Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of claim based on res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's lawsuit on grounds of res judicata. The plaintiff had previously sued for the removal of a mortgage and damages for defamation and legal harassment, but the appellate court upheld the lower court's dismissal. The court ruled that the appellate court correctly applied the principle of res judicata, finding the appellant's arguments regarding the validity of the prior judgment to be unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 176, 183, 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata bars a new lawsuit on the same subject matter if the same parties have already litigated the issue in a final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1854 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1854/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "... Α.Ε." και ως καθολικής διαδόχου της "... Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 1038/2009 εν μέρει οριστική και 5622/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2027/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει τις 5622/2010 και 1038/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος των παραπάνω αποφάσεων στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε τις αποφάσεις αυτές, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν τις εν λόγω αποφάσεις.
Εκδόθηκε η 658/2016 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2016 αίτησή της και τους από 15-3-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 658/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη υπ' αριθ. 982/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου την από 15.2.2006 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από προηγηθείσα αναίρεση (με την υπ' αριθ. 2027/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου) των υπ' αριθ. 1038/2009 και 5622/2010 αποφάσεων του ίδιου Εφετείου οι οποίες, απορρίπτοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας, επικύρωσαν την ως άνω πρωτόδικη που είχε απορρίψει την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης η αναιρεσείουσα με το από 15.3.2017 ιδιαίτερο δικόγραφο άσκησε ως προς το προσβαλλόμενο με την αίτηση κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως πρόσθετους λόγους (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 2028/2014).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που τέθηκε σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ' αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997).
Η εκ του δεδικασμένου απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1286/2011).
Εξαίρεση από τη διπλή αυτή δέσμευση δικαιολογείται όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΑΠ 128/2008) ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης (ΑΠ 226/2001).
Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα (Ολ ΑΠ 10/2002).
Περαιτέρω, η αδικαιολόγητη και κακόβουλη άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας την απαίτησή του υποθήκης, μολονότι η απαίτησή του αποσβέσθηκε, συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και τον υποχρεώνει σε αποζημίωση του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη ζημία που αυτός αιτιωδώς υπέστη σε δικαίωμά του ή έννομο συμφέρον του.
Τέτοια είναι και η ζημία που η άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προκαλεί στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου εξ αιτίας στην περίπτωση αυτή της αδυναμίας ή της περιορισμένης δυνατότητας του τελευταίου να διαθέσει το ακίνητό του προς όφελος της περιουσίας του (ΑΠ 1002/1980). Ασφαλώς ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ, αν από την παράνομη και υπαίτια άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προσβλήθηκαν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του και υπέστη έτσι ηθική βλάβη.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 480-482, 914, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες όμως, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή και επομένως ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του, αφού τότε είναι αντίστοιχα ενιαία και η βλάβη που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.
Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 2027/2014).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτή, κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αποτελεί πλέον δεδικασμένο ότι η άρνηση της ... (οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη) να συναινέσει ήδη το Μάϊο του 1985 στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ένδικο ακίνητο της αναιρεσείουσας υποθήκης, που είχε εγγράψει σ' αυτό προς εξασφάλιση του χορηγηθέντος στην αναιρεσείουσα το έτος 1970 τοκοχρεωλυτικού δανείου των 170.000 δραχμών, καθώς και να άρει τις αναγκαστικές κατασχέσεις που είχε επιβάλλει στο ίδιο ακίνητο προς είσπραξη του ποσού του δανείου, μολονότι η αναιρεσείουσα της προσέφερε μετά την από μέρους της καταγγελία του δανείου το πράγματι οφειλόμενο το Μάϊο του 1985 ποσό των 57.903 δραχμών, ισχυριζόμενη κακόβουλα η δανείστρια τράπεζα ότι η οφειλή από το δάνειο υπερέβαινε δήθεν το ποσό του 1.000.000 δραχμές, συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί τότε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο, από την οποία η αναιρεσείουσα θα λάμβανε τίμημα 8.000.000 δραχμών και να προκληθεί έτσι σ' αυτή ζημία 10.000.000 δραχμών, αφού το ποσό αυτό θα εισέπραττε από την έντοκη κατάθεση του τιμήματος σε πιστωτικό ίδρυμα κατά το διάστημα από 1.6.1985 έως 31.5.1990 με επιτόκιο 25% κατά μέσο όρο ετησίως.
