Legislator Case Law & Legislation
1854/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding improper first-time raising of debt novation claims.

Case Number 1854/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed Centrica Holdings' appeal against the Third Athenian Court of Appeal's judgment regarding a debt novation agreement. The appellant argued the lower court erred in rejecting their claims, but the Court found these arguments were improperly raised for the first time during the appeal stage rather than the appeal stage. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A claim regarding the invalidity of a debt novation agreement is inadmissible if raised for the first time in the appeal stage rather than the appeal stage.

Keywords

AI generated
debt novation improper first raising procedural inadmissibility active standing Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 471 and 477 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1854 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1854/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "CENTRICA HOLDINGS LIMITED", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Θωμά Καναβέλη και Αικατερίνη Ταταράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2550/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2401/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 6611/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 2401/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-12-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 10086/2021, ΕΑΚ 1250/2021, αριθ.δικ. 204/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 2401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με το δανειστή με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στην θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 557/1999). Μόλις καταρτισθεί η σύμβαση στερητικής αναδοχής μεταξύ δανειστή και νέου οφειλέτη επέρχεται αυτόματη απαλλαγή του παλαιού οφειλέτη, χωρίς να ενδιαφέρει αν εκπληρώθηκε η αναληφθείσα τυχόν υποχρέωση εκ μέρους του δανειστή ή του παλαιού οφειλέτη προς τον αναδεχόμενο. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη (σωρευτική αναδοχή χρέους). Με τη στερητική αναδοχή χρέους επέρχεται ειδική διαδοχή στην υποχρέωση, δηλαδή μεταβάλλεται το πρόσωπο του οφειλέτη με τη μετακύλιση του χρέους από το πρόσωπο του παλαιού οφειλέτη στο πρόσωπο του αναδοχέα. Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους (ΑΠ 286/2018, ΑΠ 1770/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη, έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη.

Η κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης έτσι ώστε, αν αυτή ελλείπει, να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1807/2007).

Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτο. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 1802/2007).

Επομένως, στην απλή νομοτυπική μορφή του δανείου, όπως ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα, δεν ανήκει ο σκοπός της χρηματοδότησης (AΠ 1292/2023). Το κύρος δηλαδή της σύμβασης του δανείου δεν συναρτάται προς οποιαδήποτε συμφωνία των συμβαλλομένων για τη διοχέτευση του ποσού σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά η χρήση του εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του δανειζόμενου.

Δεν αποκλείεται όμως η με συμφωνία των μερών ανάληψη από το λήπτη του δανείου της υποχρέωσης για χρησιμοποίηση του δανείσματος για ορισμένο σκοπό. Έτσι, τα προβλεπόμενα στην τραπεζική νομοθεσία δάνεια και εν γένει πιστώσεις χορηγούνται, κατά κανόνα, από τα πιστωτικά ιδρύματα στον δανειολήπτη για συγκεκριμένο, ειδικά συμφωνημένο, σκοπό, ο οποίος τότε αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δανειακής (και εν γένει πιστωτικής) σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, ανάλογα με τον σκοπό της χρηματοδότησης, διαφοροποιούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της σύμβασης (π.χ. με την επιβολή ορίων, με τη χορήγηση πίστωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων κλπ.), ενώ, παράλληλα, επιβάλλονται συνήθως συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον δανειολήπτη για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης του σκοπού του δανείου (π.χ.

δάνεια για την αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού, για την εξυγίανση της επιχείρησης, δάνεια αναπτυξιακών νόμων, στεγαστικά δάνεια κλπ.). Δάνειο ειδικού σκοπού είναι υπό την έννοια αυτή το δάνειο και εν γένει η πίστωση για αγορά μετοχών. Η κατάρτιση τέτοιων δανείων ("μετοχοδανείων") δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς.

Το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών έχει θεσπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής της αρμοδιότητας με κανόνες δημόσιας τάξης, ειδικότερα δε, τα δάνεια για αγορά μετοχών ρυθμίζονται από την .../1991 ΠΔ/ΤΕ, όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (ΑΠ 1595/2023).

Περαιτέρω το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δε δεύτερη παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της". Από την πρώτη διάταξη (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ) συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση (όπως είναι και η σύμβαση δανείου), στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 342/2014, ΑΠ 160/2013).

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ.

Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ` έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998,ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 365/2015).

Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 563/2016), καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, αφού οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης (ΑΠ 1514/2013).

Η εικονικότητα δε, δύναται να αποδειχθεί και με μάρτυρες (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1822/2012).

Εξάλλου, η αναγνώριση δικαιοπραξίας ως σπουδαίας, στερεί τον αναγνωρίσαντα από το δικαίωμα να προσβάλει στη συνέχεια την ίδια δικαιοπραξία ως εικονική, η αναγνώριση δε είναι μονομερής δήλωση βούλησης που μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, δηλ. με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι` αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητα (ΑΠ 1595/2023, ΟλΑΠ 32/1987, ΑΠ 1098/1995).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία CENTRICA HOLDINGS LIMITED συστάθηκε στις 8-3-2002 με το προσκομιζόμενο από 6-3-2002 ιδρυτικό έγγραφο-καταστατικό με έδρα την Κύπρο και εταιρικό σκοπό, μεταξύ άλλων, "2.

Να ασκεί εργασίες ή επιχειρήσεις εταιρείας επενδύσεων (Investmet Company) και όπως αποκτά είτε με αρχική εγγραφή κατά την ίδρυση είτε με συμβόλαιο, είτε με αγορά, είτε με ανταλλαγή, είτε στο όνομα οποιοσδήποτε, άλλου προσώπου (nominee) και όπως κατέχει, εκμεταλλεύεται, επιβαρύνει, ανταλλάσσει, κατακρατά, πωλεί ή αλλοιώς με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώνει με οποιουσδήποτε όρους, οποιεσδήποτε μετοχές, μετοχικό κεφάλαιο (stock), ....

οποιοσδήποτε φύσης, εκδιδόμενα ή εγγυημένα από οποιαδήποτε κυβέρνηση κυρίαρχου κράτους, φυσικού ή νομικού προσώπου..., 10) Να συναλλάσσεται με οιανδήποτε τράπεζα και διατηρή τραπεζικούς λογαριασμούς ως οι ανάγκαι της εταιρείας το απαιτούσι, 11) Να επενδύει τα χρηματικά πλεονάσματα της εταιρείας σε μετοχές, χρεώγραφα, ομόλογα ή τραπεζογραμμάτια δημοσίων ή ιδιωτικών εταιρειών ή οργανισμών...".

Δυνάμει της ...-2010 σύμβασης (χρεολυτικού) δανείου και των πρόσθετων πράξεων τροποποίησης αυτής ...-2011, ...-2012 και ...-2013, που καταρτίσθηκαν στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. ως δανείστριας και της εναγομένης εταιρείας CENTRICA HOLDINGS LIMITED ως οφειλέτριας, χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο χρεολυτικό δάνειο ποσού 33.700.000 ευρώ (όρος 1.1) με σκοπό τη "χρηματοδότηση επενδύσεων στους τομείς ενέργειας, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και real estate" (όρος 1.2) διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο, τον Αστικό Κώδικα, τους όρους της σύμβασης, τους γενικούς όρους συναλλαγών της τράπεζας, που έχουν γίνει αποδεκτοί από τους συμβαλλομένους, το ν.δ. 17-07/13- 08-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και τις κανονιστικής φύσης πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (όρος 18).

Πιο συγκεκριμένα, με την ως άνω σύμβαση δανείου συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εξής συμβατικοί όροι: Το κεφάλαιο του δανείου θα εξοφληθεί από την οφειλέτρια με μία χρεολυτική δόση ποσού 33.700.000 ευρώ, καταβλητέα την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι μετά πάροδο πέντε ετών από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (περίοδο χάριτος) η οφειλέτρια υποχρεούται να καταβάλει μόνο τους αναλογούντες τόκους (όρος 2.1).

Ο τόκος του δανείου υπολογίζεται για κάθε περίοδο εκτοκισμού επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, τοκαριθμικά με βάση έτος 360 ημερών, με επιτόκιο, εφόσον το δάνειο εκφράζεται σε ευρώ, ίσο προς το παρεμβατικό επιτόκιο ΕΚΤ πλέον του περιθωρίου ανερχόμενου σε 1 % και της εισφοράς του ν. 128/1975, καθώς και κάθε άλλης επιβαλλόμενης από το νόμο επιβάρυνσης (όρος 2.2.α).

Ο τόκος του δανείου καταβάλλεται δεδουλευμένος κατά την τελευταία ημέρα κάθε περιόδου εκτοκισμού. "Περίοδος εκτοκισμού" είναι κάθε αλλεπάλληλη χρονική περίοδος τριών (3) μηνών, η πρώτη από τις οποίες αρχίζει από την εκταμίευση του δανείου και κάθε επόμενη αμέσως μετά την τελευταία ημέρα της προηγούμενης.

Αν η λήξη μίας περιόδου εκτοκισμού και η καταβολή δόσης συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα, τότε η περίοδος αυτή και η καταβολή δόσης θα λήγει κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα, εκτός αν η επόμενη αυτή ημέρα ανήκει στον επόμενο ημερολογιακό μήνα, οπότε στην περίπτωση αυτή η περίοδος εκτοκισμού και η καταβολή δόσης θα λήγει την αμέσως προηγούμενη ημέρα (όρος 2.3).

Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιοσδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων (συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που τυχόν συμφωνήθηκαν να καταβάλλονται, κατά την περίοδο χάριτος) συμφωνήθηκε ότι ο οφειλέτης, αυτοδίκαια, θα χρεώνεται για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρις εξοφλήσεως με επιτόκιο υπερημερίας που θα καθορίζεται από το νόμο, ανερχόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον για τη σύμβαση επιτόκιο.

Σε περίπτωση δε θεσπίσεως επιτοκίου υπερημερίας ανώτερου του αμέσως προαναφερθέντος θα ισχύει το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο του επιτοκίου υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση ή ειδοποίηση ή επιταγή πληρωμής προς αυτόν (όρος 4.1). Δικαιούται επίσης η Τράπεζα στην περίπτωση αυτή είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων δόσεων με τους οφειλόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση οπότε γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής.

Σε κάθε περίπτωση υπερημερίας η τράπεζα δικαιούται να ανατοκίζει και τους καθυστερούμενους τόκους, ακόμη και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που θα επιτρέπει ο νόμος, ο οποίος θα ισχύει κατά την επέλευση της υπερημερίας, που (κατά την κατάρτιση της σύμβασης) είναι το εξάμηνο (όρος 4.2).

Ως περίοδος εκταμίευσης του δανείου, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει εφάπαξ, καθορίστηκε το διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι την 30-6-2010. Με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας αυτής παύει και η υποχρέωση της τράπεζας να χορηγήσει το δάνειο ή το εναπομείναν τμήμα του (σε περίπτωση τμηματικής εκταμίευσης του, όρος 5.1).

Η ανάληψη κάθε τμήματος του δανείου θα αποδεικνύεται από τα υπογραφόμενα από τον οφειλέτη σχετικά εντάλματα πληρωμής που θα εκδίδονται από την τράπεζα. Θα υποδεικνύεται επίσης εκ των σχετικών εγγραφών στα βιβλία της τράπεζας και των βάσει αυτών εξαγομένων αποσπασμάτων, τα οποία ο οφειλέτης αναγνωρίζει ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του εκάστοτε οφειλομένου από αυτόν ποσού στην τράπεζα (όρος 5.3).

Η τράπεζα δεν υποχρεούται να προβεί σε εκταμίευση του δανείου εφόσον δεν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις ανάληψης που προβλέπονται στη σύμβαση, ιδίως οι αναφερόμενες στην εξασφάλιση της τράπεζας (όρος 5.4). Τον οφειλέτη βαρύνουν όλα τα έξοδα γενικά, φόροι και τέλη που συνδέονται με την ένδικη σύμβαση.

