Supreme Court refers first appeal ground to Full Bench regarding administrative pre-trial procedure necessity in public works contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially accepted the appellant's request to refer the first appeal ground to the Full Bench for further examination. The appellant argued that the mandatory administrative pre-trial procedure under Law 1418/1984 was unnecessary because the final certification account was implicitly approved after a two-month delay. The court recognized this as a significant legal issue concerning the validity of implicit approval and the necessity of pre-trial steps, necessitating a full review by the Full Bench.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12 and 13 of Law 1418/1984; The Supreme Court must refer a ground of appeal to the Full Bench when the necessity of the mandatory administrative pre-trial procedure for public works contracts is contested due to alleged implicit approval of the final account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1854 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1854/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΦΕΙΔΙΑ ΑΤΕΒΕ) που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πινακίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πτολεμαϊδας" που εδρεύει στην Πτολεμαΐδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιορδάνη Καλαφάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 19-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων και να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της αναγκαίας διοικητικής προδικασίας την από 24-12-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας για την καταβολή ποσού 45.339,27 ευρώ ως εργολαβικού ανταλλάγματος από την εκτέλεση συμβάσεως δημόσιου έργου για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, καθώς και ποσού 10.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/84, όπως τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 ν. 2940/01, καθιερώνεται, προ της ασκήσεως προσφυγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύστημα διοικητικής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση δημοσίου έργου, προβλέποντας ότι, κατά των πράξεων της διευθύνουσας υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομα συμφέροντα του αναδόχου, αυτός δικαιούται, μέσα σε τακτή προθεσμία, να ασκήσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή, και στη συνέχεια αίτηση θεραπείας ενώπιον του αρμόδιου Υπουργού.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13 του παραπάνω νόμου, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 του ν. 3481/2006, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, ορίζονται τα εξής: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. ... 3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης".
Περαιτέρω, το άρθρο 17 του π.δ/τος 171/1987, με το οποίο ρυθμίζονται τα της επίλυσης των διαφορών επί έργων εκτελουμένων από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προβλέπει ότι κατά κάθε πράξης (ήδη και παράλειψης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001) της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, την οποία ο ανάδοχος του έργου κρίνει βλαπτική των συμφερόντων του, δικαιούται να ασκήσει την ανωτέρω οριζόμενη διαδικασία (ένσταση, αίτηση θεραπείας) και τελικώς προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 8 του ίδιου νόμου (1418/1984) ορίζεται ότι: "Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.
Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί...". Περαιτέρω, στο άρθρο 40 του Π.Δ. 609/1985 ορίζεται ότι "1. Η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 ν. 1418/84 ή της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής συμβάσεως γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. 2. ... 7.
Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 ν. 1418/84. ... Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. ... 9.
Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης". Τέλος, το άρθρο 38 π.δ. 609/1985, που εφαρμόζεται και στα έργα των δημοτικών επιχειρήσεων, ορίζει στην παρ. 4 τα ακόλουθα: "Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων της παρ. 3.
Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις που έχουν ασκηθεί νόμιμα, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ' αυτόν να υποβάλλει νέες.
Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία ή γι' αυτές που τυχόν υποβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν απ' τον ανάδοχο πριν απ' τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται απ' τον ανάδοχο με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο".
Η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Η δίμηνη αυτή προθεσμία καθώς και η προαναφερόμενη μηνιαία τοιαύτη, που αφορά στους επιμέρους λογαριασμούς συμβάλλουν στην ταχεία περάτωση της σχετικής με τα δημόσια έργα διαδικασίας, έχει δε επανειλημμένα νομολογηθεί ότι είναι αποκλειστικές, με την έννοια ότι αν παρέλθει χωρίς η Διευθύνουσα Υπηρεσία να προβεί κατά τη διάρκειά τους στον έλεγχο των λογαριασμών και στην κοινοποίηση αυτού, στον ανάδοχο με τις τυχόν διορθώσεις, η τελική επιμέτρηση θεωρείται αυτοδικαίως εγκριθείσα και η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται πλέον να τη διορθώσει (ΑΠ 1644/2008, 1649/2008, ΣτΕ 2178/2009, 3406/2009).