Περαιτέρω, εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η δανείστρια Τράπεζα και μετά το Μάϊο του 1985, στη συνέχεια δε και η διάδοχός της εναγομένη αρνήθηκαν εξακολουθητικά να λάβουν το πράγματι οφειλόμενο ποσό του δανείου, να συναινέσουν στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας αυτό υποθήκης, προβάλλοντας αβάσιμες απαιτήσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 1989 και Οκτώβριο του 2002, που πρόβαλαν απαιτήσεις καταβολής ποσών αντίστοιχα 1.343.866 και 15.000.000 δραχμών προς εξόφληση του δανείου, ενώ τα πράγματι οφειλόμενα ποσά ήταν τότε 85.260 και 170.000 δρχ.
Ότι συνεπεία της άρνησης αυτής ενεπλάκη η ενάγουσα σε μακροχρόνιο δαπανηρό και ψυχοφθόρο δικαστικό αγώνα, προκειμένου να επιτύχει την εξάλειψη τελικά της υποθήκης από το ακίνητό της, στα πλαίσια του οποίου η ως άνω δανείστρια Τράπεζα, παρόλο που γνώριζε το πραγματικό ύψος της δανειακής οφειλής της, την εμφάνιζε ψευδώς ως ασυνεπή οφειλέτρια πολύ μεγαλύτερων ποσών και κατ' αυτό τον τρόπο τη δυσφήμισε συκοφαντικά στον κοινωνικό της περίγυρο, αλλά και σε όσους έλαβαν γνώση των δικογράφων που αφορούν οι δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες ειδικότερα στην ένδικη αγωγή δικαστικές αποφάσεις.
Ότι με τη συμπεριφορά της αυτή, που συνιστά επίσης αδικοπραξία, προκάλεσε ηθική βλάβη σ' αυτήν, υπό την έννοια ότι προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της ως προς την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ως προς την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου της. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της εξακολουθητική αδικοπραξία τα κατωτέρω αυτοτελώς ποσά και συγκεκριμένα:
α) από την άρνησή της ήδη από τον Μάιο 1985 έως και σήμερα να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης ποσό 100.000 ευρώ, β) για τις συκοφαντικές διαδόσεις σε βάρος της με το από 17-8-1989 έγγραφό της, με το οποίο αξίωνε την καταβολή του (πολλαπλάσιου σε σχέση με το πραγματικό) ποσού των 1.343.866 δρχ., ποσό 120.000 ευρώ και γ) για την εμπλοκή της στον προαναφερόμενο δικαστικό αγώνα ποσό 100.000 ευρώ.
Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 658/2016 εφετειακή απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη υπ' αριθ. 982/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε εν τέλει η ένδικη ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. .../1970 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι. Κ. και της υπ' αριθ. .../1970 πράξης λήψης δανείου που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη Τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη, η τελευταία χορήγησε στην ενάγουσα στεγαστικό τοκοχρεολυτικό δάνειο, κεφαλαίου 170.000 δρχ., διάρκειας δέκα (10) ετών, το επιτόκιο του οποίου συμφωνήθηκε σταθερό σε ύψος 8% ετησίως.
Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ως άνω δανείου, η δανείστρια τράπεζα στις 6-5-1970 ενέγραψε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών πρώτη υποθήκη για το ποσό των 170:000 δρχ., στην υπό στοιχεία … αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία της ενάγουσας, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών … αριθ. … και … του Δήμου Αθηναίων, στον τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο της κειμένης εκεί πολυωρόφου οικοδομής.
Στις 22-6-1972, η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα επιταγή προς πληρωμή του ποσού των 192.946 δρχ., για κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις του χορηγηθέντος δανείου, επισπεύδοντας σε βάρος της τελευταίας αναγκαστική εκτέλεση. Στην ανωτέρω επιταγή η Τράπεζα εξέθετε ότι η ενάγουσα καθυστερεί την καταβολή τόκων κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας, χρεωλύτρων και ότι για το λόγο αυτό καταγγέλλει την σύμβαση, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο.
Στη συνέχεια και επειδή μεταξύ των διαδίκων ανέκυψε αμφισβήτηση ως προς το ύψος του οφειλομένου από την ενάγουσα ποσού, η τελευταία άσκησε την από 10-6-1989 αγωγή της, με την οποία ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι το οφειλόμενο απ' αυτή ποσό για το ληφθέν ανωτέρω δάνειο ανερχόταν στις 10-6-1989 στο ποσό των 85.260 δρχ.