Ενδεικτικά, ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975 (όρος 6.1), Σε περίπτωση μεταβολής του καθεστώτος φορολογίας ή αυξομείωσης των υπό του νόμου προβλεπόμενων ως άνω εν γένει ποσοστών ή ποσών επιβαρύνσεων ο οφειλέτης θα υπόκειται αυτοδικαίως στις παραπάνω μεταβολές χωρίς ανάγκη τροποποίησης της σύμβασης.

Ομοίως ο οφειλέτης βαρύνεται με όλα τα έξοδα, τέλη, χαρτόσημα, φόρους - πλην του φόρου εισοδήματος της τράπεζας- που ισχύουν ή ήθελε νόμος επιβάλλει, καθώς και με όλες τις δαπάνες και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου και των φόρων πάσης φύσεως, των εξόδων εγγραφής εμπραγμάτων βαρών στο κτηματολόγιο, των εξόδων εκτελέσεως της τράπεζας για τυχόν δικαστική ή εξώδικη επιδίωξη κατά του οφειλέτη είσπραξης των κατ' αυτού απαιτήσεών της, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση, ιδίως δε για την εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων κεφαλαίου και τόκων ή από άλλες συμβάσεις που είναι παρεπόμενες και εξασφαλιστικές της ένδικης σύμβασης δανείου, ιδία δε από συμβάσεις ενεχύρου, αναδοχής χρέους, εκχωρήσεων ή για αναγκαστική εκτέλεση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων του οφειλέτη ή τρίτων και τα οποία έξοδα και δαπάνες εφόσον καταβληθούν από την τράπεζα θα δικαιούται αυτή να τα χρεώνει στο λογαριασμό του δανείου του οφειλέτη και να τα επιβαρύνει έκτοτε με τόκους υπερημερίας (όρος 6.2).

Η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτήν και χωρίς την τήρηση οποιοσδήποτε προθεσμίας, με μονομερή προς τον οφειλέτη δήλωσή της, την ένδικη σύμβαση και να καταστήσει ολόκληρο το εκ της συμβάσεως αυτής λόγω δανείου χορηγηθέν κεφάλαιο και τους μέχρι τη στιγμή εκείνη τόκους απαιτητούς και ληξιπρόθεσμους, ιδίως (όρος 8):

α) εάν ο οφειλέτης παραβεί οποιονδήποτε από τους όρους της ένδικης σύμβασης δανείου, που συνομολογούνται όλοι ουσιώδεις, β) εάν ο οφειλέτης διακόψει ή αναστείλει για οποιονδήποτε λόγο την ασκούμενη σήμερα και δηλωθείσα από αυτόν επιχειρηματική του δραστηριότητα, γ) εάν ο οφειλέτης προβεί σε συγχώνευση οποιοσδήποτε φύσεως της επιχειρήσεώς του με την οποία θα απορροφάται ή θα εξαγοράζεται από άλλη εταιρεία ή εάν συστήσει εταιρεία με συνεισφορά της εταιρικής περιουσίας ή προβεί σε διάσπασή της οποιοσδήποτε φύσεως ή μεταβάλει την εταιρική του μορφή χωρίς την προηγούμενη συναίνεση της τράπεζας, δ) εάν η οφειλέτρια εταιρεία λυθεί για οποιονδήποτε λόγο, ε) εάν κηρυχθεί ο οφειλέτης σε πτώχευση ή τεθεί υπό δικαστική εκκαθάριση, καθώς και αν καταθέσει ο ίδιος δήλωση αναστολής των πληρωμών του και εκ μόνης της καταθέσεώς της ή υποβληθεί αίτηση υπαγωγής ή υπαχθεί σε συλλογική διαδικασία, οποιοσδήποτε φύσης, εξυγίανσης της επιχείρησής του, στ) εάν επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση ή διενεργηθεί άλλη πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως από οποιονδήποτε πιστωτή σε βάρος του οφειλέτη ή των περιουσιακών στοιχείων που έχουν παρασχεθεί ως εμπράγματη ασφάλεια στην τράπεζα είτε από τον οφειλέτη είτε από τον τυχόν εγγυητή, ζ) εάν καταστεί ο οφειλέτης μειωμένης φερεγγυότητας ώστε να υπάρχει κίνδυνος για την ικανοποίηση των εκ της σύμβασης απορρεουσών απαιτήσεων της τράπεζας, η) σε κάθε περίπτωση ανακρίβειας ή μη πληρότητας, κατά την κρίση της τράπεζας, δηλώσεων του οφειλέτη, που κατά την τράπεζα στηρίζουν τη χορήγηση του δανείου αυτού, τη φερεγγυότητά του και την ασφάλεια των αξιώσεών της.

Για το δάνειο αυτό η τράπεζα δικαιούται να τηρεί στα βιβλία της κατά την κρίση της έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, στους οποίους θα καταχωρούνται οι αναλήψεις του δανείου, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) και τα έξοδα της τράπεζας εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και πάσης φύσεως έξοδα), καθώς και οι καταβολές εκ μέρους του οφειλέτη.

Απόσπασμα που θα έχει εξαχθεί από τα βιβλία της τράπεζας ή αντίγραφο αυτών (που μπορεί να είναι και με μηχανογραφικό σύστημα), το οποίο θα εμφανίζει τον ή τους παραπάνω λογαριασμούς και το υπόλοιπο που θα οφείλεται, συμφωνείται ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά της οφειλέτριας, επιτρεπομένης όμως της ανταπόδειξης.

Τα ίδια θα ισχύουν και για το λογαριασμό που θα τηρεί η τράπεζα μετά την καταγγελία της σύμβασης (όρος 10.1 και 10.3). Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας κατά της οφειλέτριας, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή, συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα δικαιούται να αξιώσει από την οφειλέτρια την παροχή, με έξοδά της, εμπράγματης ασφάλειας, η οποία θα την ικανοποιεί, οπότε και θα υπογράφεται ανάλογα σχετική σύμβαση (όρος 11).

Όλες οι πληρωμές του οφειλέτη προς την τράπεζα με βάση την σύμβαση συμφωνήθηκε ότι θα γίνονται ελεύθερες και απαλλαγμένες από κάθε έκπτωση λόγω συμψηφισμού ή επίσχεσης εξαιτίας τυχόν ανταπαίτησης της οφειλέτριας κατά της τράπεζας και η οφειλέτρια παραιτείται ρητά από κάθε δικαίωμα συμψηφισμού ή επίσχεσης έναντι της τράπεζας (όρος 12.1).

Η οφειλέτρια δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο να μεταβιβάσει προς τρίτους δικαιώματα και αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση (όρος 12.2). Η οφειλέτρια εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με την οφειλή οποιονδήποτε λογαριασμό της ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρείται και το κατάστημά της, όπου έχει ανοιχθεί.

Επίσης, η τράπεζα έχει για την οφειλή δικαίωμα συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη ανταπαίτηση του οφειλέτη, έστω κι αν προέρχεται από εμβάσματα καταθέσεις σε διαφορετικό νόμισμα ή δεν έχει λήξει ακόμα (όρος 12.3). Ρητά συμφωνείται ότι επιτρέπεται η τιτλοποίηση κάθε απαίτησης της τράπεζας που απορρέει από τη σύμβαση (όρος 13.2).

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω δικαιούται επίσης να εκχωρεί τις απαιτήσεις της από αυτή τη σύμβαση σε οποιοδήποτε τρίτο, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό σύμπραξη ή συγκατάθεση του οφειλέτη και του τυχόν εγγυητή. Επίσης, η τράπεζα δικαιούται να εκχωρεί μαζί με τις παραπάνω απαιτήσεις και τις κάθε είδους εξασφαλίσεις, εμπράγματες ή προσωπικές, που ασφαλίζουν τις πληρωμές των απαιτήσεων που εκχωρούνται (όρος 13.3).

Συνομολογήθηκε επίσης ότι, όταν γίνει απαιτητό το δάνειο και κληθεί η οφειλέτρια και ο τυχόν εγγυητής να καταβάλουν το κατάλοιπό του ή όταν ζητηθεί από την τράπεζα η επιδίκαση του καταλοίπου, η οφειλέτρια και ο τυχόν εγγυητής δεν δικαιούνται να προτείνουν κατ' αυτής δικαστικά ή εξώδικα τις ενστάσεις συμψηφισμού ή επίσχεσης, από τις οποίες ρητά παραιτούνται (όρος 13.4).

Η σύμβαση δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβαλλομένων (όρος 14.1). Κάθε διαφορά από τη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, αρμόδια δε κατά τόπο για την επίλυση κάθε διαφοράς ορίζονται από συμβαλλόμενους, που παραιτούνται κάθε σχετικής ενστάσεώς τους, και τα δικαστήρια της Αθήνας (όρος 15).

Οι κοινοποιήσεις προς την οφειλέτρια και τον τυχόν εγγυητή στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές με τυχόν δίκες από τη σύμβαση και πρόσθετες πράξεις της, συμβάσεις και εξασφαλίσεις γίνονται στις διευθύνσεις που αναφέρονται στη σύμβαση. Σε περίπτωση αλλαγής της κατοικίας ή έδρας οποιοσδήποτε ενεχομένου από τη σύμβαση, συνομολογείται ότι ο μεταβάλλων την κατοικία του ή την έδρα του, υποχρεούται να την γνωστοποιήσει αμέσως στην τράπεζα, μέχρι δε την γνωστοποίηση αυτής, η τράπεζα κοινοποιεί νομίμως και εγκύρως στη διεύθυνση που αναφέρεται στη σύμβαση.

Σε κάθε περίπτωση αν δεν βρεθούν στην ανωτέρω δηλωθείσα διεύθυνση ο οφειλέτης και ο τυχόν εγγυητής, η τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση να ερευνήσει για τη διεύθυνσή τους και όλες οι κοινοποιήσεις μπορούν να γίνουν στον διοριζόμενο με τη σύμβαση αντίκλητο του οφειλέτη κατά τη διάταξη του άρθρου 142 παρ. 2 ΚΠολΔ (όρος 16). Ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου της σύμβασης ως και κάθε συμπληρωματικής ή τροποποιητικής της συνομολογήθηκε ότι θα γίνεται μόνο εγγράφως αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, ακόμα και αυτού του όρκου, εκτός αν άλλως και ειδικώς ο έγγραφος τύπος αναπληρώνεται με ρύθμιση της ένδικης σύμβασης (όρος 19).

