Legislator Case Law & Legislation
1854/2007 AI generated

1854/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1854/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1854/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1854 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1854/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τζεβελέκο.

Των αναιρεσίβλητων:1. Ψ1 2. Ψ2 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη, 3. Ψ3 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 4. Ψ4, ως παρεμβάντος στη δευτεροβάθμιο δίκη προσθέτως υπέρ των αντιδίκων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Χατζηανδρέου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 24-9-1997 ανταγωγή και την από 6-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/1998 προδικαστική, 9/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 193/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από την υπ' αριθμ. ............... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου .............., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α΄ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, θα πρέπει σ' αυτόν να προσδιορίζεται, όχι μόνο η ουσιαστική διάταξη νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά και το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή, θεωρούνταν ορισμένος ο σχετικός λόγος θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής της διάθεσης ( άρθρο 106 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με πληρότητα , ποιές είναι οι αιτιολογίες που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση και να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση τις οποίες δεν περιέχει.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1και 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1120, 1121 και 1045 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο εφάρμοσε, κατ' αυτήν, εσφαλμένα, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κτήσης από τις αρχικώς αντενάγουσες πραγματικής δουλείας διόδου επί της επίδικης αυλής, με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, με το λόγο αυτό, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι " οι αντενάγουσες Ψ1, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και .........., καθολική δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ψ2, χρησιμοποιούσαν την επίδικη αυλή τουλάχιστον από το έτος 1950, προκειμένου να μεταβαίνουν μέσω αυτής στη διερχόμενη νοτιοδυτικά του ακινήτου τους δημοτική οδό, χρήση που αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν ότι από το έτος αυτό μίσθωναν επί μέρους τμήματα του ακινήτου των αντεναγουσών και ότι αυτές και οι εκάστοτε καταστηματάρχες, μετά των πελατών τους, διέρχονταν από την επίδικη αυλή, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν" και ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι οι αντενάγουσες απέκτησαν υπέρ του ακινήτου τους, με έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα πραγματικής δουλείας διελεύσεως επί της επίδικης αυλής της αντεναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, υπέπεσε στις από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί δέχθηκε ότι οι αντενάγουσες απέκτησαν το δικαίωμα αυτό (πραγματικής δουλείας) με λιγότερες προϋποθέσεις από εκείνες που απαιτεί ο νόμος και επιπλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.

Έτσι, όμως, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι : α) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παράβαση κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προπαρατέθηκαν, και β) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει , τις οποίες δεν περιέχει, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262,269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, αποτελούν"πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β΄του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, ότι δηλαδή πληροί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.

Εάν όμως και με τα επί μέρους περιστατικά που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας δεν υφίστατανται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει εγκαίρως την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του από την επίμαχη δουλεία δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης και της καθολικής δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης να χρησιμοποιούν την επίδικη αυλή της ως δίοδο, προς στήριξη της οποίας επικαλέσθηκε, εκτός από το περιστατικό ότι η διέλευση τρίτων από την αυλή αυτή θα καταστήσει ανασφαλή την οικία της, ότι :

α) η ένδικη αγωγή ασκήθηκε από κακότητα και εκδικητικότητα και β) οι αντίδικοί της δεν έχουν ανάγκη διελεύσεως δια της αυλής της, καθόσον οι περί την πλατεία της ........... αποθήκες τους εξυπηρετούνται από το εκ πέντε περίπου μέτρων άνοιγμα της πλατείας προς την κεντρική οδό που οδηγεί από το λιμένα προς το Ειρηνοδικείο Νάξου.

Προβάλλει δε ακολούθως η αναιρεσείουσα, με τους λόγους αυτούς αναίρεσης, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ και χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα ανωτέρω περιστατικά που αυτή επικαλέσθηκε προς θεμελίωσή της, απέρριψε την εν λόγω ένστασή της.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως προς τις αιτιάσεις αυτές, ως αβάσιμοι, αφού και αν ληφθούν υπόψη όλα τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος δουλείας των ως άνω αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτών ( αναιρεσιβλήτων) να ζητήσουν την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής της, δεν είναι νόμιμη, το δε Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, και, παρότι για την απόρριψή της δεν έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέσθηκε προς στήριξή της η αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού και με την προσθήκη των περιστατικών που δεν λήφθηκαν υπόψη η ένσταση αυτή δεν ήταν νόμιμη και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου ο ίδιος ένατος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, σε σχέση με την απόρριψη της ένστασής της αυτής καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, προσάπτοντας σε αυτήν πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται, όταν η αγωγή ή η ένσταση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Ολ.