και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας να της καταβάλλει το ποσό των 10.000.000 δρχ. για τη ζημία που υπέστη από την ματαίωση πώλησης του ως άνω ακινήτου της, εξ αιτίας της άρνησης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να δεχθούν το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό και να προβούν σε εξάλειψη της υποθήκης και άρση της κατάσχεσης που είχαν επιβάλει στο ακίνητό της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι α) το συνολικά οφειλόμενο από την ενάγουσα ποσό στις 10.6.1989 ήταν 85.260 δρχ, κατόπιν υπολογισμού των ποσών που είχαν μέχρι τότε καταβληθεί και υπολογιζόμενων των τόκων υπερημερίας, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο τραπεζικού δικαιοπρακτικού τόκου και β) αναγνώριζε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000.000 δρχ.
Με την από 18-10-2002 αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε μεταξύ των άλλων και την επιδίκαση σ' αυτήν ποσού 25.000.000 δρχ. για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την άρνηση της εναγόμενης ήδη από τον Μάιο 1985 και έκτοτε να εξαλείψει την ως άνω υποθήκη επί του προαναφερθέντος ακινήτου της, παρά το ότι η τελευταία γνώριζε ότι δεν της όφειλε κανένα ποσό δανείου το έτος 1998, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτού και το δικαίωμα προσωπικότητάς της, καθώς και ότι την εμφάνιζε ασυνεπή οφειλέτριά της συκοφαντώντας την δυσφημιστικά σε δικαστικούς επιμελητές και άλλους με την κοινοποίηση σ' αυτήν της από 4-5-1998 εξώδικης πρόσκλησης προ αυτήν για την καταβολή οφειλόμενους δανείου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε το ως άνω αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για τις πιο πάνω αιτίες ως ουσία αβάσιμο, παρά το ότι βασίστηκε στο δεδικασμένο της υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητης ως άνω απόφασης για την επιδίκαση σ' αυτήν της αιτηθείσας τότε πρόσθετης περιουσιακής της ζημίας.
Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη αφού με την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απερρίφθη έφεση της ενάγουσας με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ήθελε να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας διαδίδοντας σε τρίτους (δικηγόρους και δικαστικό επιμελητή) ψευδή γεγονότα ως προς την ύπαρξη του χρέους της προς αυτήν με την κοινοποίηση σχετικής εξώδικης δήλωσης, ούτε να περιορίσει το απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και διάθεσης επί του ακινήτου με τη διατήρηση της εγγραφής υποθήκης σ' αυτό και επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε πλήρη εξόφληση του πραγματικού χρέους της προς την εναγομένη για να μπορεί να ζητήσει την εξάλειψη της υποθήκης.
Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η από 28-12-2005 αγωγή της ίδιας ενάγουσας κατά της ίδιας εναγομένης με την οποίαν ζητήθηκε η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 90.000 ευρώ για την ίδια ως άνω ιστορική αιτία και λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της εναγομένης να εξαλείψει την ως άνω υποθήκη επί του προαναφερθέντος ακινήτου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την υπ' αριθ. 5872/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1472/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την υπ' αριθ. 2028/2014 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεχόμενη επί πλέον ότι στην άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στη διαγραφή της ως άνω υποθήκης στο ακίνητο της εντάσσεται και η αποστολή της τότε από 4-5-1998 εξώδικης συκοφαντικής σε βάρος της δήλωσης της εναγομένης.
Τα ίδια δέχθηκε και απέρριψε σχετικό αίτημα της ενάγουσας για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την ίδια ιστορική και νομική αιτία η υπ' αριθ. 5801/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου την από 9-7-2007 αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης".
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, υπάρχει η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση του δεδικασμένου ως προς την αιτούμενη με την ένδικη αγωγή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης επί του ακινήτου της και την εξακολουθητική δήθεν συκοφαντική συμπεριφορά της εναγομένης ως προς την ισχυριζόμενη απ' αυτήν μη εξόφληση του δανείου με την επίδοση σ' αυτήν της από 17-8-1989 εξώδικης όχλησής της, καθώς και την εμπλοκή της σε δικαστικό αγώνα, που συνεπάγεται προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και του δικαιώματος κυριότητάς της επί του ακινήτου της.
Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό απέρριψε εν τέλει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεχόμενο ως βάσιμη την περί αυτού ένσταση της εναγομένης. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον με την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε το σύνολο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που αποτελεί το νόμιμο λόγο των ζητούμενων αυτοτελώς τριών ποσών χρηματικής ικανοποιήσεως, δηλαδή ως ενιαίο βιοτικό συμβάν με περισσότερες από μία εξακολουθητικές προσβολές, που ωστόσο εμφανίζουν ενότητα, και επομένως κρίθηκαν όχι μόνο η άρνηση του δανειστή ήδη από το 1985 να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης από το ακίνητο της ενάγουσας λαμβάνοντας το πράγματι οφειλόμενο και προσφερόμενο ποσό, αλλά, ως απόρροια και προέκταση της άρνησης αυτής, επιπρόσθετα και ο εξαναγκασμός της ενάγουσας σε ψυχοφθόρο μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα για την εξάλειψη της υποθήκης, στα πλαίσια του οποίου δυσφημίστηκε συκοφαντικά εμφανιζόμενη ψευδώς ως ασυνεπής στις υποχρεώσεις της.
Εφόσον δε με την υπ' αριθ. 8119/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν κρίθηκε μέρος μόνον, αλλά η σύνολη αιτία θεμελιώσεως της αξιώσεως της αναιρεσείουσας για χρηματική ικανοποίηση, εμποδίζεται από το δεδικασμένο της απόφασης αυτής η άσκηση νέας αγωγής, όπως η ένδικη, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αυτοτελών και ιδιαίτερων ποσών χρηματικής ικανοποιήσεως εξ αιτίας της ίδιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.
Γι' αυτό άλλωστε, όπως προς ενίσχυση των κρίσεών της επικαλείται το Εφετείο, η από 28-12-2005 αγωγή της ίδιας ενάγουσας κατά της ίδιας εναγομένης με την οποία ζητήθηκε η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 90.000 ευρώ για την ίδια ως άνω ιστορική αιτία και λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της εναγομένης να εξαλείψει την ως άνω υποθήκη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την ίδια ως άνω (υπ' αριθ. 8119/2004) απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την υπ' αριθ. 5872/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1472/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την υπ' αριθ. 2028/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, εφόσον και το Εφετείο, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες, όμως, δεν επηρεάζουν την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, έτσι έκρινε, δηλαδή ότι η ένδικη αγωγή προσκρούει στο δεδικασμένο της υπ' αριθ. 8119/2004 προηγούμενης απόφασής του, πρέπει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος των κύριων και ο μοναδικός (ενιαία εκτιμώμενοι) των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να κρίνει απορριπτέα λόγω δεδικασμένου την ένδικη αγωγή.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες υπ' αριθ. 1-5 ισχυρισμούς της αναφορικά με την έκταση του ανωτέρω δεδικασμένου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη της θέσεώς της ότι οι αξιώσεις της, για τις οποίες άσκησε την υπό κρίση αγωγή, δεν ταυτίζονται με εκείνες που κρίθηκαν με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 8119/2004 διότι έκρινε ότι από την υπ' αριθ. 9732/1996 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επομένως δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτές.
Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο (επικουρικότερο) σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο έκρινε ότι από την υπ' αριθ. 9732/1996 και αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν παράγεται δεδικασμένο για τον παράνομο χαρακτήρα της άρνησης της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης ήδη από το Μάιο 1985, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η απόφαση αυτή έκρινε τελεσίδικα και αμετάκλητα, άρα με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγομένη τέλεσε την ανωτέρω αδικοπραξία και γι' αυτό αναγνωρίστηκε ότι της οφείλει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ματαίωση πώλησης του ως άνω ακινήτου της, εξ αιτίας της άρνησης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να δεχθούν το οφειλόμενο ποσό και να προβούν σε εξάλειψη της υποθήκης και άρση της κατάσχεσης που είχαν επιβάλει στο ακίνητό της.
Περαιτέρω όμως δέχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 8119/2004 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι παρά την ανωτέρω αδικοπραξία, δεν είναι βάσιμη η αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για το λόγο αυτό απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κύριου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις κυρίως μεν από τον αριθμό 8 και επικουρικά από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της το απορρέον από την υπ' αριθ. 5502/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεδικασμένο και συγκεκριμένα ότι το δάνειό της προς την εναγομένη εξοφλήθηκε ολοσχερώς συμψηφιστικά από 1.1.1991, άλλως δε ότι παρά το νόμο έκρινε ότι δεν γεννάται τέτοιο δεδικασμένο.
Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται στο απορρέον κατά τα ανωτέρω (διαφορετικό σε περιεχόμενο) δεδικασμένο και το οποίο ουδόλως θίγεται από το προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα δεδικασμένο περί της εξοφλήσεως του δανείου της.
Το δε δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αιτίαση ότι το Εφετείο, μη δεχόμενο ότι άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης ήδη από το Μάιο 1985 και η εξ αυτού εμπλοκή της σε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα κλπ συνιστά αδικοπραξία, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 919, 932, 1317, 1324-1328 ΑΚ και 362-363 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση και στα πλαίσια μίας τέτοιας έρευνας παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δεχόμενο δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις έκρινε την αγωγή απαράδεκτη, οπότε ο μόνος λόγος που ιδρύεται είναι αυτός του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κατά το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά το άρθρο 581 § 2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 137/2004).
Ούτε πάλι το δικαστήριο παραπομπής εμποδίζεται, μετά τη συμμόρφωσή του με την αναιρετική απόφαση, να απορρίψει την αγωγή δεχόμενο κάποια ουσιαστική ή δικονομική ένσταση του εναγομένου όπως εκείνη του δεδικασμένου.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 2027/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, κατά παραδοχή σχετικών λόγων της από 4.7.2011 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: α) αναίρεσε την υπ' αριθ. 5622/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους αρχικούς από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την πρώτη των αγωγικών αξιώσεών της, που αφορά στην επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 100.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την άρνηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να συναινέσει στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ακίνητό της υποθήκης, στη βάση όμως ειδικότερα όχι της συμψηφιστικής απόσβεσης της οφειλής της, αλλά σ' αυτή της άρνησης της δανείστριας τράπεζας να λάβει από την αναιρεσείουσα προς πλήρη εξόφληση του δανείου ήδη το Μάϊο του 1985 το πράγματι οφειλόμενο τότε και προσφερόμενο απ' αυτή ποσό των 57.903 δραχμών και β) αναίρεσε την υπ' αριθ. 1038/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους αρχικούς από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την δεύτερη και την τρίτη των αγωγικών αξιώσεών της, που αφορούν την επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης αφενός μεν 120.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από τις συκοφαντικές σε βάρος της αναφορές της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αφετέρου δε 100.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την αναγκαστική εμπλοκή της στο δικαστικό αγώνα με την αντίδικό της δανείστρια Τράπεζα.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 658/2016 προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε επί των ανωτέρω λόγων της κύριας εφέσεως και των προσθέτων λόγων της αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη δυνάμει του υπ' αριθ. .../1970 δανειστικού συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών I.
Κ. σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1970 πράξη λήψης δανείου του ίδιου συμ/φου, η τελευταία της χορήγησε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 170.000 δρχ. και ότι τον Ιούνιο 1972 η τελευταία κατήγγειλε τη δανειστική σύμβαση, κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όλο το δάνειο και της κοινοποίησε την από 22-6-1972 επιταγή συνολικού ποσού 192.946 δρχ.
Ότι η εναγόμενη αρνήθηκε μετά την από μέρους της καταγγελία του δανείου να λάβει προς πλήρη εξόφληση αυτού το πράγματι οφειλόμενο τότε και προσφερόμενο από την ενάγουσα ποσό των 85.260 δρχ. και να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας το δάνειο υποθήκης, ισχυριζόμενη κακόβουλα ότι η οφειλή από το δάνειο υπερέβαινε δήθεν το 1.000.000 δρχ.
Ότι η ως άνω συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας και ειδικότερα η άρνησή της να άρει τις αναγκαστικές κατασχέσεις που σε συνέχεια της υποθήκης επέβαλε στο ακίνητο της αναιρεσείουσας κρίθηκε με την υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του ΠΠρ. Αθηνών ότι συνιστά πράγματι αδικοπραξία και της αναγνωρίστηκε για την αιτία αυτή αποζημίωση 10.000.000 δρχ.