Τέλος, όλοι οι όροι της σύμβασης συμφωνήθηκαν ουσιώδεις, δυνάμενοι να τροποποιηθούν μόνο εγγράφως (όρος 20.2). Στη συνέχεια η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε (α) με την ...-2011 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφενός μεν συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο του δανείου σε ευρώ ανέρχεται κατά το χρόνο εκείνο (17-1-2011) στο ποσό των 33.700.000 ευρώ και αφετέρου τροποποιήθηκε ο όρος 1.2 της αρχικής σύμβασης για το σκοπό του δανείου και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι "Ως σκοπός του δανείου συμφωνείται η χρηματοδότηση:

α) επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας, β) αγοράς εκτάσεων για έρευνα στο χώρο της ενέργειας και γ) επενδύσεων στον τομέα Real Estate τόσο στην Ελληνική επικράτεια όσο και στην Αλλοδαπή", (β) με την ...-2012 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφενός μεν η ήδη εναγομένη οφειλέτρια αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο εκείνο (8-11- 2012) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 33.700.000 ευρώ πλέον δεδουλευμένων τόκων από 25-9-2012 και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δανείου εκ συμβατικών τόκων ανέρχονταν στο ποσό των 669.319,45 ευρώ, ήτοι η συνολική ανεξόφλητη οφειλή της οφειλέτριας προς την δανείστρια τράπεζα ανερχόταν στο ποσό των 34.369.319,45 ευρώ πλέον των δεδουλευμένων τόκων του άληκτου κεφαλαίου από 25-9-2012 και αφετέρου τροποποιήθηκε η ως άνω σύμβαση ως προς τον τρόπο εξόφλησης του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου και πιο συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, όπως θα διαμορφωθεί μετά και την κεφαλαιοποίηση των λογισθέντων τόκων που θα προκύψουν από τις περιόδου εκτοκισμού που συμφωνήθηκαν, θα γίνει με μία χρεολυτική δόση καταβλητέα 25-6-2015, που θα αποτελεί και την ημερομηνία λήξης του δανείου, καθώς και ότι οι τόκοι του δανείου, που θα λογιστούν κατά τις περιόδους εκτοκισμού που λήγουν 25-12-2012, 25-3- 2013, 25-6-2013 και 25-9-2013 αντίστοιχα, θα κεφαλαιοποιούνται στη λήξη κάθε μίας από τις περιόδους εκτοκισμού και θα καταβληθούν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου στις 25-6-2015 και (γ) με την ...-2013 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφενός μεν η ήδη εναγομένη οφειλέτρια αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο εκείνο (6-12-2013) το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 35.173.196,72 ευρώ πλέον τόκων από 25-9-2013 και αφετέρου τροποποιήθηκε η ως άνω σύμβαση ως προς τον τρόπο εξόφλησης του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου και πιο συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, όπως θα διαμορφωθεί μετά την κεφαλαιοποίηση των λογισθέντων τόκων που θα προκύψουν από τις περιόδου εκτοκισμού που συμφωνήθηκαν, θα γίνει με μία χρεολυτική δόση καταβλητέα 25-6- 2015, που θα αποτελεί και την ημερομηνία λήξης του δανείου, καθώς και ότι οι τόκοι του δανείου, που θα λογιστούν κατά τις περιόδους εκτοκισμού που λήγουν 25-12- 2013, 25-3-2014, 25-6-2014 και 25-9-2014 αντίστοιχα, θα κεφαλαιοποιούνται στη λήξη κάθε μίας από τις περιόδους εκτοκισμού και θα καταβληθούν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου στις 25-6-2015.

Το επίδικο δάνειο από την ως άνω ...-2010 σύμβαση εκταμιεύθηκε και συγκεκριμένα την 25-6-2010 το ποσό των 33.700.000 ευρώ πιστώθηκε στον ... λογαριασμό όψεως της οφειλέτριας (βλ την από 25-6-2012 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο αντίγραφο του λογαριασμού αυτού). Την 25-6- 2015 έληξε η συμφωνημένη διάρκεια του δανείου, πλην όμως η εναγομένη - εκκαλούσα δεν κατέβαλε το κεφάλαιό του, ενώ είχε ήδη περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή των τόκων, που είχαν καταστεί απαιτητοί προηγουμένως την 25- 12-2014, 26-3-2015 και 25-6-2015.

Ακολούθως, η ενάγουσα Τράπεζα με την από 15- 02-2016 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στον διορισθέντα με τη σύμβαση κατ' άρθρ. 142 παρ. 4 ΚΠολΔ αντίκλητο της εναγομένης (βλ. την ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ. Τ. και την ...-2016 όμοια της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Χ. Σ.), κάλεσε την τελευταία (εναγομένη) να της καταβάλει, εξαιτίας λήξης του δανείου, την οφειλή της από τη σύμβαση αυτή ανερχόμενη στις 15-2-2016, μετά την καταβολή δια συμψηφισμού ποσού 2.556,37 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 37.142.772,4 ευρώ και δη εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και το νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Προς εξυπηρέτηση της ως άνω .../2010 δανειακής σύμβασης τηρήθηκε από την ενάγουσα τράπεζα ο ... λογαριασμός, στον οποίο καταχωρήθηκαν η εκταμίευση του δανείου στις 25-6-2010, οι οφειλόμενοι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), καθώς και οι πιστώσεις της οφειλέτριας (βλ προσκομιζόμενη από 12- 1-2016 καρτέλα του λογαριασμού της, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ασκηθείσα αγωγή).

Από την προσκομιζόμενη εκτύπωση του λογαριασμού αυτού από τα ηλεκτρονικά τηρούμενα βιβλία της τράπεζας αποδεικνύεται πλήρως, κατ' άρθρο 10 της σύμβασης, η απαίτηση της ενάγουσας τράπεζας, η οποία στις 12-1-2016 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 37.145.328,77 ευρώ, εκ των οποίων κεφάλαιο 35.851.014,15 ευρώ (πληρωτέο την 25-6-2015), συμβατικοί τόκοι επ' αυτού 448,585,80 ευρώ (πληρωτέοι στις εκτοκιστικές περιόδους λήξης 25-12-2014, 26-3- 2015 και 25-6-2015 και δη 149.528,60 ευρώ) ανά εκτοκιστική περίοδο), τόκοι υπερημερίας επί του καθυστερούμενού κεφαλαίου και τόκων ποσού 845.728,82 ευρώ για το χρονικό διάστημα αφ' ης κάθε κονδύλια κεφαλαίου και τόκων κατέστη απαιτητό έως 12-01-2016.

Την 12-01-2016 η Τράπεζα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, έκλεισε τον άνω λογαριασμό και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού συνολικού ποσού 37.145.328,77 ευρώ μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης, κινηθείς έως την 09-03-2017, κατόπιν συμψηφισμού ποσού 2.556,37 ευρώ και χρέωσης των εξόδων σύνταξης κι επίδοσης όχλησης (67,65 συν 21= 88,65 ευρώ) και των τόκων υπερημερίας έως 30-12-2016 (726.667,09 + 793.575,14 ευρώ), εμφάνιζε έως 30-12- 2016 χρεωστικό υπόλοιπο 38.663.103,28 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και το νόμο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από την 01-01-2017 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Με βάση τα ανωτέρω η συνολική απαίτηση της ενάγουσας κατά της εναγομένης δανειολήπτριας εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων εξόδων και τόκων έως την 30-12-2016 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 38.663.103,28 ευρώ, το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και με εξάμηνο ανατοκισμό από την 01-01-2017 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Ακολούθως, κατ' αίτηση της ενάγουσας τράπεζας εκδόθηκε σε βάρος της εναγομένης η προσκομιζόμενη 2828/10-04-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η καθ' ης και ήδη εναγομένη να καταβάλει στην αιτούσα και ήδη ενάγουσα για μέρος της μείζονος απαίτησής της το ποσό του 1.000.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο μέρος του λήξαντος στις 25-6-2015 κεφαλαίου της ...-2010 σύμβασης δανείου και των πρόσθετων αυτής πράξεων, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 26-6- 2015 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 30.592 ευρώ για δικαστικά έξοδα, και με επιφύλαξη για το επιπλέον οφειλόμενο υπόλοιπο της απαιτήσεως εκ κεφαλαίου, τόκων και εξόδων.

Η ως άνω διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στον διορισθέντα με την ένδικη σύμβαση αντίκλητο της εναγομένης στην Ελλάδα, καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ως αρχή διαβίβασης κατά τον Κανονισμό ΕΚ 1393/2007 στις 9-5-2017 (βλ. τις ... και ...-2017 δύο εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα των δικαστικών επιμελητριών Αθηνών Ε.

Ν. και Χ. Σ. αντίστοιχα). Ας σημειωθεί ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει η άσκηση ή μη ανακοπής κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής, ενώ ούτε η εναγομένη - καθ' ης η διαταγή πληρωμής ισχυρίζεται ότι άσκησε τέτοια.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα - εναγομένη επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της επίδικης δανειακής σύμβασης, κάτω από την οποία ισχυρίζεται ότι καλύπτεται έγκυρη σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους την οποία ήθελαν τα μέρη και συνέτρεχαν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της.

Πιο συγκεκριμένα, για την θεμελίωση της ένστασης αυτής η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα εφεσίβλητη με την από 6.7.2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) της αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 322.207.575,66 ευρώ με έκδοση 67.548.758 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 4,77 ευρώ και τιμή διάθεσης 20 ευρώ.

Ότι η ίδια (εκκαλούσα-εναγομένη) συνεργάζεται με τις (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) εταιρείες CORONA AUSTRINA TRADING S.A., GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A., VEGAS OIL AND GAS S.A., ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, SELENTE ENTERPRISES INC και ENDIVE COMPANY S.A. Ότι στις 09.08.2007 καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης, της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A. ως οφειλέτριας και της εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A.

ως εγγυήτριας η 624/09.08.2007 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ποσού 86.000.000,00 από το οποίο η οφειλέτρια CORONA AUSTRINA TRADING S.A. εκταμίευσε τελικώς 85.200.000 ευρώ και ότι ως σκοπός του δανείου συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση επενδύσεων σε μετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στους τομείς χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή/και Λονδίνου ή/και Ν.

Υόρκης, πραγματικός όμως σκοπός αυτού ήταν η κάλυψη αντίστοιχου μέρους της κατά τα άνω αποφασισθείσας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, ότι δηλαδή η ως άνω σύμβαση δανείου ήταν κατά τη συμφωνία των μερών "μετοχοδάνειο" και ότι το ποσό των 85.200.000 ευρώ επενδύθηκε στη συμμετοχή συνεργαζόμενων εταιρειών στην κάλυψη της ως άνω περιγραφόμενης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας κατά 85.191.480 ευρώ διά της ανάληψης 4.259.574 νέων μετοχών, εκδόσεως της εφεσίβλητης, η οποία δεν έγινε από την δανειολήπτρια εταιρεία CORONA AUSTRINA TRADING S.A., αλλά από συνεργαζόμενες (μη κατονομαζόμενες) εταιρείες.

Ότι προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εφεσίβλητης από το άνω δάνειο συστάθηκε ενέχυρο επί του δικαιώματος απόληψης 4.715.000 μετοχών εκδόσεως της εφεσίβλητης που ανήκαν κατά κυριότητα στην άνω εγγυήτρια GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. Ότι προ της κατά τα ανωτέρω αυξήσεως οι άνω συνεργαζόμενες εταιρείες κατείχαν 17.038.296 μετοχές της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, που μετά την αύξηση ανήλθαν σε 21.297.870 μετοχές, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 4.259.574 νέες μετοχές και αντίστοιχα η χρηματιστηριακή αυτών αξία με βάση την τιμή, στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 20 ευρώ ανά μετοχή, ανερχόταν σε 425.957.400 ευρώ.

Ότι από το ως άνω δάνειο εξοφλήθηκε το ποσό των 21.500.000 ευρώ και κατά συνέπεια το ανεξόφλητο κεφάλαιο αυτού μειώθηκε στο ποσό των 63.700.000 ευρώ. Ότι προς αποπληρωμή του εναπομείναντος ποσού του ως άνω δανείου, ήτοι του ποσού των 63.700.000 ευρώ, καταρτίστηκαν α) η επίδικη ....2010 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ποσού 33.700.000 ευρώ μεταξύ των ήδη διαδίκων και β) η ....2010 σύμβαση δανείου ύψους 30.000.000 ευρώ μεταξύ της εφεσίβλητης και της συνεργαζόμενης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) εταιρείας ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, τα ποσά των οποίων εκταμιεύθηκαν και μεταφέρθηκαν με έμβασμα σε λογαριασμό της εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A., η οποία, ως εγγυήτρια του ως άνω δανείου της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A., κατέβαλε το συνολικά εναπομείναν ποσό των 63.700.000 ευρώ του δανείου αυτού της CORONA AUSTRINA TRADING S.A., το οποίο κατά τον τρόπο αυτό εξοφλήθηκε.