Αντίθετη όμως είναι η 1199/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την οποία αν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, δεν θεωρείται αυτοδικαίως εγκριθείσα η τελική επιμέτρηση. Αντίστοιχα, και η 1208/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορά "μηνιαία" προθεσμία, δέχθηκε ότι αν δεν ορίζεται από ειδική διάταξη νόμου ρητά το αντίθετο, η άπρακτη πάροδος προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη ρύθμιση ορισμένης σχέσεως με την έκδοση σχετικής πράξεως, δεν συνιστά πλασματική αποδοχή, αλλά σιωπηρή απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος (πρβλ.
αντιθέτως ΑΕΔ 8/2004). Ενόψει δε της μέχρι τότε αντίθετης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας παρέπεμψε το ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση.
Εκδόθηκε σχετικά ήδη η 2494/2013 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, η οποία έκρινε ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, αυτός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση όμως διατηρεί την εξουσία, και μετά την παράλειψη της τασσομένης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητά ή σιωπηρά να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο.
Εξάλλου, ειδική διάταξη στο νόμο για τη σημασία της άπρακτης παρόδου προθεσμίας είναι αυτή του άρθρου 11 παρ. 2 ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 53 παρ. 4 και 55 παρ. 2 π.δ/τος 609/1985, σύμφωνα με τις οποίες αν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες σ' αυτά προθεσμίες για την προσωρινή και την οριστική παραλαβή δημόσιου έργου, οι παραλαβές αυτές θεωρούνται αυτοδικαίως συντελεσθείσες τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής οχλήσεως για τη διενέργειά τους.
Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες οι ρυθμίζουσες την ακολουθητέα προδικασία διατάξεις παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου" είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΑΠ 653/2010), προκύπτει ότι, κατά των βλαπτικών πράξεων ή παραλείψεων της Διοικήσεως, ο ανάδοχος οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/84 διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς και, μόνο, κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο, είτε κατά της πράξεως, στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε, είτε κατά της παραλείψεως εκδόσεώς της.
Όταν, όμως, δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως, αλλά, αντίθετα, περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως επί πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας περί εγκρίσεως λογαριασμού του έργου, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, ή αυτοδίκαιης έγκρισης τέτοιας πιστοποίησης, όπως νομολογιακά έχει κριθεί σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προβλεπόμενης προθεσμίας από την υποβολή της, τότε, στην περίπτωση που, στη συνέχεια, η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει τη σχετική απαίτησή του, το ένδικο βοήθημα με το οποίο ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την απαίτησή του, είναι η ευθεία αγωγή για αποζημίωση, η οποία εκδικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο (ΑΠ 2347/2009 - ΣτΕ 1701/2008, 1077/2010, 3432/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, η οποία ανέλαβε την κατασκευή του έργου "Εξωτερικό Υδραγωγείο - Επέκταση Εσωτερικού Δικτύου Ύδρευσης Πτολεμαΐδας", στις 25-11-1997 συνέταξε τον 6ο λογαριασμό, για την πληρωμή των αναφερόμενων σ' αυτόν εργασιών του παραπάνω έργου, ποσού 5.624.465 δρχ.
χωρίς Φ.Π.Α., τον οποίο όμως δεν υπέβαλε νομοτύπως προς έγκριση στην εναγομένη, ... Παρά ταύτα, με το υπ' αριθμ. 387/14-2-2000 έγγραφό της κάλεσε την εναγομένη να προβεί στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου καθώς και στην εξόφληση του προαναφερθέντος 6ου λογαριασμού. ... Στη συνέχεια, αφού προσκομίσθηκε από την ενάγουσα η από 30-11-2000 τελική επιμέτρηση, προέβη η εναγομένη στις 26-11-2002 ταυτοχρόνως στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, η δε ενάγουσα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 3942/28-11-2002 έγγραφό της υπέβαλε την 7η πιστοποίηση, με την οποία ζητούσε την εξόφληση του 6ου λογαριασμού μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α., συνολικού ποσού 6.636.869 δρχ., καθώς και την καταβολή νόμιμων τόκων υπερημερίας από τον Ιανουάριο 1996, ποσού 8.812.488 δρχ. Η εναγομένη με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1317/24-12-2002 (ορθώς 4317/24-12-2002) έγγραφό της επέστρεψε στην ενάγουσα ως απαράδεκτη την 7η πιστοποίηση, διότι η τελευταία δεν προσκόμισε τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία έγγραφα και παραστατικά στοιχεία [τιμολόγιο (για την καταβολή του Φ.Π.Α.), βεβαίωση Ι.Κ.Α., προκαταβολή φόρου, κρατήσεις υπέρ τρίτων, ΤΣΜΕΔΕ κ.λ.π.] και την κάλεσε να τα προσκομίσει, προκειμένου να προβεί στην εξόφληση της 6ης και τελευταίας πιστοποίησης του έργου.