σε βάρος της εναγομένης, ενώ και μετά το Μάϊο του 1985 η δανείστρια αρχικά τράπεζα και η καθολική της διάδοχος αρνήθηκαν εξακολουθητικά να λάβουν το πράγματι οφειλόμενο ποσό του δανείου και να συναινέσουν στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας αυτό υποθήκης, προβάλλοντας αβάσιμες απαιτήσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 1989 και τον Οκτώβριο του 2002, που πρόβαλαν απαιτήσεις καταβολής ποσών αντίστοιχα 1.343.866 και 15.000.000 δραχμών προς εξόφληση του δανείου, ενώ τα πράγματι οφειλόμενα ποσά ήταν τότε 85.260 και 170.000 δραχμές.
Ότι συνεπεία της άρνησης αυτής της ως άνω δανείστριας τράπεζας και από υπαιτιότητά της ενεπλάκη η ενάγουσα σε μακροχρόνιο δαπανηρό και ψυχοφθόρο δικαστικό αγώνα, προκειμένου να επιτύχει την εξάλειψη τελικώς της υποθήκης από το ακίνητό της, στο πλαίσιο του οποίου η ως άνω δανείστρια τράπεζα, παρόλο που γνώριζε το πραγματικό ύψος της δανειακής οφειλής της την εμφάνιζε ψευδώς ως ασυνεπή οφειλέτρια πολύ μεγαλύτερων ποσών και κατ' αυτό τον τρόπο τη δυσφήμισαν συκοφαντικά στον κοινωνικό της περίγυρο, αλλά και σε όσους έλαβαν γνώση των δικογράφων που αφορούν οι δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες ειδικότερα στην ένδικη αγωγή δικαστικές αποφάσεις.
Ότι με τη συμπεριφορά της αυτή, που συνιστά επίσης αδικοπραξία, προκάλεσε ηθική βλάβη σ' αυτή, υπό την έννοια ότι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της ως προς την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ως προς την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου της. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία, δηλ.
α) από την άρνησή της ήδη από τον Μάιο 1985 έως και σήμερα να προβεί στην εξάλειψη της ως άνω υποθήκης το ποσό των 100.000 ευρώ, β) για τις συκοφαντικές διαδόσεις σε βάρος της με το από 17-8-1989 έγγραφό της, με το οποίο αξίωνε την καταβολή του ποσού των 1.343.866 δρχ., ενώ το πράγματι οφειλόμενο ήταν κατά 16 φορές μικρότερο, το ποσό των 120.000 ευρώ και γ) για την εμπλοκή της στον προαναφερόμενο δικαστικό αγώνα, το ποσό των 100.000 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη βασιζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και στο άρθρο 70 ΚΠολΔ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το δεύτερο και τρίτο ως άνω αίτημα ως μη νόμιμο και το πρώτο αίτημα ως ουσία αβάσιμο, στη βάση του ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα αδικοπραξία της εναγομένης συνίσταται στην άρνησή της να συναινέσει στην εξάλειψη της ως άνω υποθήκης επί του ακινήτου κειμένου στο Δήμο Αθηναίων οφείλεται μόνο στο γεγονός της συμψηφιστικής απόσβεσης της ασφαλισμένης με την εν λόγω υποθήκη απαίτησής της και της συνεπεία αυτής συκοφαντικής της δυσφήμησης και περαιτέρω της εμπλοκής της δικαστικά διαμάχη, ενώ στην αγωγή η επικαλούμενη αδικοπραξία της εναγομένης για την επιδίκαση της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης βασίζεται στην αδικαιολόγητη άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη της ως άνω υποθήκης, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και πρέπει κατά τους ουσία βάσιμους πρώτο και τρίτο λόγους της ένδικης έφεσης, του δεύτερου πρόσθετου λόγου του από 10-9-2008 δικογράφου και του πρώτου πρόσθετου λόγου του από 2-10-2015 δικογράφου να γίνει η έφεση δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προς το σκοπό να εξεταστεί και η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής με βάση την ως άνω ιστορική της αιτία".
Επομένως, το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε πλήρως προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση. Ακολούθως ως είχε δικαίωμα ερεύνησε και δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί δεδικασμένου, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την αγωγή. Επομένως, όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου κύριου λόγου (στο σύνολό του εκτιμώμενο) από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαΐου 2016 αίτηση, καθώς και τους από 15 Μαρτίου 2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 658/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 24 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