Ότι οι εν λόγω συμβάσεις δανείων και δη η επίδικη .../2010 και η .../2010 συμβάσεις δεν αποτελούν χρηματοδότηση των φερόμενων ως οφειλετριών συνεργαζόμενων εταιρειών, αλλά είναι εικονικές, αφού δι' αυτών συμφωνήθηκε η αλλαγή του προσώπου του οφειλέτη, κάτω δε από αυτές καλύπτεται σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους ενόψει του ότι η αρχική δανειολήπτρια CORONA AUSTRINA TRADING S.A.

και η εγγυήτρια GREEN BAY SHIPPING COMPANY απηλλάγησαν των υποχρεώσεων τους προς την εφεσίβλητη, αφού το προς αυτές δάνειο εμφανίζεται εξοφλημένο. Και ότι προς εξασφάλιση των άνω δανείων καταρτίστηκαν οι αναφερόμενες συμβάσεις παροχής ενεχύρου επί 855 μετοχών εκδόσεως των εταιρειών "CENTRICA HOLDINGS LIMITED" και "ECHOVALE HOLDINGS LIMITED".

Περαιτέρω, για να καταδείξει την σχετική εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων ισχυρίστηκε ότι και οι παρακάτω αναφερόμενες δανειακές συμβάσες, που συνήφθησαν στο πλαίσιο της δεύτερης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, είναι εικονικές και ειδικότερα ότι με την από 3.1.2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 242.116.213,50 ευρώ με καταβολή μετρητών και με έκδοση 807.054.045 νέων κοινών ονομαστικών με ψήφο μετοχών ονομαστικής αξίας 0,30 ευρώ και τιμή διάθεσης 1,01 ευρώ.

Ότι μέρος της ως άνω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης κάλυψαν, μέσω της συνάψεως "μετοχοδανείου" μεταξύ της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A. και της εφεσίβλητης, οι συνεργαζόμενες (μη διάδικες στην παρούσα δίκη) εταιρείες ENDIVE COMPANY S.A., SELENTE ENTERPRISES INC και VEGAS OIL AND GAS SE. Ότι ειδικότερα η συνεργαζόμενη με την εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία VEGAS OIL AND GAS S.A.

συνήψε με την ενάγουσα-εφεσίβλητη την ....2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 52.500.000 ευρώ με πραγματικό σκοπό να καλυφθεί κατά το ποσό της πίστωσης αυτής το αντίστοιχο μέρος της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας που αποφασίσθηκε με την ανωτέρω από 03-01- 2011 απόφαση του Δ.Σ.

της τελευταίας ("μετοχοδάνειο"), ότι με το ποσό αυτό (52.500.000 ευρώ) αναλήφθηκαν 52.134.127 νέες μετοχές εκδόσεως της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., πλην όμως η κάλυψη της εν λόγω αύξησης έγινε από την εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. και όχι από την άνω VEGAS OIL AND GAS S.A. Ότι οι συνεργαζόμενες εταιρείες SELENTE ENTERPRISES INC, ENDIVE COMPANY S.A. και VEGAS OIL AND GAS S.A., που αποτελούν όμιλο εταιρειών, κατήρτισαν με την ενάγουσα-εφεσίβλητη τράπεζα συγχρόνως η πρώτη SELENTE ENTERPRISES INC την ....2011 δανειακή-σύμβαση ποσού 6.375.000 ευρώ, η δεύτερη ENDIVE COMPANY S.A την ....2011 δανειακή σύμβαση ποσού 22.825.000,00 ευρώ και η τρίτη VEGAS OIL AND GAS SA την ....2011 δανειακή σύμβαση ποσού 23.300.000,00 ευρώ με σκοπό όχι να λάβουν οι ίδιες κάποιο ποσό ως δάνειο, αλλά κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την εφεσίβλητη Τράπεζα να αποπληρώσουν την ως άνω οφειλή της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A.

ποσού 52.500.000,00 ευρώ προερχόμενη από το άνω χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο δυνάμει της .../2011 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, γεγονός γνωστό σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα-εφεσίβλητη. Ότι το συνολικό ποσό ύψους 52.500.000 ευρώ των εν λόγω .../2011, .../2011 και .../2011 δανειακών συμβάσεων εκταμιεύθηκε με τον σκοπό αυτό και καταβλήθηκε προς εξόφληση της ισόποσης οφειλής της εταιρείας VEGAS Oil.

AND GAS S.A. από την ως άνω .../2011 σύμβαση πίστωσης. Ότι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 όλες οι μετοχές της εφεσίβλητης που ανήκαν στην εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. μεταβιβάσθηκαν στις άνω συνεργαζόμενες εταιρείες και ειδικότερα α) 57.056.609 μετοχές στην ENDIVE COMPANY S.A. στις 28.11.2011, β) 15.933.901 μετοχές στην SELENTE ENTERPRISES INC τμηματικά κατά το διάστημα 29.11.2011 έως 7.12.2011 και γ) οι υπόλοιπες μετοχές σε άλλες εταιρείες.

Ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις συνδυαζόμενες με την εξόφληση προς την εφεσίβλητη της άνω οφειλής της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA, που ήταν η τυπική δανειολήπτρια, ενώ ουσιαστική δανειολήπτρια ήταν η εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A., συνιστούν συμβάσεις στερητικής αναδοχής χρέους, αφού το μόνο που μεταβλήθηκε ήταν το πρόσωπο της οφειλέτριας εταιρείας και ειδικότερα η εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία CENTRICA HOLDINGS LIMITED και η ως άνω συνεργαζόμενη εταιρεία ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, διά της λήψης των άνω δανείων και της εξόφλησης, με το προϊόν των δανείων που καθεμία έλαβε, της άνω συνολικής οφειλής της CORONA AUSTRINA TRADING SA, αναδέχθηκαν αντίστοιχο μέρος της εν λόγω οφειλής της και ταυτόχρονα οι ως άνω εταιρείες, δανειολήπτρια και εγγυήτρια, απαλλάχθηκαν των υποχρεώσεών τους έναντι της ενάγουσας-εφεσίβλητης, αφού το συνολικό ποσό του δανείου ύψους 85.200.000 ευρώ εμφανίζεται εξοφλημένο κατά τα ανωτέρω, ότι, δηλαδή, μολονότι η εναγομένη- εκκαλούσα και η μη διάδικος εταιρεία ECHOVALE HOLDINGS LIMITED φέρονται ότι κατήρτισαν συμβάσεις δανείων, καταδεικνύεται, εκ του αποτελέσματος της λειτουργίας των εν λόγω συμβάσεων, ότι συμφωνήθηκε η στερητική αναδοχή του χρέους της άνω οφειλέτριας CORONA AUSTRINA TRADING S.A.

και της εγγυήτριας αυτού εταιρείας GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A. και συνακόλουθα η εναγόμενη -εκκαλούσα·, η οποία αναδέχθηκε μέρος της οφειλής αυτής, μπορεί να προτείνει ενστάσεις ανυπαρξίας της (οφειλής) λόγω ακυρότητας των συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας-εφεσίβλητης τράπεζας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA.

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής ισχυρίστηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι η επίδικη .../2010 σύμβαση δανείου δεν συνήφθη σοβαρά, αλλά μόνον κατά φαινόμενο και ότι κάτω (από αυτήν καλύπτεται έγκυρη και ισχυρή σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, την οποία γνώριζαν και ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, διότι εξ αρχής το δάνειο αυτό δεν καταρτίστηκε για την χρηματοδότηση της ίδιας ως φερόμενης πιστούχου, αλλά για την εξόφληση από αυτήν (εναγομένη-εκκαλούσα) μέρους της οφειλής της οφειλέτριας εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A.

προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα, όπως και έγινε, με αποτέλεσμα την μεταβολή του προσώπου του οφειλέτη της τελευταίας. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση αυτή της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, την οποία νόμιμα και παραδεκτά επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσης, ήταν επαρκώς ορισμένη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε ως αόριστη, έσφαλε αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από τα κατά νόμο, απαιτούμενα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η εν λόγω απόρριψη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ακολούθως δε να εξαφανιστεί καθ' ολοκληρίαν η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα.

Περαιτέρω η υποβληθείσα και ερευνώμενη ένσταση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 138, 471 και 477 ΑΚ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι το ποσό του δανείου, που καταρτίστηκε με την ...-2010 σύμβαση μεταξύ των ήδη διαδίκων, εκταμιεύθηκε στις 25-6-2010 και κατ' αίτηση της πιστούχου - εναγομένης το ποσό του εκ 33.700.000 ευρώ πιστώθηκε στον ...

λογαριασμό όψεως που διατηρούσε αυτή στην ενάγουσα. Στη συνέχεια το δάνειο αυτό εξυπηρετήθηκε από τον ... τραπεζικό λογαριασμό. Επρόκειτο για έγκυρη σύμβαση δανείου συγκεκριμένου ποσού με συγκεκριμένους όρους και εξασφαλίσεις, με βάση την οποία η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κατέστη οφειλέτρια της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης τράπεζας αυτοτελώς χωρίς να διαδεχθεί την άνω εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA στις υποχρεώσεις της από την δική της, διάφορη, σύμβαση δανείου.

Η σύμβαση αυτή δανείου (.../2010) έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, γεγονός που αποκλείει ακριβώς την εκδοχή σύναψης συμβατικής στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία προϋποθέτει ανάληψη υφιστάμενου ξένου χρέους (εν προκειμένω της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA) και αλλαγή μόνο του προσώπου του οφειλέτη με αποτέλεσμα την απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη.

Τέτοια αλλαγή και απαλλαγή στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε, αφού η άνω εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA παρέμεινε οφειλέτρια έναντι της εφεσίβλητης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος εξόφλησης του δανείου που αυτή έλαβε. Αντίθετα, στην προκειμένη υπόθεση μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων συνυπήρχαν παράλληλα, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, τόσο η εξ αυτής απορρέουσα οφειλή της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, όσο και η οφειλή της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση, το εάν δε η ήδη εναγομένη διέθεσε το δάνεισμα εκ της επίδικης σύμβασης δανείου για την εξόφληση του υπολοίπου της προγενέστερης σύμβασης πίστωσης της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA, όπως ισχυρίζεται αυτή χωρίς όμως να προσκομίζεται κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, δεν καθιστά την επίδικη σύμβαση δανείου εικονική ούτε την εναγομένη-εκκαλούσα αναδοχέα ξένου χρέους.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται γνώση της πιστώτριας τράπεζας κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης περί της διάθεσης του ποσού του εξ αυτής δανείσματος για την εξόφληση του προγενέστερου αλλότριου χρέους εκ δανείου, η οποία άλλωστε καθεαυτή δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της επίδικης σύμβασης.

Ακολούθησε η υπογραφή μεταξύ των ήδη διαδίκων τριών πρόσθετων πράξεων και δη της ...-2011, ...-2012 και ...-2013, με τις οποίες αφενός μεν επιβεβαιώθηκε η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και αφετέρου η εναγομένη οφειλέτρια αναγνώρισε το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο αυτής και περαιτέρω έγινε τροποποίηση των όρων της, κατά τα ήδη αποδειχθέντα.

Ενισχυτικό των ανωτέρω και δη της μη εικονικότητας της επίδικης σύμβασης είναι ότι, μολονότι για μέρος του επίδικου δανείου ποσού 1,000.000 ευρώ η ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση κατά της εναγομένης της ανωτέρω αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν, δεν προκύπτει η άσκηση ανακοπής κατ' αυτής και η προβολή της εικονικότητας της σύμβασης ως λόγος ακυρότητάς της, ούτε άλλωστε η εναγομένη επικαλείται ότι άσκησε τέτοια.

Επιπρόσθετα τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Πιο συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό μέσο και στοιχείο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη εικονικότητα της επίδικης σύμβασης δανείου, ούτε ότι με τα χρήματα αυτά εξοφλήθηκε η ...-2007 σύμβαση δανείου που είχε καταρτίσει η CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA με την εγγύηση της GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A.

