Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of statutory interest for mental distress damages in Greek civil law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Minetta Insurance Company against the First Instance Court's judgment. The appellants argued that the lower court incorrectly applied Article 346 of the Civil Code regarding interest rates for mental distress damages instead of Article 345. The court ruled that the First Instance Court correctly applied the statutory interest rate because the defendants did not raise a valid defense of legitimate counterclaim to exempt them from paying such interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 345 and 346 of the Civil Code; The court correctly applied the statutory interest rate for mental distress damages when the defendant fails to establish a legitimate counterclaim as a defense against the payment obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1854 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1854/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΑΕ" και δ.τ. ""ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Ι., 2) Α. Μ. του Σ., συζ. Α. Γ., 3) Σ. Γ. του Α. και 4) Ε. Γ. του Κ., χας Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χαρίλαο Αθανασόπουλο και Σμαράγδη Λουπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 31-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 34/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 81/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως εμφαίνεται από την επί της προσβαλλόμενης απόφασης επισημείωση του δικαστικού επιμελητή (φέρει μόνο την υπογραφή του), καθόσον η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στις 19-10-2021 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 5-11-2021.
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓπΝ/1911.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. 'Έτσι, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ........ κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής.......
και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει ..... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Επίσης, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (παρ. 3).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ., "η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες", ενώ από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. προκύπτει ότι ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς χρήστες της οδού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1208/2023). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 909/2022). Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την με αριθ. 81/2021 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα:''.....
Την 22 Μαΐου 2016 και περί ώρα 12.15 μ.μ., ο Ι. Γ. του Α., ηλικίας τότε ... ετών (υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου ενάγοντα και εγγονός της τέταρτης εναγόμενης), καθώς και η πρώτη εναγόμενη Ε. Γ. του Ν. συνευρέθηκαν με τον κοινό τους φίλο Μ.-Φ. Κ. του Φ. στο κατάστημα "Χάλκινα", που βρίσκεται στο λιμάνι των Χανίων και στο οποίο ο Ι.
Γ. δούλευε ως οργανοπαίχτης, ήτοι έπαιζε κρητική λύρα. Εκεί έμειναν μέχρι την ώρα 02:00' π.μ. και μετά πήγαν στο κατάστημα ουζερί "Πάπρικα", από το οποίο αργότερα αποχώρησαν για να καταλήξουν στο κατάστημα σουβλατζίδικο "Θράκα" επί της οδού ..., οδηγώντας, ο μεν Κ. το αυτοκίνητό του, ο δε Γ. οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο με συνεπιβάτη του την Γ.
Στο τελευταίο αυτό κατάστημα παρέμειναν μέχρι την ώρα 03:40' π.μ., οπότε και έφυγαν για το σπίτι του Κ. στην περιοχή Περιβόλια, προκειμένου να πάρει από εκεί το αυτοκίνητό της η Γ. Μάλιστα, κατά την διαδρομή αυτή η Γ. επέβαινε στο αυτοκίνητο του φίλου της Γ., ο οποίος οδηγούσε όπισθεν του αυτοκινήτου του Κ. με μικρή ταχύτητα και συνετά.
Από το σπίτι του Κ., ο Γ. έφυγε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, έχοντας την πρόθεση να συνοδεύσει μέχρι το σπίτι της την Γ., η οποία έφυγε οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου, που ήταν ασφαλισμένο στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία για τις προς τρίτους προκαλούμενες από την κυκλοφορία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες.
Σημειωτέον, ότι οι δύο τελευταίοι οδηγοί, ήτοι ο Ι. Γ. και η Ε. Γ. είχαν καταναλώσει αλκοόλ κατά την διάρκεια της παραμονής τους στα παραπάνω καταστήματα, πλην όμως, δεν ήταν μεθυσμένοι. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την σαφή και πειστική κατάθεση (....) του Μ.-Φ. Κ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν παρών καθόλο το χρονικό διάστημα της παραμονής των άλλων δύο νέων φίλων του στα παραπάνω καταστήματα.
Εκτός αυτών, ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέθεσε και το ότι όταν μίλησε την επόμενη ημέρα με την Ε. Γ. για το τροχαίο ατύχημα, οι συνθήκες του οποίου θα αναλυθούν εκτενέστερα παρακάτω, εκείνη του είπε πως ο Ι. Γ. επέμενε να την συνοδεύσει μέχρι το σπίτι της και πως ενώ αυτός πήγαινε στο δρόμο μπροστά της με το αυτοκίνητο του ξαφνικά έστριψε αριστερά και χτύπησε στο δέντρο.
Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, περί ώρα 05.00' π.μ. η Ε. Γ., οδηγώντας το προαναφερόμενο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου αδελφού της Ι. Γ. του Ν. και κινούμενη επί της Λεωφόρου Σούδας Χανίων με κατεύθυνση από Χανιά προς Σούδα, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή ως όφειλε, και μπορούσε, ευρισκόμενη δε στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και πίσω από το προαναφερόμενο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι. Γ. του Α., ιδιοκτησίας του ιδίου, με τον οποίο είχαν ξεκινήσει μαζί, ώστε να την συνοδεύσει στην οικία της, από απερισκεψία και επιπολαιότητα, ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη άνω των 120 χλμ./ώρα, ενώ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην ανωτέρω οδό είναι 50 χλμ./ώρα και επιχείρησε επανειλημμένα να προσπεράσει παράνομα το έμπροσθεν ευρισκόμενο όχημα του ανωτέρω οδηγού, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Ο ως άνω οδηγός, στην προσπάθειά του να την αποτρέψει να τον προσπεράσει, καθόσον είχαν συμφωνήσει αυτός να προπορεύεται έως να φθάσουν στην οικία της, ανέπτυξε με την σειρά του υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη άνω των 140 χλμ./ώρα με αποτέλεσμα αφενός μεν λόγω του υγρού οδοστρώματος, της υψηλής ροπής που έδινε η μεγάλου κυβισμού μηχανή του οχήματος του αλλά και της στιγμιαίας επαφής του δεξιού άκρου του δικού της οχήματος με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του οχήματος του ως άνω οδηγού, αυτός να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του, να παρεκκλίνει της πορείας του, να κινηθεί διαγώνια στην ανωτέρω οδό και τελικώς να προσκρούσει αρχικά σε μεταλλικό στύλο που βρισκόταν στο έρεισμα του πεζοδρομίου της αντίθετης από την κίνηση του αυτοκινήτου λωρίδας κυκλοφορίας, ακολούθως σε δέντρο και τελικώς σε δεύτερο μεταλλικό στύλο, οπότε και ακινητοποιήθηκε.
Από την ανωτέρω πράξη της πρώτης εναγόμενης, επήλθε ακαριαία ο θάνατος του ανωτέρω οδηγού Ι. Γ., ο οποίος κατά τη σύγκρουση του οχήματος του στους μεταλλικούς στύλους και στο δένδρο, επειδή δεν φορούσε την ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου του, εκσφενδονίστηκε έξω από το όχημα και επέπεσε στο έρεισμα του δρόμου, δίπλα και δεξιά στο ακινητοποιημένο όχημά του, ενώ κατά τον εκσφενδονισμό του αυτό, αποκεφαλίστηκε, εκ του γεγονότος δε αυτού, επήλθε ο θάνατος του, αποτέλεσμα που η πρώτη εναγόμενη δεν προέβλεψε.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκαν αφενός όπως προαναφέρθηκε από τις ομολογίες της πρώτης εναγόμενης καθώς και του δεύτερου εναγόμενου, αφετέρου δε από την σαφή και πειστική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος άμεσα μετέβη στον τόπο του ατυχήματος και ως αρμόδιος αστυνομικός διενήργησε την έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος, καθώς και από τα κάτωθι έγγραφα της δικογραφίας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 22-5-2016 διενεργηθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Χανίων (και το συνημμένο σε αυτήν σχεδιάγραμμα) αναφορικά με τον τόπο του ατυχήματος, η οδός επί της οποίας έλαβε χώρα το ανωτέρω τροχαίο δυστύχημα αποτελεί δημοτική οδό διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος είναι 6,8 μέτρα, και κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,40 μέτρα, εκατέρωθεν δε της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας υφίσταται πεζοδρόμιο που φέρει πλάτος 1,3 μέτρα, η ανωτέρω οδός φέρει οριζόντια σήμανση και δη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, η οποία υποδηλώνει ότι απαγορεύεται ρητά η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η κατάσταση της οδού κατά τον χρόνο του επισυμβάντος τροχαίου δυστυχήματος, με βάσει τις καιρικές συνθήκες, ήτο υγρή - ολισθηρή λόγω ψιλής βροχόπτωσης, οι συνθήκες φωτισμού της ανωτέρω οδού, ικανοποιητικές, αφού το τροχαίο δυστύχημα έλαβε χώρα την νύχτα, αλλά υπήρχε στο σημείο επαρκής τεχνητός φωτισμός, το επιτρεπόμενο δε όριο ταχύτητας των οχημάτων στην ανωτέρω οδό, είναι 50 χλμ/ώρα, καθώς πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Επισημαίνονται δε, υπό τον τίτλο "17. Λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις", εκτός των ανωτέρω αναφερόμενων και τα εξής τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία:-"Η οδηγός του α' οχήματος (ήτοι η πρώτη εναγόμενη), αρχικά στο σημείο του τροχαίου (22-05-2016) δήλωσε προφορικά ότι είναι απλή μάρτυρας και στην συνέχεια εξετάστηκε με αυτή την ιδιότητα.
