Legislator Case Law & Legislation
1853/2024 AI generated

1853/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1853/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1853 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη κÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1853 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Ε., 2) Μ. Μ. του Γ., συζ. Ι. Γ., 3) Ι. Γ. του Π., 4) Κ. Μ. του Γ., συζ. Γ. Τ., 5) Γ. Τ. του Γ., 6) Ο. - Τ. Τ. του Γ., 7) Φ. Μ. του Γ., συζ. Ε. Δ., 8) Ε. Δ. του Κ. 9) Γ. Δ. του Ε., 10) Γ. - Φ. Τ. του Γ. και 11) Κ. Δ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΑΕ" και ήδη "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Τσουλφίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 20-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3644/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4298/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 ή 560 του ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντίστοιχα, απόφασης.

Συνεπώς, εάν η, κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του, κατ` άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παραβόλου άσκησης ένδικου μέσου, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτή πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 747/2014, ΑΠ 456/2013, ΑΠ 1000/2009), εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης αυτής (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 617/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει το τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 523/2023, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 539/2014).

Επομένως, η ένδικη, από 7-12-2020, αίτηση αναίρεσης κατά των τελεσίδικων αποφάσεων: α] 4298/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και με την οποία η, από 26-6-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4247/2015), έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης με αριθ. 3644/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη κατάθεσης του κατ` άρθρο 495 παρ. 4 παραβόλου άσκησης ένδικου μέσου και β] της ως άνω 3644/2014 οριστικής (ήδη τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (αναίρεση) κατατέθηκε στις οικείες Γραμματείες αμφότερων των ως άνω Δικαστηρίων, κατ` άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ (αριθ. έκθ. κατάθ. 31/2/2021) και (αριθ. έκθ. κατάθ. 114854/178/2022), αντίστοιχα, ασκήθηκε παραδεκτά κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ και πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1337/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 664/2018, 1290/2017).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε με το άρθρο 12 του ν. 4055/2012 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης έφεσης, στις 16-6-2015 (πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο, παρ. 3 του ν. 4335/2015) και 532 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο διακοσίων (200,00) ευρώ, το οποίο παράβολο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο. Με βάση τα ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 523/2023, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 164/2017). Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 995/2020, ΑΠ 341/2015). Η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στη ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δια της περιστολής της προπετούς άσκησης αβάσιμων ένδικων μέσων, κυρίως έφεσης και αναίρεσης, χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού και υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, σε κάθε περίπτωση δε, η οικονομική αδυναμία καταβολής του, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας (άρθρο 194 του ΚΠολΔ). Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή δεν παραβιάζονται: α) Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και αυτής του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974, που προστατεύουν το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, καθόσον το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει την θέσπιση ένδικων μέσων ή την καθιέρωση περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας (Ολ.