Κατά συνέπεια, πλήρως αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και η ένσταση περί σχετικής εικονικότητας αυτής που υποβλήθηκε από την εναγομένη, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα.

Περαιτέρω η εναγομένη προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής προέβαλε ένσταση αυτούσιας αποζημίωσης δια της κήρυξης της ακυρότητας των επίμαχων δανειακών συμβάσεων, την οποία επαναφέρει νόμιμα στο παρόν Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, για την θεμελίωση της εν λόγω ένστασης η εναγομένη, βασιζόμενη στον ανωτέρω εκτιθέμενο ισχυρισμό της ότι το συναφθέν με την ενάγουσα δάνειο είναι εικονικό και καλύπτει έγκυρη σύμβαση στερητικής αναδοχής του χρέους της συνεργαζόμενης με αυτήν εταιρείας CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA προς την ενάγουσα, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι τα "μετοχοδάνεια" που καταρτίστηκαν τόσο από αυτήν (CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA), όσο και από την επίσης συνεργαζόμενη εταιρεία VEGAS OIL AND GAS SA και τα οποία αναδέχθηκαν η ίδια CENTRICA HOLDINGS LIMITED και οι (μη διάδικες εταιρείες στην παρούσα δίκη) SELENTE ENTERPRISES INC, ECHOVALE HOLDINGS LIMITED και ENDIVE COMPANY αποτελούν αντικείμενο παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς πρόκειται για παροχές πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η επιχείρηση η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.

Ότι η ίδια και οι παραπάνω συνεργαζόμενες εταιρείες δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν το ρίσκο και τους κινδύνους τους οποίους εκλήθησαν να αναλάβουν κι έτσι ενεπλάκησαν σε ένα κυκεώνα επενδύσεων τέτοιου είδους χωρίς ουδέποτε να τους παρασχεθεί η οποιαδήποτε ενημέρωση και προστασία με αποτέλεσμα να οφείλουν υπέρογκα ποσά στην ενάγουσα, τα οποία διαχειρίστηκε η ίδια κατά την απόλυτη κρίση της εκμηδενίζοντας την αξία του ανταλλάγματος που έδωσε γι' αυτά, δηλαδή την αξία των μετοχών εκδόσεώς της.

Ότι η ενάγουσα κατά παράβαση των οδηγιών 93/22/ΕΟΚ και 2004/39/ΕΚ και του ν. 3606/2007 παρέλειψε συστηματικά να τους επισημάνει τους κινδύνους από τη σύναψη των ως άνω "μετοχοδανείων", ότι θα έπρεπε όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων που τους απηύθυνε η ενάγουσα Τράπεζα, να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές, να παρασχεθεί σε αυτές κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με την επιχείρηση επενδύσεων και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, να περιλαμβάνεται κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις αυτές και να αντλήσει η ενάγουσα τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και πείρα της εναγομένης και των λοιπών εταιρειών στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους τους, ώστε να μπορεί να συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους και ότι τέτοια ενημέρωση ουδέποτε τους παρασχέθηκε.

Ότι αντιθέτως η προσέγγιση της τράπεζας ήταν εξ αρχής προσανατολισμένη προς την με κάθε τρόπο προτροπή προς την εναγομένη και τις άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες να επενδύσουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της (ενάγουσας), ότι ουδέποτε ζητήθηκαν πληροφορίες από αυτές προκειμένου να ενταχθούν σε συγκεκριμένη κατηγορία επενδυτών, να καταγραφεί το επενδυτικό τους προφίλ και να διαμορφωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο το μοτίβο αντιμετώπισής τους από το πιστωτικό ίδρυμα και ότι ουδέποτε τους παρουσιάστηκαν με τρόπο σαφή οι επενδυτικοί κίνδυνοι της προσφερόμενης επένδυσης επί των μετοχών, αλλά ούτε ενημερώθηκαν για την μεταβολή της αξίας της επένδυσης, την καταλληλότητά της, τους κινδύνους, καθώς και για τυχόν περιορισμούς στην άμεση ρευστοποίησή της.

Ότι, εάν είχαν διαμορφώσει μια σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα και δεν είχαν παρασυρθεί από τις φρούδες διαβεβαιώσεις και προτροπές της αντιδίκου τους, δεν θα είχαν συμπράξει στην σύναψη δανειακών συμβάσεων με σκοπό την αγορά των μετοχών εκδόσεως της ενάγουσας. Ότι η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, -η οποία κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης καθιστά άκυρες τις άνω .../2007 και .../2011 δανειακές συμβάσεις των CORONA AUSTRINA TRADING SA και VEGAS OIL AND GAS SA αντίστοιχα, τις εκ των οποίων οφειλές αναδέχθηκε αυτή και οι λοιπές με αυτή συνεργαζόμενες εταιρείες, προξένησε ζημία σε αυτήν (εναγομένη-εκκαλούσα, αλλά και στις λοιπές εταιρείες) και ότι προσήκουσα μορφή αποζημιώσεώς της είναι η κήρυξη της ακυρότητας, μεταξύ άλλων, και της επίδικης ...-2010 σύμβασης δανείου [καθώς και των ...-2007, ...-2011, ...-2010, ...-2011, ...-2011 και ...-2011 συμβάσεων].

Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι, με βάση τα όσα έγιναν ήδη δεκτά κατά τα ανωτέρω, δεν υφίσταται εν προκειμένω στερητική αναδοχή χρέους και συνακόλουθα η εναγομένη δεν δύναται να προβάλει, κατ' άρθρ. 473 ΑΚ, ενστάσεις από την σύμβαση πίστωσης, που έχει συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA, της οποίας το χρέος αβασίμως ισχυρίζεται ότι αναδέχθηκε (Γ.

Νικολόπουλος, Η έννοια και λειτουργία της ενστάσεως, παρ. 6 IV σελ 100-102).

Εξάλλου, και εάν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η παραπάνω ένσταση είναι παραδεκτή, αυτή τυγχάνει μη νόμιμη, διότι η παράβαση των διατάξεων που θεσπίζουν την υποχρέωση της ενάγουσας προς ενημέρωση του επενδυτή στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 1738/2013, ΕφΛαμ 9/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και έτσι, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι του πραγματικού της εν λόγω διατάξεως, γεννάται ευθύνη προς αποζημίωση σε βάρος του ζημιώσαντος, δεν επέρχεται όμως ως έννομη συνέπεια η ακυρότητα της σύμβασης, ούτε μπορεί αυτή να αποτελέσει μορφή αυτούσιας αποζημίωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη (πρβλ. ΑΠ 576/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω η εναγόμενη επαναφέρει παραδεκτά την ένσταση ακυρώσεως της επίδικης δανειακής σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου. Για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως ισχυρίστηκε ότι κατά τα έτη 2006-2011 η αξία των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, βρισκόταν σε πολύ ευνοϊκά επίπεδα και ότι από τότε μέχρι την άσκηση και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής η αξία των μετοχών της ενάγουσας κατέρρευσε.

Ότι με βάση την εξέλιξη της αξίας της μετοχής αυτής (ενάγουσας) με αναγωγή του αριθμού των νέων μετοχών που προέκυψαν από το reverse split προς τις παλαιές μετοχές (1 παλαιά μετοχή ισούται με 10.000 νέες μετοχές) η αξία των μετοχών που απέκτησαν οι άνω συνεργαζόμενες εταιρείες έχει εκμηδενιστεί, αφού έχει περιοριστεί στο 1/10.000 της αξίας αγοράς τους και ειδικότερα ότι οι άνω εταιρείες διέθεσαν 138.500.000 ευρώ για την αγορά μετοχών που κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ανέρχονται σε 6.141 μετοχές αξίας κατά το χρόνο αυτό 2,18 ευρώ/μετοχή και συνολικής αξίας 13.387,38 ευρώ.

Ότι τόσο κατά το χρόνο συνομολόγησης των ...-2007 και .../2011 συμβάσεων από τις άνω εταιρείες CORONA AUSTRINA SA και VEGAS OIL AND GAS SA αντίστοιχα, όσο και κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συνεργαζόμενη εταιρεία GREEN BAY SHIPPING COMPANY SA συμμετείχε δι' αυτών στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, τόσο η τελευταία όσο και η εναγόμενη εταιρεία, αλλά και οι λοιπές συνεργαζόμενες εταιρείες είχαν την κοινή πεποίθηση ότι η αξία της μετοχής της ενάγουσας θα διατηρούνταν με μικρές διακυμάνσεις στο ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, γεγονός που καταδεικνύεται από το ότι έλαβαν τα επίδικα δάνεια για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της (ενάγουσας), το οποίο δεν θα έπρατταν, εάν αντιμετώπιζαν έστω και ως μικρό ενδεχόμενο τον παραπάνω κίνδυνο, καθώς και από το ότι η ενάγουσα εταιρεία ως μόνη εξασφάλιση των απαιτήσεών της συνέστησε ενέχυρο επί των άνω μετοχών που απέκτησαν οι δανειολήπτριες εταιρείες από την συμμετοχή τους στην αύξηση του κεφαλαίου της, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι αυτή (ενάγουσα) συνέστησε προς εξασφάλιση του δανείου ενέχυρο επί των μετοχών των ίδιων των συνεργαζόμενων εταιρειών (ήδη εκκαλούσας) CENTRICA HOLDINGS LIMITED και ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, διότι οι εταιρείες αυτές στερούνται περιουσίας.

Ότι η διατήρηση της σταθερότητας της αξίας της μετοχής της ενάγουσας, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο συνομολογήσεως των άνω μετοχοδανείων, έστω και με μικρές διακυμάνσεις, αποτέλεσε και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο των προαναφερθεισών δανειακών συμβάσεων, καθώς και της ένδικης εικονικής σύμβασης δανείου και αληθώς σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, που η εναγομένη συνήψε με αυτήν (ενάγουσα) και έτσι η πλάνη ως προς το στοιχείο αυτό θεωρείται ουσιώδης.

Ότι μετά την κατάρρευση της αξίας της μετοχής της ενάγουσας ανετράπη το παραπάνω δικαιοπρακτικό θεμέλιο και συνακόλουθα οι άνω συμβάσεις και ειδικότερα οι ...-2007, ....2010 (επίδικη), ....2010, ....2011, ....2011, ....2011 και ....2010 συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και των εταιρειών CORONA AUSTRINA TRADING S.A., CENTRICA HOLDINGS LIMITED (εκκαλούσα), ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, ENDIVE COMPANY S.A, SELENTE COMPANY SA.

και VEGAS OIL AND GAS S.A., καθώς και η συναφθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS S.A. ....2011 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό είναι ακυρώσιμες λόγω της αμφιμερούς πλάνης υπό την οποία καταρτίσθηκαν και ως εκ τούτου η ίδια (εναγομένη) δικαιούται να προβάλει την ακυρότητα αυτή κατ' άρθρ. 473 ΑΚ......

Με το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο η παραπάνω ένσταση είναι όσον αφορά, την ...-2007 σύμβαση απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης της εναγόμενης, διότι με βάση τα όσα ήδη αποδείχθηκαν κατά τα ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης δεν καταρτίστηκε σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους και συνακόλουθα η εναγομένη δεν δύναται να προβάλει ενστάσεις από την σύμβαση αυτή (....2007), το εκ της οποίας χρέος ισχυρίστηκε αβασίμως ότι αναδέχθηκε.

Επίσης, η παραπάνω προβληθείσα ένσταση ακυρωσίας της .../2011 σύμβασης πίστωσης της μεταξύ της ενάγουσας της εταιρείας VEGAS OIL AND GAS SA είναι απορριπτέα, ομοίως, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι η τελευταία ουδόλως διατείνεται ότι αναδέχθηκε χρέος της άνω εταιρείας, η οποία κατά τα εκτιθέμενα συμμετείχε στην δεύτερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας που έλαβε χώρα κατά το έτος 2011, αλλά ισχυρίζεται ότι αναδέχθηκε το χρέος της CORONA AUSTRINA TRADING S.A., που συμμετείχε στην τελεσθείσα κατά το 2007 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης, κατά τα ανωτέρω.