Την 23-5-2016 ημέρα Δευτέρα, έγινε περισυλλογή οπτικού υλικού από εξωτερικές κάμερες καταστημάτων πλησίον του χώρου του τροχαίου ατυχήματος από τις οποίες προέκυψε η άμεση εμπλοκή της στο τροχαίο ατύχημα και γι' αυτό το λόγο συνελήφθη ". "Ειδικότερα ελήφθη οπτικό υλικό από το κατάστημα "ΠΙΝΔΟΣ" όπου στην κάμερα 4 επίμαχη ώρα είναι η 4.25.47.
Στο σημείο αυτό φαίνεται το β' όχημα (Γ.) να κινείται στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Σούδα. Το α' όχημα φαίνεται να έχει την ίδια κατεύθυνση και να κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παράλληλα και λίγο πιο πίσω του, προσπαθώντας να ενεργήσει προσπέραση σε αυτό". "Στο οπτικό υλικό με την ονομασία (video leoforos Soudas) που ελήφθη από το κατάστημα "ΚΡΗΤΟΔΟΜΗ", επίμαχη ώρα είναι η 4.01.21.
όπου φαίνεται στην συνέχεια της οδού, το ίδιο σχεδόν σκηνικό. "-"Στο οπτικό υλικό με την ονομασία (G. D.) που ελήφθη από το κατάστημα Β. Χ., η επίμαχη ώρα είναι η 4.52.18. Στο σημείο αυτό φαίνεται το β' όχημα (Γ.), που στις προηγούμενες κάμερες κινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Σούδα να έχει παρεκκλίνει αριστερά της πορείας του και να προσκρούσει στην κολώνα φωτισμού, στο δέντρο και στην άλλη κολώνα φωτισμού και στη συνέχεια να σβήνουν τα φώτα.
Από την εικόνα που βλέπουμε στο τρίτο βίντεο με την ονομασία (G. D.), εκτιμάται ότι υπήρξε στιγμιαία επαφή μεταξύ των οχημάτων πριν την εκτροπή του β' οχήματος προς αριστερά (στο τυφλό σημείο). Η ξαφνική αλλαγή πορείας του με μεγάλη ταχύτητα, ενώ προηγουμένως εκινείτο στην δεξιά πλευρά της οδού ως προς την πορεία των οχημάτων, υποδηλώνει ότι αυτή (εκτροπή), οφείλεται εκτός των άλλων (ταχύτητα-ολισθηρότητα) και στην στιγμιαία επαφή μεταξύ τους (μπροστινή δεξιά πλευρά με πίσω αριστερά πλευρά, αντίστοιχα)". "Από την σφοδρότητα της πρόσκρουσης, αποκολλήθηκε ο κινητήρας του οχήματος ο οποίος κατέληξε στο οδόστρωμα (στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χανιά), το σασμάν το οποίο εκτινάχτηκε σε απόσπαση 45 περίπου μέτρων και κατέληξε στην τζαμαρία του καταστήματος Κ.
GROUP, προκαλώντας τις υλικές ζημιές καθώς και η μπαταρία που κατέληξε στον προαύλιο χώρο του ιδίου καταστήματος.". "Περιμετρικά του συμβάντος υπήρχαν διάσπαρτα μικρότερα εξαρτήματα, γυαλιά κλπ αντικείμενα προερχόμενα κυρίως από το β' όχημα αλλά και από το α', δεδομένου ότι αυτό κατά την διέλευσή του προσέκρουσε στον ήδη ευρισκόμενο στην οδό κινητήρα του β' οχήματος". "Το σώμα του οδηγού του β' οχήματος βρέθηκε έξω από αυτό, στην δεξιά του πλευρά και το κεφάλι του σε απόσπαση επτά (7) μέτρων μέσα στα κλαδιά-χόρτα που υπήρχαν εκεί".
