιν συνάπτονται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχήν υποθήκης, ενεχύρου, εγγυήσεως πάσης φύσεως, ως και πάσης άλλη ασφαλείας ή ποινικών ρητρών, εάν μεν υπεβλήθη εις το κατά το κλιμάκιο 1 του άρθρου 12 τέλος η κυρία σύμβασις, το δε παρεπόμενο συμφωνήται δια του αυτού εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος", προκύπτει ότι τόσο η κυρία σύμβαση με την οποία συμφωνείται η μεταβίβαση μετοχών, όσο και η με το αυτό έγγραφο συναπτόμενη παρεπόμενη σύμβαση εγγύησης, δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχείο Α, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ως έγκυρες τις μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των πρωτοφειλετών κύριες συμβάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσίβλητες, ανέλαβαν στην υποχρέωση να αγοράσουν μετοχές μέσω του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και να μεταβιβάσουν αυτές στους πρωτοφειλέτες, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, την καταβολή του οποίου εγγυήθηκε ο αναιρεσείων, μολονότι οι κύριες αυτές συμβάσεις δεν είχαν υποβληθεί σε τέλος χαρτοσήμου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12, 13 παρ.1α, 14, 15, παρ.1α, 24 παρ.δ, 51 παρ.2 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002), μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.
Συνεπώς, η επίκληση περιστατικών, η συνδρομή των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος, δεν θεμελιώνει ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο υπό στοιχείο Β σκέλος του, προβάλλονται οι αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη, παρά τον νόμο, την προβληθείσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος ερημοδικάσθηκε πρωτοδίκως, και εναντίον του οποίου έγινε δεκτή η εξ εγγυήσεως αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι αυτός ως εκκαλών, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας, επικουρικά, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, προς θεμελίωση δε αυτού του ισχυρισμού επικαλείτο, κατ' εκτίμηση, τα εξής πραγματικά περιστατικά: 'Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, πράγματι Ελληνικές εταιρίες, ανήκουν ουσιαστικά και πραγματικά στον ..., όπου και ασκείται η διοίκησή τους, από τον προαναφερόμενο ...
και τα μέλη της οικογενείας του, αγόρασαν δε εισηγμένες στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχές της εταιρίας Δ.Α.Ν.Ε., πράγματι κατ' εντολή και με χρήματα του προαναφερομένου ..., ο οποίος αποσκοπούσε, με τις μετοχές αυτές και άλλες της ίδιας εταιρίας, που αγόρασε μέσω άλλων εταιριών συμφερόντων του, να αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της Δ.Α.Ν.Ε.
και να ασκεί τη διοίκηση της τελευταίας αυτής εταιρίας, παρακράτησε δε τις μετοχές που αγόρασαν οι ενάγουσες, ώστε να ασκεί μέσω και αυτών τη διοίκηση της Δ.Α.Ν.Ε., χωρίς ποτέ οι ενάγουσας να ζητήσουν από τις πρωτοφειλέτριες (εντολείς τους) να αγοράσουν τις εν λόγω μετοχές, όπως είχε συμφωνηθεί με τα από 19.7.1996 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία συνεβλήθη ως εγγυητής και ο αναιρεσείων και εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, την καταβολή της οφειλής των πρωτοφειλετών (εντολέων) στις ενάγουσες αγοράστριες των μετοχών.
Τον ισχυρισμό του αυτόν, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, απέρριψε σιωπηρώς το Εφετείο, το οποίο έτσι δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, διότι τα άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε προς θεμελίωσή της ένστασής του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών, συνιστούν εν μέρει αιτιολογημένη άρνηση του δικαιώματος των εναγουσών ότι γεννήθηκε η εναντίον του αναιρεσείοντος αξίωσή τους για καταβολή της οφειλής των πρωτοφειλετών από εκείνον (εγγυητή), η δε προβαλλόμενη συμπεριφορά του ..., ήτοι η προσπάθεια αυτού ως κυρίου μετόχου των εναγουσών να αποκτήσει, μέσω και αυτών το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της Δ.Α.Ν.Ε.
και να ασκεί έτσι τον έλεγχο της τελευταίας, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος αυτών, να απαιτήσουν από τον αναιρεσείοντα εγγυητή την καταβολή της μη καταβληθείσας από τις πρωτοφειλέτριες οφειλής τους , καταχρηστική. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης (2ος υπό στοιχείο Β) είναι αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851,853 και 866 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ' εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.
Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης.. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Η απαίτηση του δανειστή κατά του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής. Στις αμφοτεροβαρείς όμως συμβάσεις, όπως είναι και η πώληση (ΑΚ 513 επ.), οι εκατέρωθεν παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, εκδήλωση δε της αρχής αυτής αποτελεί η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), με την οποία, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ των συμβαλλομένων (προεκπλήρωση της παροχής του ενός), γεγονός που μπορεί να προκύπτει και σιωπηρώς όταν ο οφειλέτης υποχρεούται σε προεκπλήρωση,σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, αποκρούεται ο δανειστής με την προβολή της γνήσιας αυτής αναβλητικής ένστασης, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, η δε παραδοχή της δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 378 ΑΚ, έχει ως αποτέλεσμα, ότι ο εναγόμενος οφειλέτης καταδικάζεται στην παροχή με τον όρο ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον άλλον της αντιπαροχής που τον βαρύνει.
Η ένσταση αυτή παραδεκτώς προτείνεται και από τον εναγόμενο εγγυητή, προς απόκρουση της εναντίον του ασκηθείσας από τον δανειστή καταψηφιστικής και όχι αναγνωριστικής αγωγής, ισχυριζομένου ότι ο ενάγων δανειστής δεν δύναται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη, επομένως ούτε κατά του εγγυητή, εφόσον δεν έχει εκπληρώσει ή δεν προσφέρεται να εκπληρώσει την αντιπαροχή του στον πρωτοφειλέτη.
Για το παραδεκτό όμως της προβολής της αναβλητικής αυτής ένστασης από τον εναγόμενο εγγυητή, απαιτείται όπως αυτός προσεπικαλεί στη σχετική δίκη τον πρωτοφειλέτη, διότι χωρίς την παρουσία του τελευταίου σ' αυτή δεν είναι δυνατή η καταδίκη του ενάγοντος δανειστή στην εκπλήρωση της παροχής του προς τον πρωτοφειλέτη, εκτός αν ενάγονται τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής.
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο , ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπ'ψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τους αριθμούς 1,19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο, που δέχθηκε την εναντίον του εξ εγγυήσεως αναγνωριστική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων τις εξής αιτιάσεις:α) ότι με το να δεχθεί την εναντίον του αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340,341,349 και 353 ΑΚ, διότι οι εναγόμενες (πρωτοφειλέτριες εταιρίες), την πληρωμή των οφειλών των οποίων στις ενάγουσες, αυτός εγγυήθηκε, δεν κατέστησαν υπερήμερες περί την καταβολή της παροχής τους (συμφωνηθέντος τιμήματος, ποινικής ρήτρας και προσαύξηση του τιμήματος), αφού οι ενάγουσας εκ προσυμφώνου πωλήτριες των μετοχών, δεν προσέφεραν αυτές πραγματικά και προσηκόντως στις αγοράστριες, ούτε μέχρι τη συμφωνηθείσα χρονολογία κατάρτισης της οριστικής σύμβασης, ούτε μετά από αυτή, β) ότι αναγνωρίζοντας το Εφετείο, πως ο ήδη αναιρεσείων (εγγυητής) υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες το συμφωνηθέν, μεταξύ αυτών και των πρωτοφειλετών ποσό του τιμήματος αγοραπωλησίας μετοχών, πλέον συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και συμφωνηθείσας επίσης προσαύξησης του τιμήματος, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι χωρίς αιτιολογίες δέχεται πως οι πρωτοφειλέτριες, κατέστησαν υπερήμερες με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας, προς εκπλήρωση της παροχής, μολονότι αυτός (αναιρεσείων), με λόγο έφεσης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες δεν προσέφεραν την συμβατική παροχή τους (προσυμφωνηθείσες προς πώληση μετοχές της εταιρίας Δ.Α.Ν.Ε.) και γ) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι οι ενάγουσες εκ προσυμφώνου πωλήτριες δεν προσέφεραν στις πωτοφειλέτριες αγοράστριες την αντιπαροχή τους (μετοχές) Ο λόγος αυτός, και κατά τα τρία ως άνω σκέλη του, είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος εγγυητή, εκτιμώμενοι ως ένσταση μη εκπλήρωσης της αντιπαροχής των εναγουσών προς τις πρωτοφειλέτριες (ΑΚ 374), απαραδέκτως προτάθηκαν προς απόκρουση της αναγνωριστικής εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος εγγυητή αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων δανειστών.
Κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου που πηγάζει από το άρθρο 24 παρ.1 εδ. α' Εισ.ΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης Εξ άλλου με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/01, η ισχύς του οποίου άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2943/01 από 1.1.2002, διαγράφηκαν από το άρθρο 559 αρ.10 ΚπολΔ οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" και συνεπώς μετά την 1.1.2002 δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς να διατάξεις απόδειξη γι' αυτά Συνεπώς ο 4οςλόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αριθμό 1ο του άρθρου 559, ότι δηλαδή δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453, 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/05) Με τον τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα γνωμοδότηση του τεχνικού συμβούλου .... Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόμηση του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε το έγγραφο αυτό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.05.2008 αίτηση του ... κατά α) της εταιρίας με την επωνυμία "CATRINA INTERNATIONAL S.A." β) "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1059/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