ΣτΕ 1583/2010, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1137/2018). Σημειουμένου ότι, η διάταξη του άρθρου 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο, αναφέρεται, αποκλειστικά, σε ποινικές καταδίκες και, επομένως, ούτε από αυτή απορρέει υποχρέωση του Εθνικού Νομοθέτη να θεσπίζει ένδικα μέσα ή περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας στις λοιπές (πλην καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων) υποθέσεις. Και, β) η Συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 καθώς και η προαναφερθείσα του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες προστατεύεται η αρχή της ισότητας, έκφανση της οποίας αποτελεί η δικονομική ισότητα των διαδίκων, διότι, όπως αναφέρθηκε, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το υπόψη παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας και, έτσι δεν τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης του οικονομικά ασθενέστερου διαδίκου έναντι του οικονομικά εύρωστου, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νόμων, απαλλάσσονται από τη καταβολή του δικαιολογείται από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και τη κάλυψη της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Τέλος, η θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης δεν υπερβαίνει τα όρια πέρα από τα οποία η εφαρμογή της ισοδυναμεί με κατάλυση, άμεση ή έμμεση, των προαναφερθέντων ατομικών δικαιωμάτων, δηλ. της προσφυγής στο δικαστήριο και της ίσης μεταχείρισης (ΑΕΔ 27/2004, 33/1995, ΑΠ 523/2023, ΑΠ 995/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 4298/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής του κατ` άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε, πλέον παρ. 3), παραβόλου, η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 3644/2014 (ήδη τελεσίδικης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις ακόλουθες, επί λέξει, παραδοχές: "...... η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα (...), ενώ δεν έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ 2 του ν. 4055/2012 και έναρξη ισχύος 02/04/2012 σύμφωνα με το άρθρο 113 του ν. 4055/2012), ποσού 200 ευρώ, καθόσον δεν γίνεται μνεία αυτού ούτε στη σχετική πράξη κατάθεσης της έφεσης, ούτε επισυνάπτεται στο εφετήριο, ούτε γίνεται επίκληση στις προτάσεις των εκκαλούντων ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει τέτοια κατάθεση παραβόλου. Το μόνο που επισυνάπτεται αναφορικά με την καταβολή παραβόλου στο δικόγραφο της έφεσης, είναι η από 09/07/2015 υπεύθυνη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου, Ηλία Κοντογιάννη, όπου δηλώνεται, ότι εντός τριών ημερών, από τη διακοπή της άρσης εργασιών, των τραπεζικών συναλλαγών, θα προσκομίσει το αναλογούν παράβολο, για την ολοκλήρωση της ήδη κατατεθείσας, ένδικης εφέσεως, πλην όμως, όπως ως άνω αναφέρθηκε δεν προσκομίστηκε, ούτε έγινε επίκληση του με τις προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον δεν προκύπτει ότι έχει κατατεθεί, ούτε ότι έχει προσκομισθεί, το απαιτούμενο, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο κατάθεσης της έφεσης διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, παράβολο, ποσού 200,00 ευρώ.....''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και, επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο και, ειδικότερα, ότι η έφεσή τους έπρεπε να γίνει τυπικά δεκτή, γιατί ενώ αυτοί είχαν εκδώσει και εξοφλήσει, το οικείο παράβολο στις 6-11-2015, μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας, με την υπόδειξη της Γραμματείας να κατατεθούν στο σχετικό φάκελο της δικογραφίας, εν τούτοις δεν κατατέθηκαν στο σχετικό φάκελο. Και αυτό διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν είχε επισυναφθεί στην έκθεση κατάθεσης της ένδικης έφεσης το, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενο, για το παραδεκτό αυτής, παράβολο, αλλά ούτε, εκ των υστέρων και πάντως πριν τη συζήτηση αυτής, προσκομίσθηκε αυτό, για να συμπεριληφθεί στα στοιχεία της δικογραφίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 18-10-2017 προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο και την από 23-10-2017 προσθήκη-αντίκρουση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στις οποίες ουδεμία μνεία γίνεται, αναφορικά με τα όσα, ως άνω, υποστηρίζουν αυτοί, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο. Αν και εκ περισσού, πρέπει, εδώ, να σημειωθεί ότι, όλες οι διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, ενεργούνται κατά το άρθρο 108 του ΚΠολΔ, με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, που εκπροσωπούνται, προς τούτο, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, οι οποίοι φροντίζουν για τη τήρηση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της άσκησης αυτών. Από καμία δε νομική διάταξη υποχρεούται ο γραμματέας του οικείου δικαστηρίου να ελέγχει την τυπική ή διαδικαστική νομιμότητα των παραπάνω πράξεων και να μεριμνά ώστε αυτές, όπως εν προκειμένω η άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, να μην εμφανίζουν τυπικές ελλείψεις, συνεπαγόμενες το απαράδεκτο αυτών.

