Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, upholding employer's control over employee's work. Appeal rejected for procedural defects and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the classification of a labor contract. The appellant argued the court improperly considered evidence not formally proposed and relied on an invalid sworn statement by the employer's director. The court ruled that the lower court's findings were based on evidence evaluation rather than new facts, and the appeal arguments regarding the sworn statement were either vague or legally unfounded due to the director's lack of standing as a witness.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code; Law 765/1943: A dependent labor contract exists when the worker submits to the employer's legal dependence, manifested by the right to supervise, control, and give instructions regarding time, place, and manner of work, regardless of actual exercise of such rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1855 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννήλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μαύρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1804/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5685/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/9/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30.4.1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν. Α.Κ. προκύπτει ότι, σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η άφεση αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.
Εξάλλου σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια. Δεν αποκλείεται δε και ο εργαζόμενος δημοσιογράφος, ο οποίος ως εκ της φύσεως του επαγγέλματος και της αποστολής του, αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος), αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του που συνίσταται στην ελεύθερη, αντικειμενική και ανεξάρτητη διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, παράλληλα όμως είναι υποχρεωμένος ενόψει των ευθυνών του εργοδότη εκδότη, διευθυντή κ.λ.π.
εφημερίδας, περιοδικού κ.λ.π. σύμφωνα με το νόμο περί τύπου, να θέτει υπόψη του την ύλη που πρόκειται να δημοσιευθεί, να συνάπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον ο εργοδότης του διατηρεί το άνω δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του εργαζομένου ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του. Πάντως, δεδομένου ότι ο όρος "εξαρτημένη εργασία" αποτελεί νομική έννοια, στο δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η σχέση, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έδωκαν σ' αυτήν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, που εκδίδει σε πανελλήνια κλίμακα την ημερήσια αθηναϊκή εφημερίδα "Απογευματινή" καθώς και την εβδομαδιαία εφημερίδα "Απογευματινή της Κυριακής", την 1-1-1982 προσέλαβε τον αναιρεσείοντα δημοσιογράφο, ως ανταποκριτή για τις δύο εν λόγω εφημερίδες της στους νομούς Ηρακλείου και Λασηθίου Κρήτης, με έδρα το Ηράκλειο.
Έκτοτε και μέχρι την 1-2-2003,οπότε η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα τη διακοπή της συνεργασίας τους, ο τελευταίος προσέφερε αντί συμφωνηθείσας αμοιβής τις υπηρεσίες του στην αντίδικό του οι οποίες συνίσταντο : Στη συγκέντρωση των κατά την κρίση του άξιων δημοσιεύσεως επίκαιρων γεγονότων (πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα) που διαδραματίζονταν στους δύο ανωτέρω νομούς και στον ευρύτερο χώρο της Κρήτης (ειδικότερα πραγματοποιώντας έρευνες για θέματα υγείας, παιδείας, παρακολουθώντας αγροτικές ή άλλες κινητοποιήσεις, καλύπτοντας τις περιοδείες πολιτικών προσώπων, ασχολούμενος με δικαστικό και κοινωνικό ρεπορτάζ κλπ).
Στην αποστολή, αρχικώς τηλεφωνικώς, μεταγενέστερα με την εξέλιξη της τεχνολογίας μέσω τηλεομοιοτυπίας, των ανταποκρίσεών του με τα πιο πάνω θέματα στα γραφεία της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα. Ως προς τον τόπο, ο αναιρεσείων συνέτασσε και επεξεργαζόταν τα προς ανταπόκριση κείμενά του στο γραφείο του, στο Ηράκλειο της Κρήτης, δηλαδή σε χώρο δικής του επιλογής και όχι σε γραφεία της αναιρεσίβλητης, χωρίς οποιαδήποτε υπόδειξη ή εντολή προς τούτο εκ μέρους της τελευταίας.
