Legislator Case Law & Legislation
1854/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against termination of indefinite employment contracts citing Article 281 of the Civil Code.

Case Number 1854/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's decision to annul five indefinite employment contracts. The company argued the dismissal lacked objective criteria, but the court found the employees were dismissed based on legitimate service and social criteria. The court held that the Second Instance Court correctly applied Article 281 of the Civil Code and rejected the appeal's claim regarding unmentioned facts as they were part of the evidentiary process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 669 of the Civil Code; The employer's right to terminate indefinite-term employment contracts is not unlimited and must comply with the restrictions of Article 281 of the Civil Code regarding objective criteria and good faith.

Keywords

AI generated
termination of employment indefinite term contract objective criteria good faith principle appeal dismissal labor law civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 669 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1854 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1854/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ ΑΒΕ", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Πετρόπουλος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4 του Σταματίου και 5) Ψ5, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.04.2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2001 του ίδιου δικαστηρίου και 40/2003 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26.05.2003 αίτησή της και τους από 11.06.2003 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 677/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Εκδόθηκε η 249/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουνίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 22.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ ....., ....., ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Χαλκίδας ....., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης και μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα τόσο του μισθωτού όσο και του εργοδότη. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε, αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος, να καταβάλλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων, που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού, για λόγους, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη δεν ελέγχεται, κατ' αρχήν, από τα δικαστήρια, ως προς την επιλογή του ή των εργαζομένων, που κρίθηκαν απολυτέοι.

Ελέγχεται, όμως, αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων εργαζομένων, ως εσχάτου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου, ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα ο εργοδότης οφείλει, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου, από άποψη προσόντων, υπηρεσιακής απόδοσης και ικανότητας, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας καθώς και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας και, γενικά, η άσκηση του δικαιώματος αυτού εκ μέρους του εργοδότη να γίνεται με μεγάλη φειδώ και κατά τρόπο, που να έχει τις, κατά το δυνατόν, ηπιότερες συνέπειες για τους μισθωτούς, που απασχολεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ Δικ. η αγωγή, για να είναι ορισμένη και, συνεπώς, παραδεκτή, πρέπει, εκτός από τα στοιχεία, που αναφέρονται στα άρθρα 118 ή 117, να περιέχει:α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ορισμένη, επομένως, είναι η αγωγή, που περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για να θεμελιώσουν το πραγματικό της διατάξεως, της οποίας ζητείται η εφαρμογή, με συνέπεια, εφόσον αυτά αποδειχθούν ως αληθή, να έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική ευδοκίμησή της. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από 15-4-2000 αγωγή τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, με βάση τις σ' αυτήν αναλυτικά αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προσλήφθηκαν από τη εναγομένη εταιρία, η οποία διατηρεί στην περιοχή .....

εργοστάσιο παραγωγής μπισκότων και συναφών ειδών, προκειμένου να απασχοληθούν στην εν γένει παραγωγική διαδικασία της εν λόγω επιχείρησής της. Ότι η εναγόμενη την 31-1-2000 κατήγγειλε τις συμβάσεις τους αυτές. Ότι η καταγγελία αυτή (μετά πάροδο πλέον των δέκα ετών από την πρόσληψη τους) έγινε καταχρηστικά, για τους αναφερομένους στην αγωγή αναλυτικά, λόγους και ειδικότερα, καθόσον δεν την δικαιολογούσαν λόγοι οικονομοτεχνικοί ή άλλης φύσεως (υπηρεσιακή τους απόδοση και εν γένει συμπεριφορά ), που να επιβάλλουν την απόλυσή τους.

Επίσης (αναφέρεται) ότι η εναγομένη δεν έλαβε υπόψη της, για την καταγγελία αυτή, τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας και της οικονομικής και οικογενειακής, εν γένει καταστάσεώς τους, σε σχέση με άλλους εργαζομένους (που τα ονόματά τους αναφέρονται), των οποίων δεν κατήγγειλε τις συμβάσεις, κατά τα αναλυτικότερα στην αγωγή αναφερόμενα Ότι η επικληση, από αυτή οικονομοτεχνικών λόγων είναι προσχηματική, καθόσον δεν υπήρχε "πλεόνασμα προσωπικού και δεν εδικαιολογείτο ουδεμία, για λόγους τέτοιους απόλυση", σε κάθε δε περίπτωση, αν ακολουθούσε τα ως άνω κριτηρια (κοινωνικά, οικονομικά), δεν θα έπρεπε να απολύσει αυτούς, αλλά άλλους εργαζομένους, έναντι των οποίων αυτοί πλεονεκτούσαν, κατά τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα.

Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) να αναγνωρισθεί ως άκυρη η ως άνω καταγγελία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας, καθόσον δεν αποδέχεται τις (προσηκόντως) προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Η αγωγή αυτή, με το ως άνω περιεχόμενο είναι ορισμένη και νόμιμη (και συνεπώς, παραδεκτή), ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, για τη νομική βασιμότητά της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης και, επομένως, το εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια και να απορρίψει ως αβάσιμο τον περί αοριστίας της ισχυρισμό της (τότε) εκκαλούσας (και ήδη αναιρεσείουσας), ορθά έκρινε και, επομένως, ο εκ του άρθρου 559 περ. 14 πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 249|2006 απόφασή του, το δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών-μεταβατική έδρα Χαλκίδας) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ Α.Β.Ε.", υποκαθιστάμενη, λόγω συγχώνευσης, από την καθολική διάδοχό της, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕLBISCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην περιοχή .....

εργοστάσιο παραγωγής μπισκότων και λοιπών συναφών ειδών, προσέλαβε τους Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5, δεύτερη, τέταρτο, πέμπτο, έβδομη και όγδοη των εναγόντων, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστούν στα τμήματα παραγωγής του εργοστασίου της ως εργάτες παραγωγής και συγκεκριμένα τη δεύτερη ενάγουσα στις 16-9-1991, τον τέταρτο ενάγοντα στις 11-11-1991, τον πέμπτο ενάγοντα στις 12-5-1986, την έβδομη ενάγουσα στις 9-9-1991 και την όγδοη ενάγουσα στις 21-9-1982.

Έκτοτε οι ενάγοντες, ήτοι από το χρόνο πρόσληψής του ο καθένας, εργάστηκαν στα τμήματα παραγωγής μπισκότων του εργοστασίου της εναγομένης μέχρι 31-1-2000 η δεύτερη, ο τέταρτος και η έβδομη και 9-2-2000 ο πέμπτος και η όγδοη, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας και τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.

Στην ενέργεια αυτή προέβη η εναγομένη, διότι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999, τοποθέτησε και λειτούργησε στο εργοστάσιο της νέα γραμμή παραγωγής γεμιστών μπισκότων με σύγχρονα μηχανήματα, τα οποία αντικατέστησαν την παλιά (γραμμή). Η εν λόγω επιχειρηματική απόφαση, που λήφθηκε από την εναγομένη στα πλαίσια της διεύθυνσης και οργάνωσης της επιχείρησής της, είχε ως συνέπεια να μειωθούν, ως μη αναγκαίες, δέκα πέντε θέσεις εργασίας, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, δηλαδή συνέτρεξαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, ως μέτρο αναδιαρθρωτικό του τμήματος παραγωγής του εργοστασίου της που κατέστησαν αναγκαία την απόλυση των εναγόντων.

Περαιτέρω, σε σχέση με την ορθή ή μη επιλογή προς απόλυση των εναγόντων αποδείχθηκαν τα εξής: α) η δεύτερη ενάγουσα, κατά το χρόνο της απόλυσής της (31-1-2000) ήταν 28 ετών (γεννήθηκε τα έτος 1972), άγαμη και προσλήφθηκε από την εναγομένη, όπως προεκτέθηκε, στις 16-9-1991, β) ο τέταρτος ενάγων, κατά το χρόνο της απόλυσής του (31-1-2000) ήταν 37 ετών (γεννήθηκε το έτος 1963), έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-11-1991, γ) ο πέμπτος ενάγων, κατά το χρόνο της απόλυσής του (9-2-2000) ήταν 38 ετών (γεννήθηκε το έτος 1962), έγγαμος, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων και προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 12-5-1986, δ) η έβδομη ενάγουσα, κατά το χρόνο της απόλυσής της (31-4-2000) ήταν 43 ετών (γεννήθηκε το έτος 1957), έγγαμη, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων και προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 9-9-1991 και ε) η όγδοη ενάγουσα, κατά το χρόνο της απόλυσής της (9-2-2000) ήταν 40 ετών (γεννήθηκε το έτος 1960), έγγαμη, μητέρα τρων ανήλικων τέκνων και προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 21-9-1982.