Περαιτέρω, με το δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση, ορθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειας, υποστηρίζουν ότι η νομοθετική πρόβλεψη για κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4του ΚΠολΔ) προσκρούει στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 4 παρ. 1 και τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1) και, επομένως, αυτή είναι ανεφάρμοστη, επειδή θίγει το πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στο δικαστήριο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, διότι με την εφαρμογή της αποκλείεται ή περιορίζεται σημαντικά το ατομικό δικαίωμα των οικονομικά ασθενέστερων διαδίκων για προσφυγή στο δικαστήριο και ο πραγματικός λόγος της θέσπισής του είναι, απλώς, η αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι η ανάγκη αποτροπής άσκησης αβάσιμων ένδικων μέσων, την οποία η επίμαχη διάταξη επιχειρεί να υπηρετήσει, που θεραπεύεται επαρκώς με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 205 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η θέσπιση του υπόψη παραβόλου δεν αντίκειται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις, που προστατεύουν το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο και συγκεκριμένα σ` αυτές των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για τη καθιέρωση των ένδικων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών, οι οποίες δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ρηθέντος ατομικού δικαιώματος. Ούτε παραβιάζεται, με τη θέσπιση και εφαρμογή της παραπάνω δικονομικής διάταξης, το προστατευόμενο από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και την προαναφερθείσα, υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), ατομικό δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το σχετικό παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νομικών διατάξεων, απαλλάσσονται από τη καταβολή τέτοιου παραβόλου, δικαιολογείται, από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓπΝ/1911.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Έτσι, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., "οι πεζοί, υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι' αυτούς ερείσματα ...'', ενώ κατά τη παρ. 2 '' αν είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων ή των ερεισμάτων, που προορίζονται για τους πεζούς, ή δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα οι πεζοί μπορούν να βαδίζουν στο οδόστρωμα, κατά τρόπο ώστε να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία...''. Από τις διατάξεις αυτές του Κ.Ο.Κ. συνάγεται ότι οι πεζοί υποχρεούνται για τη κίνησή τους να χρησιμοποιούν τα υπάρχοντα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι' αυτούς ερείσματα. Εφόσον υπάρχουν πεζοδρόμια δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν από τους πεζούς, οι τελευταίοι οφείλουν να τα χρησιμοποιούν και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα και το έρεισμα, δηλ. την πέρα του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού (άρθρ. 2 του Κ.Ο.Κ.). Κατά δε το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: " αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή.... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ........ κατά τις νυκτερινές ώρες .....''. Την αυτή, επίσης, υποχρέωση έχει... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 736/2019).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''....... Την 1-11-2013, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 20.30, η Ο. Μ., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα των δεύτερης, τέταρτης και έκτης των εναγόντων, πεθερά των τρίτου, πέμπτου και έβδομου των εναγόντων, και γιαγιά των λοιπών, ηλικίας 68 ετών κινείτο πεζή στη Νήσο Σέριφο Κυκλάδων, επί της επαρχιακής οδού που συνδέει τον οικισμό "Λιβάδι" από το ομώνυμο λιμάνι, με τη χώρα Σερίφου. Η οδός αυτή, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, ενώ στο σημείο στο οποίο εκινείτο η πεζή υπάρχει μικρή γέφυρα καθόλο το μήκος της οποίας σε κάθε μία από τις πλευρές της εκτείνεται πεζοδρόμιο