Επιπρόσθετα δεν τελούσε σε καμία δέσμευση ή περιορισμό εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σχετικά με τον τόπο συλλογής των πληροφοριών και ειδήσεων προς ανταπόκριση. Ως προς το χρόνο, ο αναιρεσείων δεν είχε υποχρέωση να παραδίδει το κείμενό του σε συγκεκριμένη ημέρα ή ώρα βάσει οποιασδήποτε σχετικής οδηγίας ή εντολής της αναιρεσίβλητης, πέραν του αυτονοήτου χρονικού ορίου που χρειαζόταν, ώστε να είναι δυνατή η ενσωμάτωση της ανταποκρίσεως στο υπό έκδοση φύλλο της επόμενης ημέρας (και μόνο αν επρόκειτο για επίκαιρο ή έκτακτο γεγονός).
Ως προς τον τρόπο συντάξεως και επεξεργασίας των κειμένων και ως προς την επιλογή των θεμάτων του ο αναιρεσείων ενεργούσε κατά το δοκούν ρυθμίζοντας αυτοβούλως και ελευθέρως τον τρόπο απασχολήσεώς του, χωρίς η αναιρεσίβλητη να ασκεί οποιονδήποτε έλεγχο, εκτός από τον εύλογο έλεγχο σχετικά με το επίπεδο ποιότητας των κειμένων προς ανταπόκριση, δηλαδή με την πρόδηλη έννοια όχι των επεμβάσεων, διορθώσεων, εγκρίσεων ή απορρίψεων κειμένων, αλλά της αναγνώσεως, αφενός προς προσαρμογή τους με τα κριτήρια και το ύφος της εφημερίδας (π.χ.
μετριότητα στην έκφραση κλπ), αφετέρου προς πρόληψη και εντοπισμό επιλήψιμων δημοσιευμάτων που θα επέσυραν την αστική ή ποινική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το νόμο περί τύπου. Η μόνη χαλαρή εξάρτηση του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη εκδηλώνεται στην υποχρέωση του να ακολουθεί στη διατύπωση των κειμένων του επί των διαφόρων θεμάτων της επικαιρότητας και των ερευνών του το γενικό πολιτικό προσανατολισμό των εφημερίδων της αναιρεσίβλητης.
Ο αναιρεσείων δεν είχε ενταχθεί στον κατάλογο των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και στις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις, ενώ η αμοιβή του για την παροχή της πιο πάνω απασχόλησης δεν ήταν μισθός ή ημερομίσθιο, αλλά περιοδικές παροχές για την είσπραξη των οποίων εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών. Τέλος, ο αναιρεσείων εκτελούσε χρέη αρχισυντάκτη της τοπικής εφημερίδας του Ηρακλείου "Μεσόγειος" και ήταν ανταποκριτής του "Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αλλά αυτή της μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι η αγωγή που βασιζόταν στις διατάξεις για τη σύμβαση εργασίας ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της πιο πάνω σύμβασης ως σύμβασης μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού κατά τις παραδοχές αυτές ο αναιρεσείων δεν υπαγόταν σε εξάρτηση της αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, χωρίς να αναιρείται η κρίση αυτή από το ότι αυτός είχε υποχρέωση να συντάσσει τα κείμενά του με βάση το γενικό πολιτικό προσανατολισμό των εφημερίδων της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118-120 του ίδιου κώδικα απαιτούμενα στοιχεία και τους λόγους έφεσης, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης και αν δεν υπάρχει λόγος έφεσης σαφής και ορισμένος το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως και η έφεση απορρίπτεται.
Οι πλημμέλειες της αποφάσεως συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται με τη μνεία ότι από αυτή το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων για την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (άρθρου 534 Κ.Πολ.Δ.) με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα προς αυτή αποδιδόμενα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μοναδικό της λόγο της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότεινε ο αναιρεσείων.
Ειδικότερα, κατά το αναιρετήριο η έφεση της αναιρεσίβλητης περιείχε τα εξής: "Εκτιμώντας ορθώς το Πρωτοδικείο τις αποδείξεις και ιδίως τις ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσκομίσαμε και επικαλεσθήκαμε, όφειλε η προσβαλλόμενη απόφαση να καταλήξει στο αναγκαίο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλήτος ως ανταποκριτής επαρχίας δεν τελούσε σε υπηρεσιακή σχέση έναντι της εταιρίας μας, αφού διατηρούσε πλήρη ελευθερία ενέργειας, καθόριζε ο ίδιος τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο των παρεχόμενων υπηρεσιών ούτε είχε άλλωστε μια τέτοια πρόθεση και ως εκ τούτου η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν της σχέσης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών".