Ομοίως, η ένσταση ακυρωσίας των λοιπών ως άνω δανειακών συμβάσεων είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, αφού δεν ισχυρίζεται ότι συμβλήθηκε στις ανωτέρω συμβάσεις. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω όσον αφορά την επίδικη 740/2010 σύμβαση δανείου τα παραγωγικά αίτια, με βάση τα οποία σχηματίστηκε η δικαιοπρακτική βούληση της εναγομένης προκειμένου να καταρτίσει την δανειακή αυτή σύμβαση, αφορούν αποκλειστικά την ίδια και όχι και το πρόσωπο της ενάγουσας και έτσι δεν μπορεί να θεμελιωθεί αίτημα ακύρωσης της σύμβασης αυτής και η σχετική ένσταση ακύρωσης τόσο αυτής, όσο και της .../2007 σύμβασης δανείου και των φερόμενων ως εξαρτημένων από αυτή κατά τα ανωτέρω συμβάσεων λόγω ουσιώδους πλάνης τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Επιπροσθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην ερευνώμενη ένσταση πραγματικά περιστατικά κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων συμβάσεων είχε αρχίσει η καθοδική πορεία της μετοχής της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η νομική βασιμότητα του ισχυρισμού περί αναγωγής της σταθερότητας της τιμής της μετοχής σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση των εκτιθέμενων χρηματιστηριακών συμβάσεων, που είναι εξ ορισμού επικίνδυνες, δεν μπορεί να αποτραπεί η επέλευση του κινδύνου μέσω του μηχανισμού της διατάξεως του άρθρου 388 ΑΚ, διότι ο οφειλέτης ανέλαβε εξαρχής από τη φύση της συμβάσεως την αποτροπή αυτού του κινδύνου .... και, συνεπώς, ο άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι νομικά αβάσιμος.

Περαιτέρω η εναγομένη επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της ερειδόμενη κατά την ιστορική της βάση στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, για την θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένστασης ακυρώσεως της επίδικης δανειακής σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και εκμηδένισης της αξίας των μετοχών που αγόρασαν οι συνεργαζόμενες εταιρείες, οι οποίες διέθεσαν 138.500.000 ευρώ για την αγορά μετοχών που σήμερα ανέρχονται σε 6.141 μετοχές αξίας κατά το χρόνο αυτό 2,18 ευρώ/μετοχή και συνολικής αξίας 13.387,38 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε η εναγόμενη ότι κατά τον χρόνο συνομολόγησης του "μετοχοδανείου" της CORONA AUSTRINA TRADING SA τόσο αυτή, όσο και η ίδια η εναγομένη, η ενάγουσα και οι λοιπές συνεργαζόμενες εταιρείες είχαν την κοινή πεποίθηση ότι η αξία της μετοχής της τελευταίας (ενάγουσας) θα διατηρούνταν με μικρές διακυμάνσεις στο ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αναφορικά με την ένσταση ακύρωσης της σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης και ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου, γεγονός που καταδεικνύεται από το ότι πρώτον έλαβαν δάνεια για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, κάτι που δεν θα έπρατταν, εάν αντιμετώπιζαν τον παραπάνω κίνδυνο, και δεύτερον η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία συνέστησε ενέχυρο επί των άνω μετοχών που απέκτησαν οι δανειολήπτριες εταιρείες από την συμμετοχή τους στην αύξηση του κεφαλαίου της (ενάγουσας), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι συνέστησε αυτή προς εξασφάλιση του δανείου ενέχυρο επί των μετοχών της ήδη εναγομένης εταιρείας CENTRICA HOLDINGS LIMITED και της εταιρείας ECHOVALE HOLDINGS LIMITED, διότι οι εταιρείες αυτές στερούνται περιουσίας.

Ότι αντ' αυτού σήμερα οι απαιτήσεις της ενάγουσας από τα δάνεια που χορήγησε στις άνω εταιρείες και στην εναγομένη παραμένουν αναλλοίωτες προσαυξημένες μάλιστα με τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, ενώ η αξία των μετοχών που αγόρασαν διά των δανείων αυτών έχει εκμηδενιστεί. Ότι η κατάρρευση της αξίας των μετοχών της ενάγουσας είναι αποτέλεσμα των εσφαλμένων επιχειρηματικών και πολιτικών επιλογών των διοικήσεών της (ενάγουσας).

Ότι εξαιτίας όλων των ανωτέρω η αξίωσή της να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό που της χορήγησε για την αγορά των απαξιωμένων πλέον μετοχών της συνιστά μετακύλιση των επιζήμιων επιλογών των διοικήσεών της (ενάγουσας) σε αυτήν και έτσι αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επικουρικά του άρθρου 288 ΑΚ και πρέπει και για το λόγο αυτό η επίδικη δανειακή σύμβαση να κηρυχθεί άκυρη κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, να απαλλαγεί η εναγομένη από τις υποχρεώσεις της και να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή της αγωγής της ενάγουσας......

Στην προκειμένη υπόθεση η εναγόμενη με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά επιχειρεί να θεμελιώσει αφενός την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης της ενάγουσας για απόδοση του δανείσματος και αφετέρου την κατ' άρθρ. 288 ΑΚ ένσταση απαλλαγής της ιδίας από την οφειλή της λόγω της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών που απέκτησαν η ίδια η εναγομένη και οι συνεργαζόμενες με αυτήν εταιρείες.

Ωστόσο, με αυτό το περιεχόμενο οι ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέες πρωτίστως ως απαράδεκτες λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης της εναγόμενης, διότι, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά κατά τα ανωτέρω από το παρόν Δικαστήριο, δεν υφίσταται εν προκειμένω στερητική αναδοχή χρέους και συνακόλουθα η εναγομένη δεν δύναται να προβάλει, κατ' άρθρ. 473 ΑΚ, ενστάσεις από την σύμβαση πίστωσης, που έχει συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA, της οποίας το χρέος αβασίμως ισχυρίζεται ότι αναδέχθηκε. Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέες και ως αόριστες, διότι η εναγόμενη δεν προσδιορίζει τις λανθασμένες κι επιζήμιες επιχειρηματικές και πολιτικές επιλογές της ενάγουσας εταιρείας που οδήγησαν κατά τους ισχυρισμούς της στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της (ενάγουσας).

Εξάλλου, και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η ένσταση του άρθρου 288 ΑΚ είναι επαρκώς ορισμένη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι η εναγομένη κατά τα εκτιθέμενα στον ερευνώμενο ισχυρισμό της δεν χρησιμοποίησε το δάνειο που έλαβε (με την 740/2010 σύμβαση) για την αγορά μετοχών της ενάγουσας, των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε, αλλά με το προϊόν του δανείου αυτού (ισχυρίστηκε ότι) εξόφλησε το δάνειο, που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία......

Στην προκειμένη υπόθεση η εναγομένη-εκκαλούσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος, δευτεροβάθμιου, Δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι η κατάρτιση των "μετοχοδανείων" δεν είναι ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και ειδικότερα ότι η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιοτης κανονιστικής της αρμοδιότητας έχει ρυθμίσει το επιτρεπόμενο πλαίσιο της χρηματοδότησης για αγορά μετοχών με την ....1991 Πράξη του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ), όπως έχει τροποποιηθεί με τις .../1999, .../2000 και .../2006 ΠΔ/ΤΕ (κανόνες δημόσιας τάξης) που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν.δ.588/1948, με την οποία προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου με σκοπό την αγορά τίτλων, ότι δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση νομικών προσώπων και γενικά επιχειρηματιών για την αγορά μετοχών, εάν δεν αποκτούν ποσοστό τουλάχιστον 5% των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας, εκτός αν ο δανειολήπτης είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας, οπότε ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, και ότι η χορήγηση πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα με ενέχυρο τίτλους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15.000.000 δρχ.

ανά πρόσωπο και το 50% της αξίας των τίτλων. Ότι η παράβαση των διατάξεων της ... αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ, διότι αποβλέπει στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων και συγκεκριμένα του δανειολήπτη. Ότι η .../2007 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ύψους 86.000.000 ευρώ μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING SA με σκοπό η εταιρεία αυτή να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας (ενάγουσας) Τράπεζας και να αποκτήσει συνολικά 4.259.574 μετοχές με ονομαστική αξία 4,77 ευρώ ανά μετοχή και τιμή διάθεσης 20,00 ευρώ ανά μετοχή, οι οποίες αντιστοιχούσαν τότε σε ποσοστό περίπου 0,37 % του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας, είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και στην παραπάνω ΠΔ/ΤΕ, κατ' άρθρ. 174 και 178 ΑΚ, και την ακυρότητα αυτή δικαιούται να προβάλει η ίδια κατ' άρθρ. 473 ΑΚ ως αναδοχέας του χρέους της.

Ο σχετικός ισχυρισμός, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση ένσταση ακυρότητας της άνω ...-2007 σύμβασης λόγω παραβίασης των ως άνω διατάξεων, απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, να προταθεί με την υπό κρίση έφεση ή με πρόσθετο λόγο έφεσης ή με επίκληση μίας εκ των προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ περιπτώσεων, ενώ, εξάλλου, εφόσον, κατά τα ήδη αποδειχθέντα, δεν συντρέχει περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους, η εκκαλούσα στερείται νομιμοποίησης για την προβολή του.

Ομοίως απαραδέκτως προτείνονται το πρώτον με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και όχι με λόγο ή πρόσθετο λόγο έφεσης (α) ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η επίκληση της ακυρότητας της 624/2007 σύμβασης αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δεν εντάσσεται στη διάταξη του άρθρου 473 ΑΚ [ισχυρισμός ο οποίος σε κάθε περίπτωση απαντάται από το παρόν Δικαστήριο κατά τα ανωτέρω], (β) ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση περί ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου αφορά μόνον την 624/2007 σύμβαση και όχι και την επίδικη [μολονότι ο ισχυρισμός αυτός ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκε, βλ φύλλο 13 σελ.β της εκκαλουμένης απόφασης], καθώς και (γ) ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου πριν την άσκηση της αγωγής αποκλείει την άσκηση του εκ του άρθρου 388 ΑΚ δικαιώματος.

Επιπρόσθετα, η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της υποβληθείσας κατ' άρθρ. 281 ΑΚ ένστασης το πρώτον με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης χωρίς επίκληση συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, στην προκειμένη δε υπόθεση η εκκαλούσα-εναγομένη το πρώτον με τις κατατεθείσες προτάσεις της στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας τράπεζας επιδίωξη είσπραξης του ποσού του δανείου της επίδικης σύμβασης είναι καταχρηστική για το λόγο ότι η ίδια ως δανείστρια έλαβε ως μόνη εξασφάλιση του δανείου τις μετοχές της και στην αξία αυτών απέβλεψαν τόσο η ίδια όσο και η εκκαλούσα-εναγομένη-ενιστάμενη ως οφειλέτρια προκειμένου η πρώτη να ικανοποιηθεί από την αξία των μερισμάτων τους και μόνον ή από την αξία τους μέσω εκποίησής τους σε περίπτωση ανεπάρκειας των μερισμάτων, καθόσον η οφειλέτρια δεν είχε άλλη περιουσία, γεγονός γνωστό σε αυτήν, καταχρηστικά δε ζητεί εκ των υστέρων και λόγω της εκμηδένισης της αξίας των μετοχών της από τους δικούς της χειρισμούς την καταβολή του ποσού δανείου.