Περαιτέρω, εκτός των ανωτέρω αναφερόμενων, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής που εντοπίστηκαν στην πιο πάνω έκθεση αυτοψίας, ήτοι: "Για τον οδηγό του (β) οχήματος προκύπτει επιπλέον παράβαση άρθρου 20 ΚΟΚ (υπέρβαση ορίου ταχύτητας), άρθρου 42 ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ), άρθρο 12 παρ. 5 ΚΟΚ (μη χρήση ζώνης ασφαλείας) και άρθρο 89 ΚΟΚ (μεταβολή των στοιχείων της άδειας κυκλοφορίας).
Επιπλέον, στην με αριθμ. πρωτ. .../2016 ιατροδικαστική έκθεση-νεκροψία του ιατροδικαστή Σ. Μ., επισημαίνεται η σελίδα 9 αυτής, στην οποία ο ως άνω ιατροδικαστής αναφέρεται στα ατομικά/μακροσκοπικά ευρήματα ως εξής: "αποκεφαλισμός, σχεδόν πλήρη διατομή κατά το ήμισυ του κορμιού στο ύψος της κοιλιακής χώρας, 2 βαθιά θλαστικά τραύματα δεξιά πλάγιας θωρακικής χώρας και αριστερού βραχίονα, κάταγμα αριστερού βραχίονα, διατομή ξιφοειδούς απόφυσης στέρνου, ρήξεις θωρακικών μυών και οστών περιοχής, πολλαπλά κατάγματα θόλου και βάσεως κρανίου, μικρορήξεις και θλάσεις πνευμόνων, ρήξη και μικροθλάσεις μυοκαρδίου, πολλαπλές ρήξεις και τρώσεις ήπατος, ρήξη οισοφάγου - τα περισσότερα εσωτερικά όργανα απουσιάζουν λόγω των κακώσεων", καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι "ο θάνατος του Γ.
Ι. του Α. οφείλεται σε αποκεφαλισμό συνεπεία οδικού τροχαίου ατυχήματος"........ Από όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος λόγω του επαγγέλματός του διαθέτει μεγάλη εμπειρία και ικανότητα αντίληψης όσον αφορά τα αίτια και τις συνθήκες πολλών τροχαίων ατυχημάτων όπως όσον αφορά και τα αίτια του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, καθώς και από το γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη συνομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης αγωγής στο σύνολο τους, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Ι.
Γ. από το επισυμβάν τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητό της όπισθεν του αυτοκινήτου του Ι. Γ. με πολύ μεγάλη ταχύτητα, ήτοι περίπου 120 χλμ./ώρα (άνω του κατώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 50χλμ/ανά ώρα), επέδειξε ανταγωνιστική οδηγική συμπεριφορά επιχειρώντας κατ' επανάληψη να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα του Ι.
Γ. σε οδό με διπλή διαχωριστική γραμμή εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να αποσπάσει όλως αιφνιδίως την προσοχή του Ι. Γ., ενώ ο τελευταίος στην προσπάθειά του να αντιδράσει στις παράνομες ενέργειες της πρώτης εναγόμενης, όντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά ποσοστό 1,3 mg, μη έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να αποφύγει την επέλευση του τροχαίου συμβάντος καθώς και δίχως να έχει κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας του αυτοκινήτου του, ανέπτυξε και αυτός πολύ μεγάλη ταχύτητα ήτοι περίπου 140 χλμ./ώρα (άνω του κατώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 50χλμ./ανά ώρα) και αμέσως μετά, λόγω του ψιλόβροχου και της υψηλής ροπής που έδινε η μεγάλου κυβισμού μηχανή, αλλά και εξαιτίας της στιγμιαίας επαφής των δύο οχημάτων (μπροστινή δεξιά πλευρά με πίσω αριστερά πλευρά, αντίστοιχα), εκτράπηκε από την πορεία του και αφού διέσχισε πλαγιολισθαίνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγχρόνως έκανε περιστροφή προς αριστερά και στη συνέχεια προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του σε μεταλλικό ιστό φωτισμού και αμέσως μετά περιστράφηκε προς τα δεξιά και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό φτερό του αυτοκινήτου του σε δέντρο, με αποτέλεσμα το σώμα του να εκτιναχθεί έξω από το όχημά του προς τα δεξιά και να επέλθει ακαριαία ο θάνατος του διά του αποκεφαλισμού του.