Η ανωτέρω πράξη της εναγομένης - διευθύνουσας υπηρεσίας, με την οποία επιστράφηκε στην ενάγουσα η 7η πιστοποίηση για συμπλήρωση των συνοδευόντων αυτήν δικαιολογητικών, αρνούμενη την πληρωμή του παραπάνω λογαριασμού, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και ως βλαπτική των εννόμων συμφερόντων της ενάγουσας ήταν προσβλητή με τα ενδικοφανή μέσα του άρθρου 12 του ν. 1418/1984".
Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) δεν τήρησε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη διοικητική προδικασία και απέρριψε κατόπιν αυτού την αγωγή ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 13 παρ. 3 ν. 1418/1984, λόγω μη τηρήσεως της σχετικής προδικασίας.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή της λόγω μη τηρήσεως της ενδικοφανούς προδικασίας των άρθρων 12 και 13 ν. 1418/1984, παραβίασε τους κανόνες των άρθρων αυτών, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν, επειδή η προβλεπόμενη από τα άρθρα αυτά προδικασία δεν ήταν αναγκαία, λόγω του ότι ο τελικός λογαριασμός πιστοποίησης που υπέβαλε στη διευθύνουσα υπηρεσία είχε αυτοδικαίως εγκριθεί, μετά την άπρακτη πάροδο μηνός (προφανώς εννοεί πάροδο δύο μηνών) από την υποβολή του, και θα έπρεπε να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Με δεδομένο ωστόσο ότι αμφισβητείται ήδη νομολογιακά αν συνιστά πλασματική αποδοχή με αντίστοιχη διαπλαστική ενέργεια η άπρακτη πάροδος προθεσμίας, που έχει ταχθεί για τη ρύθμιση ορισμένης σχέσεως με την έκδοση προς το σκοπό αυτό σχετικής πράξεως, και επομένως αμφισβητείται έτσι και η δυνατότητα σιωπηρής (αυτοδίκαιης) εγκρίσεως του λογαριασμού πιστοποίησης, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο συνέχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι' αυτό πρέπει ως προς το λόγο αυτό η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τα άρθρα 563 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ' και δ' Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί ειδικότερα αν η άπρακτη παρέλευση δύο μηνών από την υποβολή του τελικού λογαριασμού πιστοποίησης προς έγκριση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής δημόσιου έργου συνεπάγεται υπό το καθεστώς του π.δ/τος 609/1985 τη σιωπηρή (αυτοδίκαιη, πλασματική) έγκριση του οικείου λογαριασμού, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν συντρέχουν ή όχι όλα τα αναγκαία για τη σύννομη κατάρτισή του στοιχεία.
Κατά τα λοιπά, ως προς τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι: α) δεν αναφέρει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σ' αυτήν η βλαπτική πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας, ώστε να κριθεί το αυτοδίκαιο ή μη της εγκρίσεως του λογαριασμού, β) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας, παρά το ότι ούτε με την πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας, με την οποία απέρριπτε το σχετικό λογαριασμό, ούτε με συνοδευτικό αυτής έγγραφο, της γνωστοποιήθηκε η πρόβλεψη της ενδικοφανούς προσφυγής, το όργανο ενώπιον του οποίου θα έπρεπε να την ασκήσει καθώς και η προθεσμία για την άσκησή της, και γ) παρέλειψε να ερευνήσει τη συνδρομή αυτής της προϋποθέσεως, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να τους κρίνει, μετά την έκδοση αποφάσεως από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