Τον ίδιο ισχυρισμό προτείνει η εκκαλούσα απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και προς συμπλήρωση της ένστασης ακύρωσης της σύμβασης λόγω ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου (βλ κυρίως σελ. 88-89 και 91 των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης και σελ 92-93 και 103-104 του δικογράφου της έφεσης, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της ενάγουσας ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου).

Μετά ταύτα, απορριπτομένων κατά τα ανωτέρω των ενστάσεων της εναγομένης, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και (α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 3.500.000 ευρώ για μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου και (β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 31.348.457,80 ευρώ για το υπόλοιπο ποσό του οφειλομένου κεφαλαίου, το ποσό των 448.585,80 ευρώ για τόκους και το ποσό των 88,65 ευρώ για έξοδα και συνολικά το ποσό, των 31.797.132,2 ευρώ και όλα τα ποσά αυτά, πλην του κονδυλίου των εξόδων, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από 26-6-2015 μέχρι την εξόφληση...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) δεν έσφαλε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 473 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ως άνω ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου και όχι της συμβάσεως στερητικής αναδοχής χρέους, δεδομένου ότι με την εν λόγω ...-2010 σύμβαση η αναιρεσίβλητη τράπεζα μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα την κυριότητα χρημάτων και δη του ποσού των 33.700.000 ευρώ, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή του (ανάλωσή του) από αυτή, και η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι μετά πάροδο πέντε ετών από την υπογραφή της σύμβασης, δεν αναδέχθηκε δε αυτή (αναιρεσείουσα) ξένο χρέος και συγκεκριμένα μέρος του χρέους της εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A που προερχόταν από την υπ' ....2007 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου ποσού 85.200.000 ευρώ, την οποία σε προγενέστερο χρόνο είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, ώστε να υπεισέλθει η αναιρεσείουσα στη θέση της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας CORONA AUSTRINA TRADING S.A και η τελευταία να απαλλαγεί.

Με τις παραδοχές του σχετικά με το α) ότι εάν η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) διέθεσε το δάνεισμα εκ της επίδικης σύμβασης δανείου για την εξόφληση του υπολοίπου της προγενέστερης σύμβασης πίστωσης της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA, όπως ισχυρίζεται αυτή χωρίς όμως να προσκομίζεται κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, δεν καθιστά την επίδικη σύμβαση δανείου εικονική ούτε την εναγόμενη- αναιρεσείουσα αναδοχέα ξένου χρέους και β) ότι δεν αποδεικνύεται γνώση της πιστώτριας τράπεζας κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης περί της διάθεσης του ποσού του εξ αυτής δανείσματος για την εξόφληση του προγενέστερου αλλότριου χρέους εκ δανείου, η οποία άλλωστε καθεαυτή δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της επίδικης σύμβασης και δεν συνιστά μετακύλιση του χρέους της πιο πάνω εταιρείας στην αναιρεσείουσα και ειδική διαδοχή στη συγκεκριμένη οφειλή και, άρα, σύναψη στερητικής αναδοχής χρέους, το Εφετείο δεν απαίτησε περισσότερα από όσα η διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ απαιτεί για την εφαρμογή της, θέτοντας ως προϋπόθεση της αναδοχής χρέους την προηγούμενη εξόφληση του αρχικού δανείου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και Β) ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων 138, 139 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εικονικότητας της ένδικης σύμβασης, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση του εν λόγω κανόνα δικαίου, και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, που εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 473 ΑΚ, και 138 και 139 ΑΚ που δεν εφάρμοσε, καθόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επρόκειτο για έγκυρη σύμβαση δανείου συγκεκριμένου ποσού με συγκεκριμένους όρους και εξασφαλίσεις, με βάση την οποία η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα κατέστη οφειλέτρια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας αυτοτελώς χωρίς να διαδεχθεί την άνω εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA στις υποχρεώσεις της από την δική της, διάφορη, σύμβαση δανείου.

Η σύμβαση αυτή δανείου (.../2010) έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, γεγονός που αποκλείει ακριβώς την εκδοχή σύναψης συμβατικής στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία προϋποθέτει ανάληψη υφιστάμενου ξένου χρέους (εν προκειμένω της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA) και αλλαγή μόνο του προσώπου του οφειλέτη με αποτέλεσμα την απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 138, 139, 806, 807, 471 και 473 του ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι εικονική, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές:

α) ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δυνάμει της ένδικης ...-2010 σύμβασης (χρεολυτικού) δανείου που καταρτίσθηκε στην Αθήνα, εκταμίευσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, στις 25-6-2010, το ποσό των 33.700.000 ευρώ και η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση απόδοσης ισόποσου χρηματικού ποσού, με μία δόση, καταβλητέα την 25-6-2015 β) ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο και στοιχείο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη εικονικότητα της επίδικης σύμβασης δανείου και ότι κάτω από την λόγω δικαιοπραξία καλύπτεται στερητική αναδοχή του χρέους, ούτε ότι με τα χρήματα αυτά εξοφλήθηκε η ...-2007 σύμβαση δανείου που είχε καταρτίσει η CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA με την εγγύηση της GREEN BAY SHIPPING COMPANY S.A.

γ) ότι η σύμβαση αυτή δανείου (740/2010) έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, γεγονός που αποκλείει ακριβώς την εκδοχή σύναψης συμβατικής στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία προϋποθέτει ανάληψη υφιστάμενου ξένου χρέους (εν προκειμένω της CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA) και αλλαγή μόνο του προσώπου του οφειλέτη με αποτέλεσμα την απαλλαγή του αρχικού οφελέτη.

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούν επαρκή και σαφή αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα του νομικού χαρακτηρισμού της ένδικης σύμβασης και της μη εικονικότητας των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές αναφορικά με την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου σοβαρά και όχι φαινομενικά.

Δεν απαιτούνται δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης αυτής επιπλέον αναφορές και εξηγήσεις για ποιο λόγο δεν συνάγεται η ύπαρξη πραγματικής συμφωνίας κατάρτισης δανείου από τα μεταγενέστερα γεγονότα της υπογραφής των προσθέτων πράξεων, της αναγνώρισης του άληκτου κεφαλαίου πλέον των τόκων καθώς επίσης και ότι μετά την εκταμίευση του δανείου συνυπήρξαν τόσο οι οφειλές της CORONA AUSTRINA HOLDINGS όσο και αυτής της αναιρεσείουσας, διότι τα ανωτέρω αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων ήτοι την ανάλυση στάθμιση και αξιολόγησή τους καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές και σε σχετική επιχειρηματολογία του δικαστηρίου.

Επομένως, οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος), από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, περί παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138, 139, 214, 471 και 473 ΑΚ και των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ. 1 και 3 του ν. 2190/20 είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτοι, αφού οι αιτιάσεις αυτές, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022,ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017).

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).

Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του (ΑΠ 365/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ` ΚΠολΔ αιτίαση ότι, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την από την αναιρεσίβλητη δικαστική ομολογία της ένστασής της περί (σχετικής) εικονικότητας της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως δανείου και της υποκρυπτόμενης συμβάσεως στερητικής αναδοχής χρέους, η οποία (ομολογία), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, απέρρεε από τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και την οποία η ίδια επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, στη σελίδα 2 και 3 αυτών, με συνέπεια την απόρριψη της προβληθείσας ως άνω ένστασής της. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει ούτε τη σελίδα των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας - στην οποία εντοπίζεται η ομολογία, ούτε παρατίθεται αυτούσιο το εδάφιο των προτάσεων στον οποίο περιλαμβάνεται η δήθεν ομολογία, αφού δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος περιεχόμενο της δήθεν ομολογίας.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και την επ' αυτών προσθήκη της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή, προς απόκρουση της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου και περί υποκρυπτόμενης σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, προέβαλε αρνητικούς της παραπάνω ενστάσεως ισχυρισμούς, χωρίς καμία άμεση ή έμμεση παραδοχή της εικονικότητας της δανειακής συμβάσεως, ενώ η απλή παράθεση των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά δικαστική ομολογία. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι είναι αληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση, δηλαδή η παραδοχή απ' αυτήν επιβλαβούς και επιζήμιου για τα συμφέροντα της ιδίας πραγματικού γεγονότος με πρόθεση να αποδεχθεί αυτό ως αληθινό και ειδικότερα ως προς την εικονικότητα της ένδικης σύμβασης δανείου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις αυτής, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων.

Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 551/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης της ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να επιστηρίξει και να προσδιορίσει τη βούληση των εκπροσώπων της τόσο των δικών της όσο και της αναιρεσίβλητης να καταρτίσουν έγκυρη σύμβαση δανείου και όχι αναδοχή χρέους έλαβε υπόψιν και στοιχεία εκτός της σύμβασης και μεταγενέστερα αυτής και ειδικότερα ότι ακολούθησε η υπογραφή πρόσθετων πράξεων με τις οποίες αναγνωρίστηκε το άληκτο κεφάλαιο του δανείου πλέον τόκων, ότι μετά την εκταμίευση του επίδικου δανείου συνυπήρξαν οι οφειλές της εταιρείας της ενάγουσας με την εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA και ότι εναπόκειται στην εταιρεία να τις εξοφλήσει χωρίς να επέλθει διαδοχή στις οφειλές από τη δανειακή σύμβαση.

Πλην όμως οι ανωτέρω αιτιολογίες είναι πλεοναστικές δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού που δεν στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017). Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης).

Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011, ΑΠ 632/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην υπ'αριθμ ...-2010 σύμβαση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά, αντιθέτως, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο της καταρτισθείσας σύμβασης προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, που συμπίπτει με εκείνον που προέβησαν οι συμβαλλόμενοι, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση αναδοχής χρέους.

Επίσης, η κρίση του Εφετείου ότι η ως άνω σύμβαση δανείου δεν είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, εφόσον δε, κατά τα ανωτέρω, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος), από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο για την κρίση του ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης δανείου και για τη μη εικονικότητα της σύμβασης αυτής προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στην παραπάνω υπ'αριθμ. ...-2010 σύμβαση δανείου, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 494/2021, ΑΠ 493/2021, ΑΠ 660/2019).

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ ΑΠ 927/1982, ΝοΒ 1983.214· 9/1997, ΕλλΔνη 1997.767· ΑΠ 1570/1983, ΝοΒ 1984.1356· 1346/1993, ΕλλΔνη 1994.1597· 63/2000, ΕλλΔνη 2000.759· 756/2003· 398/2008).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983, ΝοΒ 1983.1368).

Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990, ΝοΒ 1991.913).

Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998, ΕλλΔνη 1998.1591), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από τη παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής έγινε υπέρμετρα επαχθής (Ολ ΑΠ 927/1982· ΑΠ 1570/1983· 398/2008· 1290/2011).

Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1207/2017). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Επίσης ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, για το ορισμένο λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, θα πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 934/2023). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης με το τέταρτο σκέλος του από τον αριθμό 1,8 και 14 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της αναιρεσίβλητης ή εκποίησης αυτών προς συμπλήρωση της ένστασης ακύρωσης της σύμβασης λόγω ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων (561 ΚΠολΔ) δε, ουδεμία αναφορά από την αναιρεσείουσα γίνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και στην έφεση (παρά μόνο στις εφετειακές προτάσεις της) στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της αναιρεσίβλητης ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου, ισχυρισμό τον οποίο προτείνει η εκκαλούσα αναιρεσείουσα απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και όχι με λόγο έφεσης και προς συμπλήρωση της ένστασης ακύρωσης της σύμβασης λόγω ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου (288,388 ΑΚ), το οποίο και ως εκ τούτου απορρίφθηκε από το Εφετείο καθόσον απαραδέκτως προτάθηκε κατά τα ως άνω, απορριπτόμενου ως εκ τούτου, ως αβάσιμου του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς το σχετικό σκέλος αυτού.

