Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
1853/2022 AI generated

1853/2022 · 1853/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1853/2022
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 1853 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντί...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 1853 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντί...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1853/2022

Απόφαση 1853 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Ν., κατοίκου Η. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο όποιος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2630/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5355/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/9/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 10 Σεπτεμβρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 8275/784/12.9.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 5355/29.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 22.12.2014 και με αριθ. καταθ. 8480/2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 2630/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 4.11.2010 και με αριθμό κατ. 193292//6714/2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και α) είχε αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που συνδέει τον ενάγοντα με το εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης, και γ) είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί τον ενάγοντα στη θέση του, την ειδικότητά του και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή του ένταξη αποδοχές. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 12.9.2019, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (Ολ.ΑΠ 20/2007, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 6/2022). Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου ( Ολ.ΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004). Επισημαίνεται ειδικότερα ότι η ρήτρα 5 σημ. 1 της ως άνω Οδηγίας για την αποτροπή της κατάχρησης από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στους εργαζομένους που έχουν συνάψει μία και μοναδική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (Διάταξη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 23ης Νοεμβρίου 2008 στις υποθέσεις C -162/08, C - 163/08, C - 164/08, υπόθ. Λ. κατά ΚΑΠΗ Δήμου Ρεθύμνης κλπ). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ. ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα". Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ. C. 26/1962 G. & L.,υποθ. C. 6/1964 C. vs E.) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ'αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (Ολ.ΑΠ 6/2022, ΑΠ 330/2022). Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.

Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ. C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Π/Δτος. Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ. με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016. (ΑΠ 330/2022). Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με το διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007). Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ'αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του υπ' αριθμ. 164/2004 ΠΔ/τος, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 330/2022, πρβλ. ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης). (Ολ.ΑΠ 6/2022). Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 330/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 4.11.2010 και με αριθ. καταθ. 193292/6714/2010 αγωγή, η οποία επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει (μοναδικής) συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης, την οποία κατάρτισε με το εναγόμενο, απασχολήθηκε σε υπηρεσία του τελευταίου κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα (9.2.2009 έως 8.8.2010) και υπό την αναφερόμενη στο ίδιο δικόγραφο ειδικότητα. Ότι δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος δικαιολογών την ορισμένη διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης εργασίας, αλλά αντιθέτως με την κατάρτιση αυτής επιδιώχθηκε η από μέρους του κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, στην αποκλειστική υπηρεσία του οποίου αυτός διατελούσε. Ότι αν και παρείχε επιμελώς την άνω εργασία του, το εναγόμενο κατήγγειλε χωρίς τη νόμιμη διαδικασία τη σύμβασή του, η οποία μετά ταύτα είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παύοντας έκτοτε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ζητούσε δε, α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί ότι η προαναφερόμενη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή του ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών του προσόντων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω με αριθ. 2630/8.8.2014 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και α) αναγνώρισε ότι η σύμβαση που συνδέει τον ενάγοντα με το εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) αναγνώρισε ότι η καταγγελία της αμέσως ανωτέρω σύμβασης είναι άκυρη και γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να απασχολεί τον ενάγοντα στη θέση του, την ειδικότητά του και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή του ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών του προσόντων, με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία της σύμβασή του και με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 70 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής. Επί της από 22.12.2014 και με αριθ. κατάθ. 8480/23.12.2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 5355/29.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η έφεση του ως άνω εναγομένου -εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, με τις εξής παραδοχές ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος : "...η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και 6 του ν. 2527/1997, δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, και, συνεπώς, η σύμβαση του ενάγοντος έπαυσε αυτοδικαίως, όταν έληξε ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, δηλ. στις 8.8.2010. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε νόμιμη την αγωγή, στη συνέχεια δε δέχθηκε αυτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω νόμων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο με τους πρώτο και δεύτερο (υπό Α και Β) λόγους της έφεσής του που εκτιμώνται ενιαία. Μετά τα παραπάνω και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα του τρίτου και τέταρτου των λόγων της έφεσης, που αφορούν, αντίστοιχα, την απειλή σε βάρος του εναγομένου χρηματικής ποινής ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης και την κήρυξη της εκκαλουμένης ως προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η κρινόμενη έφεση του εναγομένου και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ...". 4.-Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το μοναδικό εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης από το δικαστήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή του προέβη σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70ΕΚ, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος και της πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεών τους. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή του ως μη νόμιμη με τις παραδοχές ότι εφόσον η (μοναδική) σύμβαση εργασίας του καταρτίσθηκε μετά τις 17.4.2001 απαγορεύεται να μετατραπεί σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έσφαλε καθότι αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά την Ενωσιακή νομοθεσία, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70ΕΚ θα είχε κάνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3. του Ν. 2112/1920 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση χωρίς να ασκεί επιρροή ότι οι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης, ήτοι του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος απαγορεύουν τέτοια μετατροπή όσον αφορά το Δημόσιο Τομέα, καθότι στην εσωτερική έννομη τάξη δεν υφίσταται σήμερα κανένα άλλο ισοδύναμο μέτρο προς επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, κατά την έννοια της ρήτρας 5 αυτής και ότι ως εκ τούτου έπρεπε εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή του ήταν νόμιμη και ότι η (μοναδική) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει αυτός με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, συνιστούσε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η αναγνώριση της πραγματικής φύσης της συμβάσεως εργασίας του με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι η συναφθείσα με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσείοντος, για το αναγραφόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα από 9.2.2009 έως 8.8.2010, δηλαδή, μετά από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), δεν μπορεί να εκτιμηθεί και να χαρακτηρισθεί ότι συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις και άγει συνακόλουθα σε contra legem ερμηνεία των πιο πάνω συνταγματικών ρυθμίσεων, ακόμη και εάν ο αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος, 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας 5 αυτής, με τη μη εφαρμογή αυτών, στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (Π.Δ 164/2004), καθότι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των ρυθμίσεων της ενσωματωθείσας με το Π.Δ/γμα 164/2004 με αριθ.1999/70 Οδηγίας, αφού αυτές δεν καταλαμβάνουν τις περιπτώσεις της μίας και μοναδικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως στην ένδικο περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων επικαλείται τη σύναψη μίας μόνο καταρτισθείσας στις 9.2.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεκαοκτάμηνης διάρκειας.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 6.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.9.2019 και με αριθ. κατ. 8275/784/12.9.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 5355/29.11.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