πλάτους 1,5 μέτρων. Η ως άνω πεζή, κατά την ως άνω ώρα, κατά την οποία ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής, καθώς είχε ήδη νυχτώσει, και το συγκεκριμένο σημείο στερείται παντελώς φωτισμού, βάδιζε κατά μήκος της ανωτέρω γέφυρας κινούμενη επί του οδοστρώματος και όχι επί του πεζοδρομίου, όπως απεικονίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας Κυκλάδων που προμνημονεύθηκε ανωτέρω. Τη στιγμή εκείνη, στη λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος που βάδιζε η πεζή, κινείτο με αυξημένη ταχύτητα το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, οδηγούμενο από την ίδια, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη. Η δεύτερη εναγόμενη οδηγός, λόγω της παντελούς έλλειψης φωτισμού στο σημείο, δεν αντελήφθη ότι η ως άνω πεζή βάδιζε κατά μήκος του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να πέσει επάνω της με το όχημα της , να προκαλέσει τον βαρύτατο τραυματισμό της λόγω των πολλαπλών κακώσεων που υπέστη (θλαστικού τραύματος ακανόνιστου σχήματος στην μεσότητα του μετώπου, εκχυμωτικού οιδήματος βλεφάρων, αμφωθλαστικού τραύματος στην ομφάλιο χώρα, στην αριστερή κοιλιακή χώρα, διάσπαρτων εκχυμώσεων άνω άκρων, κορμού, κάτω άκρων και των περιοχών των κατά γόνυ αρθρώσεων, ουλών στο δεξιό υποχόνδριο έως την κοιλιακή χώρα, διάσπαρτων αιμορραγικών διηθήσεων μαλακών μορίων κεφαλής, ρωγμώδους κατάγματος στον δεξιό προσθιοκρανιακό βόθρο, με επέκταση στο τετριμμένο πέταλο του ηθμοειδούς οστού, με αρχόμενη ρευστοποίηση εγκεφαλικής ουσίας, υποσκληριδίου αιματώματος δεξιά, ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, καθολικής υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, πολλαπλών καταγμάτων αριστεράς πλευράς, θλάσεων πνευμόνων, κατάγματος δεξιού ηβοϊσχιακού κλάδου) και εν τέλει τον θάνατος της καθόσον η παθούσα στις 6-11-2013, και κατά την διάρκεια νοσηλεία της στο "ΑΤΤΙΚΟΝ" νοσοκομείο Αθηνών, στο οποίο στο μεταξύ είχε διακομισθεί λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων της, απεβίωσε. Με βάση τις ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος, προέκυψε ότι η πρόκληση αυτού, οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και της θανούσης - πεζής και της οδηγού του οχήματος - α' εναγομένης, αφού η μεν πεζή δεν βάδιζε επί του πεζοδρομίου πλάτους 1,5 μέτρων το οποίο υφίστατο στο σημείο του ατυχήματος και κατά μήκος του οδοστρώματος επί της γέφυρας κατά μήκος της οποίας εκινείτο, η δε οδηγός του οχήματος εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να έχει το πλήρη έλεγχο του οχήματός της ανά πάση στιγμή και μάλιστα σε ιδιαίτερες συνθήκες ελλείψεως φωτισμού σε νυχτερινές ώρες, με αποτέλεσμα λόγω ακριβώς της προφανούς της αμέλειας και ανεπιτηδειότητας περί την οδήγηση, να μην αντιληφθεί καν την κινούμενη πεζή στο οδόστρωμα, να υποπέσει επάνω της με ταχύτητα, χωρίς να επιχειρήσει καν να ακινητοποιήσει το όχημά της ή να επιχειρήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό ώστε ακόμη και εάν δεν δύνατο να αποφύγει τη σύγκρουση, να μειώσει τουλάχιστον τη σφοδρότητα αυτής, ώστε συνακόλουθα να μην υποστεί και τόσο σοβαρό τραυματισμό η πεζή από τον οποίο και τελικά κατέληξε. Προέκυψε δηλαδή εκ των ανωτέρω, ότι για τον θανατηφόρο τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων ευθύνεται τόσο η ίδια η θανούσα με ποσοστό 70%, καθόσον βάδιζε νυχτερινές ώρες με παντελή έλλειψη φωτισμού, κατά μήκος του οδοστρώματος και όχι επί του πεζοδρομίου που υφίστατο παραλλήλως της πορείας της, αποδεχομένης εν μέρει στο σημείο αυτό της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας της θανούσης στο επίδικο ατύχημα, όσο και η οδηγός του οχήματος β' εναγομένη κατά ποσοστό 30%, η οποία ενεργώντας με αμέλεια και ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα, που δεν τις επέτρεπε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, το οποίο θα έπρεπε να έχει φροντίσει να έχει ανά πάσα στιγμή λόγω ακριβώς της ελλείψεως φωτισμού στο σημείο του ατυχήματος, ένεκα της οποίας η οδηγός δεν είχε αντιληφθεί καν την πεζή η οποία βάδιζε κατά μήκος του οδοστρώματος στο οποίο η ίδια κινούνταν παρά μόνον την στιγμή της σύγκρουσης (...).....