Ο πιο πάνω λόγος εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ήταν πλήρως ορισμένος και επομένως, το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας του λόγου αυτού της έφεσης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.
και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης δικαστικής ομολογίας σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του ομολογούντα, είναι να μη αμφισβητήθηκε ειδικώς ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός (από τον έμμεσα ομολογούντα). Αν συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει αν από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.
Η κρίση αυτή αφορά αποκλειστικώς σε πράγματα και γι' αυτό διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης, που συναγόταν με βάση όσα αυτή εξέθετε στις προτάσεις της, ως προς το είδος της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, όπως είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων.
Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο η αναιρεσίβλητη εξέθετε στις προτάσεις της τα εξής: "Η εταιρία μας από το 1982 έως και την 31η Ιανουαρίου 2003 συνεργαζόταν με τον αντίδικο... Αντικείμενο της συνεργασίας μας ήταν η αποστολή ανταποκρίσεων από τον ενάγοντα στις εφημερίδες της εταιρίας μας.. Η μόνη υποχρέωση που είχε ο αντίδικος ήταν ότι έπρεπε να ακολουθεί στη διατύπωση των ειδήσεων και ρεπορτάζ επί των επικαίρων θεμάτων τη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση της εφημερίδος της εταιρίας μας.
Ο αντίδικος ήταν ανταποκριτής... Γίνονταν βεβαίως συνεννοήσεις μαζί του για τα θάματα των ανταποκρίσεών του, τις οποίες, κατά κανόνα διεξήγαγε για την εταιρία μας ο συντάκτης ...... Εξυπακούεται ότι η σύνταξη της εφημερίδος .. μπορούσε να επιφέρει αλλαγές στα κείμενα, που έστελνε ο αντίδικος για δημοσίευση.
Το δικαίωμα αυτό το έχει η αρχισυνταξία κάθε εφημερίδος για κάθε τι που δημοσιεύεται... Το ότι γινόταν τηλεφωνική συνεννόηση μαζί του για το κάθε θέμα της ανταπόκρισης, η σύνταξη της εφημερίδος μπορούσε να επιφέρει αλλαγές στο κείμενο που έστελνε ο αντίδικος". Από όσα παραπάνω εξέθετε στις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών της και τη γενική άρνησή της δεν συναγόταν άμεση ή έμμεση ομολογία αυτής ότι, η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, ή αναιρεσίβλητη ασκούσε εύλογο έλεγχο των κειμένων του αφενός προς προσαρμογή τους με τα κριτήρια και το ύφος των εφημερίδων της και αφετέρου προς πρόληψη και εντοπισμό επιλήψιμων δημοσιευμάτων, που θα επέσυραν αστική και ποινική της ευθύνη και ότι ο αναιρεσείων είχε επαγγελματική αυτοτέλεια και εκτελούσε χρέη αρχισυντάκτη της τοπικής εφημερίδας "Μεσόγειος" και ήταν ανταποκριτής του "Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων", χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει προτείνει τέτοιους ισχυρισμούς.
Όσα, όμως, παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εργατική διαδικασία, ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β΄ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη ένορκης βεβαίωσης, που δεν προσκομίσθηκε νομίμως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη η ένορκη βεβαίωση, διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις 13948/2004 και 4568/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σαντοριναίου και του Ειρηνοδίκη Αθηνών αντίστοιχα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, είναι αόριστος και απορριπτέος, γιατί δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα πιο πάνω απαραίτητα για την πληρότητα του λόγου αυτού στοιχεία.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. α΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη βεβαίωση του διευθυντή της αναιρεσίβλητης ....., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί σύμφωνα με τα άρθρα 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ.3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ και 61, 65 67 και 70 ΑΚ δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου ή το μέλος της διοίκησης του, όχι όμως και ο διευθυντής των υπηρεσιών του.
Μετά από αυτά, η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1101/19-9-2005 αίτηση του ....., για αναίρεση της 5685/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