ΑΠ 25/2003, 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β΄ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα από αυτήν ισχυρισμό ότι οι αντίδικοί της δεν διέρχονταν ποτέ από την επίδικη αυλή της, η δε διέλευση των μισθωτών των αποθηκών των αντιδίκων της γινόταν με την ανοχή ή κατά παράκληση του δικαιοπαρόχου πατέρα της και των τότε μισθωτών της δικής της οικίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω πραγματικός ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της επικαλούμενης από τις αντενάγουσες, ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της ανταγωγής τους, άσκησης από αυτές οιονεί νομής δουλείας διόδου στο επίδικο, και ως τέτοιος δεν συνιστά " πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 εδ.β΄ ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες( Ολ.

ΑΠ 43/1990). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β΄ και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, αφενός παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους προταθέντες με τις προτάσεις της ισχυρισμούς ότι η ανταγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του αντιφατικού χαρακτηρισμού του δικογράφου της, ως " αγωγής- ανταγωγής", αλλά και λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτού, το οποίο δεν περιείχε τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1120, 1121 και 1045 του ΑΚ, για τη σύσταση του δικαιώματος πραγματικής δουλείας, στοιχεία, αφετέρου δε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη και άκυρη, για τις πιο πάνω αιτίες, την ανταγωγή.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, στους οποίους αυτοί στηρίζονται, δεν προτάθηκαν από αυτήν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής της.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Εξάλλου κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδ.

β΄και γ΄, 2 , 3 εδ. α΄και γ΄ και 4 έως 6 του άρθρου 270. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατ' αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Τέτοιο αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, είναι και οι καταθέσεις εξαιρετέων, κατά το άρθρο 400 ΚΠολΔ, μαρτύρων. Επομένως οι τρίτος, τέταρτος και ενδέκατος, μέρος πρώτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, όπως εκτιμώνται, προβάλλονται οι από τους αριθμούς 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως κατά αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, αφενός έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και δη την ένορκη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του τέταρτου αναιρεσιβλήτου Ψ4, ο οποίος ακολούθως στη δευτεροβάθμια δίκη παρενέβη προσθέτως υπέρ των αντιδίκων της αναιρεσείουσας και έχει συμφέρον από τη δίκη, και αφετέρου παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητα της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλομένων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και οι επιστολές τρίτων που προσκομίζονται για τη συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων, εκτός εάν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συντάχθηκαν ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ΄ΚΠολΔ. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να εκτίθεται, όχι μόνο ότι έγινε νόμιμη επίκληση αυτών από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, αλλά και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης( Ολ.

ΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και ενδέκατο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άνω άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία αυτή νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ειδικότερα α) επιστολή της ..............., από την οποία αποδεικνύεται ότι η διέλευση των αντιδίκων της από την αυλή της έπαψε το έτος 1968 και εντεύθεν, προ της συμπληρώσεως 20 ετών και β) την από 5-5-1996 επιστολή του ...........

και 3) το δημοσίευμα και τις προσκομισθείσες φωτογραφίες. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σ' αυτούς δεν αναφέρεται η ημεροχρονολογία της πρώτης επιστολής και δεν εκτίθεται συγκεκριμένα ο αγωγικός ισχυρισμός, το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν από τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα δικαστικά τεκμήρια, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον δέκατο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης ,από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.β΄ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ανύπαρκτη ομολογία της αναιρεσείουσας περί της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων- αντεναγουσών επί της πλατείας της ............ Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι κατέστησαν κυρίες των ομόρων προς την επίδικη αυλή ακινήτων με βάση τους αναφερόμενους τίτλους ( συμβόλαια) αυτών και των δικαιοπαρόχων τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2006 αίτηση της ................ για αναίρεση της της 193/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες που έχουν κοινή παράσταση σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ και για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο που παραστάθηκε χωριστά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