Υπό τα δεδομένα αυτά η υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης για το θάνατο του Ι. Γ. προσδιορίζεται σε ποσοστό 60% και η συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού κατά την εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ένσταση της τρίτης εναγόμενης του άρθρου 300 ΑΚ προσδιορίζεται σε ποσοστό 40%........''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εκκαλούντων-αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 104/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η από 25-7-2018 (αριθ.
έκθ. κατάθ. ΜΕΙ 552/2018) αγωγή των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό του "οικείου" τους, κατά το αναφερόμενο σ` αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ, των άρθρων 12 παρ.1 και 5, 17 παρ.1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως το πραγματικό των διατάξεων προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα και δη του θανατωθέντος οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, Ι. Γ. και της οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Ε. Γ. και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο καθένας των ως άνω οδηγών που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι:
Α) η οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Ε. Γ., κινούμενη επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Λεωφόρου Σούδας Χανίων, με κατεύθυνση από Χανιά προς Σούδα, πίσω από το αυτοκίνητο του Ι. Γ., με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα και δη αυτή των 120 χλμ/ώρα και επιδεικνύοντας ανταγωνιστική οδηγική συμπεριφορά, επιχείρησε, κατ' επανάληψη, να προσπεράσει το ως άνω προπορευόμενο όχημα, σε οδό με διπλή διαχωριστική γραμμή που απαγόρευε την υπέρβαση, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να αποσπάσει, τη προσοχή του προπορευόμενου οδηγού Ι.
Γ., ο οποίος, στη προσπάθειά του να αντιδράσει στις ενέργειες της ως άνω οδηγού, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος και δίχως να έχει προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου του, ανέπτυξε και αυτός πολύ μεγάλη ταχύτητα περί τα 140 χλμ./ώρα και αμέσως μετά, λόγω του υγρού οδοστρώματος εξαιτίας βροχής και της στιγμιαίας επαφής του δεξιού άκρου του αυτοκινήτου της Ε.
Γ., με τον πίσω αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του Ι. Γ., εκτράπηκε από την πορεία του και αφού διέσχισε πλαγιολισθαίνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, έκανε περιστροφή προς αριστερά και προσέκρουσε με το μπροστινό αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του σε μεταλλικό ιστό φωτισμού και αμέσως μετά περιστράφηκε προς τα δεξιά και προσέκρουσε, με το μπροστινό δεξιό φτερό του αυτοκινήτου του, σε δέντρο, με αποτέλεσμα το σώμα του να εκτιναχθεί έξω από το όχημά του προς τα δεξιά και να επέλθει ακαριαία ο θάνατός του, Β) ο οδηγός του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, Ι. Γ., κινούμενος στην ως άνω οδό και με την ίδια κατεύθυνση, προκειμένου να αντιδράσει στις ενέργειες της παραπάνω οδηγού που τον ακολουθούσε, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,3 γραμ. ανά λίτρο αίματος, που σημαίνει ότι ο τελευταίος είχε μειωμένα αντανακλαστικά και αντίληψη κατά το χρόνο του ατυχήματος, με συνέπεια να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησης αυτού, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προ αποφυγή ατυχημάτων και έτσι, η υπερβαίνουσα τα όρια του επιτρεπτού, αλκοόλη που βρέθηκε στο αίμα του, συνετέλεσε αιτιωδώς στην οδηγική του συμπεριφορά και στη πρόκληση της σύγκρουσης και δίχως να έχει προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου του, ανέπτυξε και αυτός πολύ μεγάλη ταχύτητα περί τα 140 χλμ/ώρα, με επακόλουθο το προαναφερόμενο αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία πλημμέλεια της παράθεσης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον από τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές της σαφώς συνάγεται ότι: α) η οδηγός Ε. Γ., κινείτο στην ως άνω οδό και ακολουθούσε το προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ι.
Γ., με τον οποίο προηγουμένως συνδιασκέδαζαν σε διάφορα καταστήματα, μέχρι ώρα 03:40 π.μ., β) αυτή ανέπτυξε ξαφνικά, εντός κατοικημένης περιοχής, ταχύτητα περί τα 120 χλμ/ώρα και στη προσπάθειά της να ενεργήσει υπέρβαση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, εισήλθε, υπερβαίνοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δηλ.