Επίσης με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1,8 και 14 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ότι η ένσταση περί ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου αφορά μόνο την 624/2007 σύμβαση και όχι την υπ'αριθμ. 740/2010 σύμβαση και ότι το δικαίωμα να ζητηθεί η λύση ή αναπροσαρμογή είναι διαπλαστικό. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων (561 ΚΠολΔ) και δη της έφεσης ο ως άνω ισχυρισμός απαραδέκτως προτάθηκε με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης και απορρίφθηκε προς τούτο από το Εφετείο απορριπτομένου ως εκ τούτου, ως αβάσιμου του τέταρτου λόγου της αναίρεσης ως προς το σχετικό σκέλος αυτού.

Με το τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τα λοιπά σκέλη αυτού, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή της εκ των άρθρων 288 και 388 ΑΚ με αίτημα την απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις της ένδικης ...-2010 σύμβασης, κρίνοντας με επάλληλες αιτιολογίες α) ότι δεν νομιμοποιείται στην προβολή τους κατ'άρθρο 473 ΑΚ, β) ως αόριστη διότι δεν επικαλέστηκε τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της διοίκησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών και το τίμημα που κατέβαλε για να αποκτήσει τις μετοχές και γ) ως μη νόμιμη, διότι η εναγόμενη κατά τα εκτιθέμενα στον ερευνώμενο ισχυρισμό της δεν χρησιμοποίησε το δάνειο που έλαβε (με την .../2010 σύμβαση) για την αγορά μετοχών της ενάγουσας, των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε, αλλά με το προϊόν του δανείου αυτού (ισχυρίστηκε ότι) εξόφλησε το δάνειο, που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις της επίδικης υπ' αριθμ. ...-2010 σύμβασης δανείου, καθώς κατά την κατάρτιση τόσο αυτής όσο και της υπ' αριθμ. .../2007 σύμβασης πίστωσης και τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής βούλησης ειδικότερα της βούλησης οι μεν δανειολήπτριες εταιρίες να λάβουν το δάνειο, η δε Τράπεζα να το χορηγήσει, τα συμβαλλόμενα μέρη (και η Τράπεζα) έλαβαν υπόψη και στηρίχθηκαν αποκλειστικώς και μόνο στην τότε αξία της μετοχής εκδόσεως της ίδιας της Τράπεζας.

Ότι δεν διέθεταν περιουσία προκειμένου να αποπληρώσουν τα δάνεια και η πληρωμή τους μπορούσε να γίνει μέσω των μερισμάτων και σε περίπτωση ανεπάρκειας αυτών μέσω της εκποίησης των μετοχών. Ότι η σύμβαση δανείου δεν καθίσταται δήθεν μια επικίνδυνη χρηματιστηριακή σύμβαση, έτσι ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή των άρθρων 288 και 388 ΑΚ από τον σκοπό της χρηματοδότησης.

Επίσης ισχυρίζεται ότι για το ορισμένο και τη βασιμότητα της ένστασης αυτής δεν απαιτoύνταν να συντρέχει υπαιτιότητα του δανειστή και έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να προσδιορίσει τις εσφαλμένες και επιζήμιες επιλογές της αναιρεσίβλητης που οδήγησαν στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της, αλλά αρκούσε η επίκληση ότι οι συμβαλλόμενοι στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης στην τότε αξία των μετοχών, η οποία εκμηδενίστηκε λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών.

Ο λόγος αυτός που πλήττει την απόρριψη από το Εφετείο της εκ των άρθρων 281 και 288 ΑΚ ενστάσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς και όχι την εκ των άρθρων 143 και 388 ΑΚ ένστασή της (που επανέφερε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της και η οποία απορρίφθηκε ως προς την ένδικη σύμβαση δανείου ως μη νόμιμη και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη), καθό μέρος αφορά στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την έφεση ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, όπως και η ίδια επικαλείται αναφορικά με την ένδικη υπ'αριθμ. ...-2010 σύμβαση δανείου ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας να προτείνει αυτό, διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους και άρα δεν μπορούσε να προβάλει ενστάσεις που αφορούν την σύμβαση πίστωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA με επάλληλη δε αιτιολογία ως αόριστο, και αναφορικά με τις λοιπές δανειακές συμβάσεις ως απαράδεκτο ελλείψει νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας για την προβολή του και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμο διότι η εναγόμενη αναιρεσείουσα κατά τα εκτιθέμενα στον ερευνώμενο ισχυρισμό της δεν χρησιμοποίησε το δάνειο που έλαβε (με την 740/2010 σύμβαση) για την αγορά μετοχών της ενάγουσας αναιρεσίβλητης, των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε, αλλά με το προϊόν του δανείου αυτού εξόφλησε το δάνειο, που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία (CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA).

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου ορθώς η ανωτέρω ένσταση, έτσι όπως προβλήθηκε, ήταν μη νόμιμη, διότι, κατά τις παραδοχές, κατά τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα στις πρωτόδικες προτάσεις και στην έφεσή της, το δάνειο που αυτή έλαβε με την ένδικη...-2010 σύμβαση, δεν συνομολογήθηκε με σκοπό την αγορά μετοχών της αναιρεσίβλητης των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε ούτε και χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, αλλά, αντιθέτως, με το προϊόν του δανείου αυτού εξόφλησε το δάνειο που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA ενώ η μείωση της αξίας των ενεχυρασμένων μετοχών, σε ασφάλεια του δανείου, δεν συνιστά κατά νόμο λόγο απαλλαγής αυτής από την υποχρέωση απόδοσης του δανείου, διότι δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο φέρει ευθύνη ο ενεχυρούχος δανειστής, αφού η ικανοποίηση από την εκποίηση του ενεχυρασμένου πράγματος είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του δανειστή (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017), επί πλέον δε, ουδεμία αναφορά από την αναιρεσείουσα γίνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και στην έφεση (παρά μόνο στις εφετειακές προτάσεις της) στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου μέσω των μερισμάτων των μετοχών της αναιρεσίβλητης ή εκποίησης αυτών, αλλά μόνο στη σύσταση ενεχύρου.

Τα παραγωγικά δε αίτια, που δημιούργησαν ενδεχομένως στην αναιρεσείουσα τη βούληση να συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη στην ένδικη σύμβαση δανείου, αφορούν μόνο την ίδια και δεν μπορούν να οδηγήσουν, με βάση τα εκτιθέμενα απ' αυτή περιστατικά, σε απαλλαγή της από την υποχρέωσή της απόδοσης του δανείου.

Επομένως, υπό τα εκτιθέμενα, η ένδικη σύμβαση δανείου δεν αντίκειται στην καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία επιχειρείται η θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης της αναιρεσείουσας, και οι ειδικότερες συνθήκες δεν αρκούν να στηρίξουν την κρίση ότι η κατάρτιση της σύμβασης και η απορρέουσα από αυτή αξίωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση του δανείου, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η συγκεκριμένη δε παροχή της αναιρεσείουσας, την οποία θεωρεί δυσβάσταχτη, ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που αυτή ανέλαβε με τη σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται η συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για τη αυτοτελή ή συνδυαστική εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ώστε να οδηγήσει στην κατάργηση της υπό κρίση ενοχικής σχέσης.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε την ως άνω ένσταση μη νόμιμη διότι κατά τα εκτιθέμενα στον ερευνώμενο ισχυρισμό της δεν χρησιμοποίησε το δάνειο που έλαβε (με την 740/2010 σύμβαση) για την αγορά μετοχών της ενάγουσας αναιρεσίβλητης, των οποίων η αξία εκμηδενίσθηκε, αλλά με το προϊόν του δανείου αυτού κατά τους ισχυρισμούς της εξόφλησε το δάνειο, που είχε χορηγηθεί στην παραπάνω εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS SA, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμος ο από τον αρ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο ως άνω λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Ακολούθως ο άνω λόγος της αναίρεσης ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασης από τον αρ. 1και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ως προς τις επάλληλες αιτιολογίες της απόρριψης αυτής ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και λόγω αοριστίας αφού η απόρριψη της ως άνω ένστασης ως μη νόμιμης κατά τα ανωτέρω στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η κατάρτιση των μετοχοδανείων δεν είναι ελεύθερη αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και ειδικότερα ότι η τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας έχει ρυθμίσει το επιτρεπόμενο πλαίσιο στις χρηματοδοτήσεις για αγορά μετοχών με την υπ' αριθμόν .../1991 ΠΔ/ΤΕ πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος όπως έχει τροποποιηθεί και ίσχυε κατά το χρόνου κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου με σκοπό την αγορά τίτλων, δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση νομικών προσώπων και γενικά επιχειρηματιών και την αγορά μετοχών, εάν δεν αποκτούν ποσοστό τουλάχιστον 5% των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας εκτός αν ο δανειολήπτης είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας οπότε ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, και η χορήγηση πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα με ενέχυρο τίτλους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών ανά πρόσωπο και το 50% της αξίας των τίτλων.

Ότι η παράβαση της υπ'αριθμόν .../1991 ΠΔ/ΤΕ η οποία δεν επιτρέπει την τραπεζική χρηματοδότηση για την αγορά μετοχών αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα κατά το άρθρο 174 Αστικού Κώδικα διότι αποβλέπει στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων και συγκεκριμένα του δανειολήπτη, ότι η υπ' αρ. .../2007 σύμβαση δανείου δυνάμει του οποίου η τράπεζα χορήγησε δάνειο ύψους 86 εκατομμυρίων ευρώ στην εταιρεία CORONA AUSTRINA HOLDINGS με σκοπό η εταιρεία αυτή να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας αναιρεσίβλητης Τράπεζας και να αποκτήσει συνολικά 4.259.574 μετοχές με ονομαστική αξία 4,77 ευρώ ανά μετοχή και τιμή διάθεσης 20 ευρώ ανά μετοχή, οι οποίες αντιστοιχούσαν τότε σε ποσοστό περίπου 0,37% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας είναι άκυρη λόγω αντίθεσης της στα χρηστά ήθη και στην παραπάνω ΠΔ/ΤΕ κατά παράβαση των οδηγιών 1993/22/ΕΚ και 2004/ 39/ΕΚ και την ακυρότητα αυτή δικαιούται να προβάλει κατ' άρθρο 473 του Αστικού Κώδικα ως αναδοχέας του χρέους.

Με τον ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή της εκ του άρθρου 174 ΑΚ με αίτημα την απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις της ένδικης ...-2010 σύμβασης, κρίνοντας ότι δεν νομιμοποιείται στην προβολή τους κατ'άρθρο 473 ΑΚ, καθώς και για το ότι ο ως άνω λόγος απαραδέκτως προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου και όχι με την έφεση.

Ο λόγος αυτός, καθό μέρος αφορά στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, προεχόντως γιατί προβλήθηκε απαραδέκτως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου το πρώτον με τις κατατεθειμένες προτάσεις και με επάλληλη αιτιολογία ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας να προτείνει αυτό, διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους και άρα δεν μπορούσε να προβάλει ενστάσεις που αφορούν την σύμβαση πίστωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας CORONA AUSTRINA HOLDINGS.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της από 12.9.2018 έφεσης της αναιρεσείουσας, και των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή πρότεινε το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και όχι με λόγο έφεσης τον ως άνω ισχυρισμό ακυρότητας της κατάρτισης των μετοχοδανείων και επομένως ορθώς το Εφετείο τον απέρριψε κατά τα ανωτέρω και επομένως ο ως άνω λόγος από τον αριθμ. 1 και 14 με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως ο άνω λόγος της αναίρεσης ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασης από τους αρ. 1και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ως προς την επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης αφού η απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω του ότι προβλήθηκε το πρώτον στο εφετείο με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά τα ανωτέρω στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "CENTRICA HOLDINGS LIMITED" για αναίρεση της υπ` αριθ. 2401/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