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 18-3-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 40319/1682/2014) αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων, επιδικάζοντάς τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό της "οικείου" τους, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά. Κρίνοντας έτσι το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η συντρέχουσα αμέλεια της θανατωθείσας πεζής Ο. Μ. και της οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Κ. Γ. Ειδικότερα, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε: α) η ως άνω πεζή, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι αυτή κινείτο πεζή, επί της επαρχιακής οδού που συνδέει τον οικισμό "Λιβάδι" με τη χώρα της Σερίφου, νυκτερινή ώρα (20.30), επί του οδοστρώματος, κατά μήκος μικρής γέφυρας, όπου δεν υπάρχει φωτισμός και όχι επί του πεζοδρομίου, πλάτους 1,5 μ. το οποίο υπάρχει στη γέφυρα κατά μήκος του οδοστρώματος και παράλληλα με τη πορεία της, ενώ β) το ένδικο τροχαίο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς και με αμελή συμπεριφορά της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου, δεχόμενο ότι αυτή, κινούμενη επί της ως άνω επαρχιακής οδού, νυκτερινή ώρα, χωρίς φωτισμό, με αυξημένη ταχύτητα [δεν προσδιορίζεται αλλά ήταν μεγαλύτερη από τις περιστάσεις (ΑΠ 609/2020)], δεν αντιλήφθηκε την ως άνω πεζή που κινούνταν στο οδόστρωμα της οδού επί της υπάρχουσας γέφυρας ώστε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση και επέπεσε επάνω της, με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν διευκρινίζεται: α) η απόσταση που βρισκόταν το επιβατηγό αυτοκίνητο από την πεζή, β) σε ποιο ακριβώς σημείο της οδού έγινε το ατύχημα, γ) η κατεύθυνση του αποφευκτικού ελιγμού, δ) ο χρόνος που διέθετε η οδηγός ώστε να αντιδράσει με τροχοπέδηση, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια (σε ποσοστό 70%) της θανατωθείσας πεζής. Κατ` ακολουθία, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ορθώς μόνον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Από το άρθρο 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ή σε περίπτωση θανάτου της ψυχικής οδύνης που βιώνει η οικογένεια του θανόντος δηλ. για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από τη προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) ή σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του, η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα αναιρετική δίκη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''...... περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι άμεσοι συγγενείς της θανούσης-σύζυγος, τέκνα, γαμβροί και εγγόνια και οι οποίοι είχαν στενούς οικογενειακούς δεσμούς μαζί της, υπέστησαν ψυχικό πόνο από τον θάνατό της και πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης για τον θάνατο της συγγενούς τους, η οποία, με βάση τις συνθήκες του ατυχήματος, το ποσοστό συνυπαιτιότητας της συγγενούς τους στην επέλευση αυτού, καθώς και την οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε μία από τις δεύτερη, τέταρτη και έκτη των εναγόντων, στο ποσό των 2.000 ευρώ για κάθε έναν από τους τρίτο, πέμπτο και έβδομο των εναγόντων, και στο ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε ένα από τους λοιπούς ενάγοντες......''. Κρίνοντας, έτσι, το δικαστήριο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων- αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν για το θανάσιμο τραυματισμό της 68 ετών, συζύγου του πρώτου ενάγοντος, μητέρα των δεύτερης, τέταρτης και έκτης των εναγόντων, πεθερά των τρίτου, πέμπτου και έβδομου των εναγόντων και γιαγιά των λοιπών, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 301/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 7-12-2020, αίτηση για αναίρεση των τελεσίδικων αποφάσεων: α) με αριθ. 4298/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) με αριθ. 3644/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθεμιά ομάδα από αυτές.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