αυτό προς Χανιά και λόγω και της ολισθηρότητας της οδού, το δεξιό άκρο του αυτοκινήτου της ήρθε σε επαφή με τον πίσω αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του Ι. Γ., γ) ο τελευταίος αυτός οδηγός, ο οποίος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,3 γραμ. ανά λίτρο αίματος και δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, ανέπτυξε επίσης ταχύτητα περί τα 140 χλμ/ώρα και μετά τη στιγμιαία επαφή των δύο αυτοκινήτων, λόγω και του υγρού οδοστρώματος, εκτράπηκε της πορείας του και επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα κατά τα προαναφερθέντα.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχονται στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, περί ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τον οδηγό του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, Ι. Γ., ο οποίος: α) οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, β) ως προς την κίνηση αυτού επί της οδού και γ) ως προς το εάν αυτός έφερε ζώνη ασφαλείας κατά την οδήγηση, είναι αβάσιμες ενόψει του ως άνω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (προσδιορίζοντας το ποσοστό αυτού) και ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας, πέραν του ότι με τις αιτιάσεις αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των ως άνω οδηγών, προσδιορίζεται δε η αμελής συμπεριφορά του οδηγού Ι.
Γ., καθόσον δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται ξεχωριστά για κάθε μια υπαίτια (αμελή πράξη ή παράλειψή του. Με βάση όλες τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχεται ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των κανόνων δικαίου που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρ. 559 αρ. 1α'και 19 του ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 272/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.
ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 301/2021). Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 380/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα αναιρετική δίκη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''....
κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο Ι. Γ., ηλικίας τότε ... ετών. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, γονείς του θανόντος, διέμεναν με τον θανόντα και τον τρίτο ενάγοντα (αδελφό του) υπό την ίδια στέγη, έχοντας αναπτύξει στενούς συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ τους. Η δε τέταρτη εναγόμενη, γιαγιά του θανόντος είχε ομοίως αναπτύξει με αυτόν στενό συναισθηματικό δεσμό.
Επομένως, οι εναγόμενοι και οικείοι του θανόντος υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατο του τελευταίου. Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, για την ικανοποίηση της ψυχικής τους αυτής οδύνης, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας που προαναφέρθηκαν και του θανάτου κατά την αδικοπραξία αυτή του ανωτέρω συγγενούς τους, του είδους της προσβολής την οποία υπέστησαν, του βαθμού υπαιτιότητας της πρώτης εναγόμενης και του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος στη πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και στις συνέπειες του και των λοιπών στοιχείων τα οποία εκτέθηκαν για αυτούς, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των φυσικών προσώπων από τους διαδίκους και του βαθμού συγγένειας των εναγόντων με τον θανόντα, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, απαιτούνται τα εύλογα ποσά των 50.000 ευρώ για τον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, το ποσό των 50.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και το ποσό των 30.000 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα......'' .
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων-αναιρεσίβλητων λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν για το θανάσιμο τραυματισμό του 21 ετών Ι. Γ., γιό των πρώτου και δεύτερης, αδελφό του τρίτου και εγγονού της τέταρτης των εναγόντων, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και το βαθμό συντρέχουσας αμέλειας του ιδίου (θανόντος) στην πρόκληση του ατυχήματος αλλά και στις συνέπειές του, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος, βασιζόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος (τέταρτος) αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί.
Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτή, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, μετά το ν. 4055/2012, λόγο για την κατ` εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 597/2023, ΑΠ 1185/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 1039/2021, ΑΠ 609/2020).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την επίκληση, κατ` εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει (εις ολόκληρο) σε καθένα των αναιρεσίβλητων, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη χρηματικά ποσά με το τόκο επιδικίας κατ` άρθρο 346 του ΑΚ και όχι με τον τόκο υπερημερίας κατ` άρθρ. 345 του ίδιου Κώδικα που αυτή ζήτησε με τις από 10-10-2019 προτάσεις της, καθόσον οι αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσίβλητων αφορούν και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας καθορίζεται, κατ` εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο και η ίδια ευλόγως αντιδίκησε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ορθά εφάρμοσε, καθόσον δέχθηκε, απορρίπτοντας (σιωπηρά) τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγόμενης-αναιρεσείουσας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της τελευταίας από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, χωρίς να περιέχεται και παραδοχή ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή των εδαφίων δ` και ε` του άρθρου 346 του ΑΚ, δηλ.
δέχθηκε ότι δεν συντρέχει το εύλογο της αντιδικίας, που, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, είναι το μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας και ως εκ τούτου εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθώς εφάρμοσε, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου (γιατί δεν διέλαβε αιτιολογίες), τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1342/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 31-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 34/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 81/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