Κατά τους χρόνους απόλυσης των εναγόντων, συγχρόνως με αυτούς, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, εκτός των άλλων και δέκα τέσσερις εργαζόμενοι ως εργάτες παραγωγής, όπως και οι ενάγοντες. Οι εργαζόμενοι αυτοί είναι α) ο α, που γεννήθηκε το έτος 1973, άγαμος, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 14-10-1993, β) ο Β, που γεννήθηκε το έτος 1969, άγαμος, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 23-5-1994, γ) η Γ, που γεννήθηκε το έτος 1975, άγαμη, η οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-8-1999, δ) η Δ, που γεννήθηκε το έτος 1972, άγαμη, η οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-8-1999, ε) η Ε, που γεννήθηκε το έτος 1969, άγαμη, η οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη σης 11-10-1993, στ) ο ΣΤ, που γεννήθηκε το έτος 1973, άγαμος, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-10-1993, ζ) ο Ζ, που γεννήθηκε το έτος 1968, άγαμος ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 23-8-1989, η) ο Η, που γεννήθηκε το έτος 1964, άγαμος, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3-54999, θ) ο Θ, που γεννήθηκε το έτος 1971, άγαμος ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 1-9-1994, ι) ο Ι, που γεννήθηκε το έτος 1971, άγαμος ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-4-1994, ία) ο ΙΑ, που γεννήθηκε το έτος 1969, άγαμος ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 10-2-1992, ιβ) η ΙΒ, που γεννήθηκε το έτος 1977, άγαμη, η οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-8-1999, ιγ) η ΙΓ, που γεννήθηκε το έτος 1971, άγαμη, η οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 16-84999 και ιδ) ο ΙΔ, που γεννήθηκε το έτος 1965, άγαμος, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 1-94988.

Με αυτά τα δεδομένα, οι ενάγοντες Ψ3 και Ψ5, ήταν αρχαιότεροι και μεγαλύτερης ηλικίας των ανωτέρω εργαζομένων, που διατηρήθηκαν στις θέσεις τους και είχαν περισσότερα οικονομικά βάρη, ως έγγαμοι και ο μεν πρώτος πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, η δε δεύτερη μητέρα τριών ανήλικων τέκνων. Το γεγονός και μόνο, ότι η σύζυγος του Ψ3 εργαζόταν στην εναγομένη και συνεισέφερε οικονομικά στα οικογενειακά βάρη, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόλυσή του, λόγω των αυξημένων εξόδων, που είχε να αντιμετωπίσει, ως πατέρας δύο ανήλικων τέκνων.

Οι ενάγοντες Ψ2 και Ψ4 ήταν αρχαιότεροι των εργαζομένων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Η, Θ, Ι, ΙΑ, ΙΒ και ΙΓ, μεγαλύτερης ηλικίας αυτών και είχαν περισσότερα οικονομικά βάρη, ως έγγαμοι και ο μεν πρώτος πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, η δε δεύτερη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων. Προβάδισμα έναντι τους είχαν ως προς την αρχαιότητα μόνο οι εργαζόμενοι Ζ και ΙΔ τούτο, όμως, αντισταθμίζεται από την υπέρ των άνω εναγόντων (Ψ2 και Ψ4) διαφορά στα οικογενειακά βάρη και την ηλικία.

Η ενάγουσα Ψ1 ήταν άγαμη και μικρότερης ηλικίας όλων των εργαζομένων, που διατηρήθηκαν, τούτο, όμως, δεν αρκεί για την επιλογή της ως απολυτέας καθόσον υπερείχε των εργαζομένων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Η, Θ, Ι, ΙΑ, ΙΒ και ΙΓ, επίσης αγάμων, ως προς την αρχαιότητα, η οποία θεμελιώνει και ενισχύει το "δικαίωμα στη θέση εργασίας", στην προστασία και διαφύλαξη του οποίου, ως μέσου βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και προσωπικής υπόστασης του μισθωτού, στοχεύουν τόσο οι νομοθετικοί, όσο και νομολογιακοί περιορισμοί της καταγγελίας (βλ.

Δ. Ζερδελή, το δίκαιο της καταγγελίας). Η αποδοτικότητα στην εργασία των εναγόντων Ψ2 και Ψ3ήταν ικανοποιητική και ίδια με αυτήν των εργαζομένων, που διατηρήθηκαν. Επίσης, αποδείχθηκε ότι παρατηρήθηκαν από την εναγομένη, δια των αρμοδίων οργάνων της, οι ενάγουσες Ψ4 και Ψ1, για αδικαιολόγητες απουσίες το έτος 1998 και η ενάγουσα Ψ5 για αδικαιολόγητες απουσίες τα έτη 1998 και 1999.

Επί πλέον η ενάγουσα Ψ1 το έτος 1997 τιμωρήθηκε με δύο ημέρες αργία, λόγω άρνησης εκτέλεσης εντολής του προϊσταμένου της βάρδιας ΙΕ και με τρεις ημέρες αργία το έτος 1998, διότι φιλονίκησε με την εργαζόμενη ΙΣΤ. Οι εν λόγω παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων των ανωτέρω εναγουσών και κυρίως οι αδικαιολόγητες απουσίες, που σχετίζονται με την απόδοση τους στην εργασίας δεν ήταν τόσο ουσιώδεις, για να δικαιολογήσουν τον παραμερισμό όλων των άλλων στοιχείων, που προεκτέθηκαν και.

αφορούν αυτές, οι δε σχετικές με τη συμπεριφορά τους δεν προκάλεσαν τέτοια (σοβαρή) όξυνση στις σχέσεις τους με την εναγομένη και τους άλλους εργαζομένους, ώστε να εκλείπει το αναγκαίο, για την ομαλή λειτουργία των συμβάσεων εργασίας, πνεύμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης και να διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία και η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

Στην αντίθετη περίπτωση οι παραβατικές συμπεριφορές, μερικές από τις οποίες ανάγονται τα έτη 1997 κι 1998, θα είχαν ήδη αποτελέσει πραγματικό κίνητρο για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας εκ μέρους της εναγομένης, από τότε που διαπιστώθηκαν. Γι' αυτό και αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά με γραπτές παρατηρήσεις και αργία.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων Ψ3 ήταν εργάτης καθαρισμού και όχι παραγωγής, δεν αποδείχθηκε. Και ναι μεν στο μητρώο προσωπικού της εναγομένης αναγράφεται ως εργάτης καθαρισμού, όμως, στο ίδιο μητρώο αναγράφονται ως εργάτριες συσκευασίας οι ενάγουσες Ψ4 και Ψ5, ενώ πρόκειται για εργάτριες παραγωγής, όπως οι ίδιες επικαλούνται στην αγωγή, χωρίς αυτό να αμφισβητείται από την εναγομένη, παρά την άνω διαφορετική αναγραφή.

Συνεπώς, μόνο η αναγραφή του ενάγοντος Ψ3 στο μητρώο προσωπικού της εναγομένης ως εργάτη καθαρισμού, δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου τινός, ότι δεν ασκούσε διαφορετικό είδος εργασίας και μάλιστα αυτό του εργάτη παραγωγού. Ακόμη, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η εργαζόμενη Δ προσλήφθηκα το μήνα Αύγουστο του έτους 1998, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ως εποχική και απασχολήθηκε (μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους, δεν αποδείχθηκε, αφού η τελευταία περιλαμβάνεται στο μητρώο προσωπικού της εναγομένης, που υποβλήθηκε στο σώμα επιθεώρησης εργασίας στις 15-10-1999 με ισχύ μέχρι 15-5-2000.

Ο ίδιος ισχυρισμός, όσον αφορά την εργαζόμενη Γ, επίσης, δεν αποδείχθηκε, διότι περιλαμβάνεται στα μητρώα προσωπικού της εναγομένης, που υποβλήθηκαν στο σώμα επιθεώρησης εργασίας στις 15-10-1999 και στις 15-10-2000, με ισχύ μέχρι 15-5-2000 και 31-5-2001 αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση τέτοια απασχόληση (εποχική) δεν προέκυψε κατά τους χρόνους καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, παρά μόνο από 21-3-2000 και εφεξής (βλ.

την από 24-3-2000 αναγγελία πρόσληψης, που υποβλήθηκε στον Ο.Α.Ε.Δ.). Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, που είναι σχετικοί με τις νέες προσλήψεις εργαζομένων, δηλαδή μετά την απόλυση των εναγόντων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον συνδέονται με την απορριφθείσα, προς όφελος της πρώτη βάση της αγωγής".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με το να δεχθεί περαιτέρω, ότι η απόλυση των εναγόντων δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγομένη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα υπηρεσιακά (αρχαιότητα και αποδοτικότητα) και κοινωνικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση), υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για κάθε ενάγοντα έναντι των άλλων εργαζομένων, να καταλήξει στην επιλογή, προς απόλυση αντ' αυτών (εναγόντων) πέντε από τους δέκα τέσσερις εργαζομένους, που διατηρήθηκαν, ως προς τους οποίους το μέτρο, θα ήταν λιγότερο επαχθές και ότι, κατ' ακολουθίαν, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, απορρίπτοντας έτσι, την έφεση της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά έκρινε και ουδένα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου παραβίασε και ειδικότερα αυτόν του άρθρου 281 Α.Κ., η δε προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς προς τούτο αιτιολογίες, οι οποίες πλήρως στηρίζουν το διατακτικό αυτής.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση, κατά τους, εκ του άρθρου 559 περ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους της, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Κατά το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι έλαβε υπόψη της πράγματα, που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και ειδικότερα την ηλικία των αναφερομένων στην αίτηση εναγόντων, καθώς και την αποδοτικότητά τους, πράγματα, τα οποία δεν αναφέρονταν στην αγωγή τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια του νόμου, αλλά για περιστατικά, των οποίων η διακρίβωση αποτελεί αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο, κατά την εν γένει αποδεικτική διαδικασία και προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας ερήμην των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 5-6-2007 αίτηση της εταιρίας "ELBISCO", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 249/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