1853/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1853 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, ΕρωτόκριÏ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1853 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Β. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Φ. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 4)Π. Φ. του Χ., κατοίκου ..., άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θρασύβουλο Κονταξή, για αναίρεση της υπ'αριθ.602/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία παρίσταται μετά της νομίμου εκπροσώπου της, Α. Π., η οποία διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο τον Κανέλλο Γιαννικόπουλο. ..... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2019 αίτησή τους αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6056/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 23-05-2019 (αρ. πρωτ. 6056/24-05-2019) κοινή αίτηση αναίρεσης των καταδικασθέντων: i) Ι. Φ. του Γ., ii) Β. Χ. του Ε., iii) Φ. Σ. του Χ. και iv) Π. Φ. του Χ., που ασκήθηκε, με δήλωση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε σ' αυτήν στις 24-05-2019, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό ΕΤ602/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ στις 08-05-2019, υποβλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων που διαλαμβάνονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ.άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί πλαστογραφίας (Π.Κ. 216 παρ. 1 και 2) και υπεξαγωγής εγγράφων (Π.Κ. 222) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή τους, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στο περί πλαστογραφίας άρθρο 216 παρ. 1 και 2 Π.Π.Κ. ορίζετο, ότι "
1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1.Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". ii) Στο περί υπεξαγωγής εγγράφων άρθρο 222 ΠΚ ορίζετο, ότι "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Στο αντίστοιχο άρθρο 222 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή". Περαιτέρω, στις διατάξεις περί ηθικής αυτουργίας (Π.Κ. 46 παρ. 1 α') ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή του, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι οι νομοτυπικές υποστάσεις των ανωτέρω εγκλημάτων έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα (Ν.Π.Κ. 18 και 19) και ηπιότερες διατάξεις κατά την περιγραφή τους στον Ν.Π.Κ και συγκεκριμένα, για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση προβλεπόταν στον Π.Π.Κ ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (ήτοι 3 μήνες έως 5 έτη), ενώ στο Ν.Π.Κ προβλέπεται φυλάκιση μέχρι δύο ετών (ήτοι δέκα ημερών έως δύο ετών) και χρηματική ποινή, οπότε περιέχει διάταξη ευμενέστερη ως προς τη στερητική της ελευθερίας ποινή• για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, για την οποία προβλεπόταν φυλάκιση έως δύο ετών, προβλέπεται ήδη φυλάκιση έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, οπότε η προβλεπόμενη διαζευκτική δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής καθιστά τη σχετική κυρωτική διάταξη του Ν.Π.Κ. ευμενέστερη. Ενόψει του ότι ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, οι ευμενέστερες ως προς την ποινή για το φυσικό αυτουργό διατάξεις περί πλαστογραφίας του Ν.Π.Κ., επηρεάζουν ομοίως επί το επιεικέστερο την ποινική μεταχείριση του ηθικού αυτουργού. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας (Π.Κ 216 παρ. 1) απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ), που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του, είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει : α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 3/2008). Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (ΟλΑΠ 179/90). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου αποτελούσε, κατά τον Π.Π.Κ., επιβαρυντική περίσταση κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 και στοιχειοθετείτο αντικειμενικά, όταν ο δράστης καθιστούσε προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του έδιδε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιούσε το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελούσε σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ήδη στη στοιχειοθετούμενη, στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του Ν.Π.Κ., πράξη της πλαστογραφίας, παραµένει η τυποποίηση, ως βασικών πλαστοποιητικών πράξεων, της "κατάρτισης", που περιγράφει την εξαρχής "κατασκευή" ενός πλαστού εγγράφου, της "νόθευσης", που περιγράφει την αλλοίωση της υποµνηµατιστικής λειτουργίας ενός γνήσιου εγγράφου, και της χρήσης του πλαστού, η οποία όμως δεν αποτελεί πλέον "επιβαρυντική περίσταση", αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν. Επίσης, για την κατά το άρθρο του 222 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, με προστατευόμενο έννομο αγαθό - αντικείμενο το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, απαιτούνται: α) έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς το σκοπό της βλάβης του τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα είναι διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος εγκείμενος στο σκοπό του δράστη που γνωρίζει και θέλει την επέλευση της βλάβης τρίτου, ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της πράξης της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, η δε βλάβη δεν απαιτείται να επήλθε, αρκεί και μόνο να απειλήθηκε. Ακόμη, από τις διατάξεις περί ηθικής αυτουργίας συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λπ. και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν, όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.". Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως .... εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό ΕΤ602/2019, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "..." έως και το έτος 2014 δραστηριοποιούταν, μεταξύ άλλων, στον τομέα της παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών και προώθησης πωλήσεων και είχε αποκτήσει ένα ευρύ πελατολόγιο. Σε αυτήν απασχολούνταν οι κατηγορούμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο μεν πρώτος εξ αυτών ως γενικός διευθυντής, οι δε λοιπές ως υπάλληλοι γραφείου. Περί τα τέλη του έτους 2012 ο πρώτος κατηγορούμενος αποφάσισε να αποχωρήσει από την πολιτικώς ενάγουσα και να δρομολογήσει την σύσταση της εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία είχε καταστατικό σκοπό ευθέως ανταγωνιστικό με εκείνον της πρότερης εργοδότριας του, οι δε λοιπές των κατηγορουμένων αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν σε αυτό το εγχείρημα του και να απασχολούνται εφεξής στην ... Α.Ε. Στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2012 και πριν την αποχώρησή του από την πολιτικώς ενάγουσα, ο πρώτος κατηγορούμενος διέγραψε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον οποίο η πολιτικώς ενάγουσα του είχε παραχωρήσει προς χρήση, όλα τα αρχεία της επαγγελματικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (emails) που διακινούνταν υπό την εταιρική ηλεκτρονική διεύθυνση αλληλογραφίας ... και αφορούσαν την επικοινωνία με υφιστάμενους, αλλά και υποψήφιους πελάτες της πολιτικώς ενάγουσας. Τούτο δε έπραξε με προφανή σκοπό να βλάψει τις εργασίες εκείνης και να επιτύχει την απρόσκοπτη απόσπαση μέρους της πελατείας της από τη νεοσυσταθείσα ανώνυμη εταιρία. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι στον κεντρικό εξυπηρετητή (server) της πολιτικώς ενάγουσας αποθηκευόταν και η εταιρική ηλεκτρονική αλληλογραφία με δυνατότητα ανάκτησης των διαγραμμένων ηλεκτρονικών επιστολών (βλ. την απολογία του), πέτυχε την οριστική διαγραφή του συνόλου των αρχείων από τον κεντρικό εξυπηρετητή της εταιρίας, ώστε να είναι τεχνικώς ανέφικτη η επαναφορά τους. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι διέγραψε μόνο τις ηλεκτρονικές επιστολές που απευθύνονταν στον ίδιο προσωπικώς και δεν αφορούσαν τις εταιρικές υποθέσεις, χωρίς να επέμβει στον κεντρικό εξυπηρετητή της πολιτικώς ενάγουσας, παρίσταται αναληθής, αφού μία τέτοια ενέργεια θα ήταν παντελώς άσκοπη, λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτικώς ενάγουσα θα διατηρούσε ευχερώς την δυνατότητα ανάκτησης των διαγραμμένων επιστολών, δυνατότητα που, ως προελέχθη, ο πρώτος κατηγορούμενος σαφώς γνώριζε (βλ. την απολογία του). Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος, η δεύτερη και η τέταρτη των κατηγορουμένων, επιθυμώντας να διατηρήσουν και μετά την λύση των συμβάσεων εργασίας τους τις εταιρικές τηλεφωνικές συνδέσεις που τους είχε παραχωρήσει προς χρήση η πολιτικώς ενάγουσα, συνακόλουθα δε να διατηρήσουν την επαφή με τους πελάτες της τελευταίας προς ενημέρωσή τους για την ίδρυση της ανταγωνιστικής εταιρίας, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσαν στην τρίτη κατηγορουμένη την απόφαση να υποβάλει στην εταιρία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας με τον διακριτικό τίτλο "..." αιτήσεις μεταβίβασης των συνδέσεων, οι οποίες να φέρονται ως εκδοθείσες από το νόμιμο εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας. Πράγματι, η τρίτη κατηγορουμένη συμπλήρωσε αιτήσεις μεταβίβασης των εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας με αριθμούς 69...86, 69...82 και 69...36 προς τον πρώτο κατηγορούμενο, της με αριθμό 69...47 σύνδεσης προς την δεύτερη κατηγορούμενη και της με αριθμό 69...87 προς την τέταρτη κατηγορούμενη. Σε όλες τις αιτήσεις η τρίτη κατηγορουμένη έθεσε στο οικείο πεδίο των αιτήσεων την σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας και επ' αυτής απομίμηση της υπογραφής της νόμιμης εκπροσώπου της, Α. Π., χωρίς να της έχει παρασχεθεί σχετική εξουσιοδότηση από την τελευταία, και στη συνέχεια, αφού σάρωσε αυτές με χρήση σαρωτή (scanner), απέστειλε την ψηφιακή μορφή τους στην προαναφερόμενη πάροχο μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (βλ. την από 10.1.2014 ηλεκτρονική επιστολή της υπαλλήλου της παρόχου, Β. Ι. Κ.). Για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω επικοινωνία της παρόχου με την νόμιμη εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, καθώς το έγγραφο έφερε εταιρική σφραγίδα και υπογραφή (κατ' απομίμηση της γνήσιας) και απεστάλη από ηλεκτρονική διεύθυνση, την οποία η πάροχος είχε ήδη ταυτοποιήσει με την πολιτικώς ενάγουσα (ο "Οδηγός Εξουσιοδοτήσεων" της παρόχου, που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, αναφέρεται στη διενέργεια συγκεκριμένων συναλλαγών - παραλαβή παραγγελίας και αίτηση συνδρομής - με φυσική παρουσία σε σημεία πώλησης και όχι σε συναλλαγές ήδη υφιστάμενου και πιστοποιημένου συνδρομητή). Σημειωτέον ότι, η συναίνεση που είχε παράσχει κατά το παρελθόν η παραπάνω νόμιμη εκπρόσωπος για τη μεταβίβαση αριθμών εταιρικών συνδέσεων σε έτερους αποχωρήσαντες υπαλλήλους δεν δημιούργησε στους κατηγορουμένους κάποια δικαιολογημένη προσδοκία όμοιας αντιμετώπισής τους, ικανή να αναιρέσει τον δόλο τους, αφού ήταν βέβαιη και αναμενόμενη η μη συναίνεσή της σε μία μαζική μεταβίβαση συνδέσεων προς πρόσωπα συνδεόμενα με εταιρία που επρόκειτο να δράσει ανταγωνιστικά προς την εταιρία, που η ίδια νομίμως εκπροσωπούσε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα".
IV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους και συγκεκριμένα τον πρώτο από αυτούς (Ι. Φ.) για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφων και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, τη δεύτερη από αυτούς (Β. Χ.) για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, την τρίτη από αυτούς (Φ. Σ.) για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και η τέταρτη από αυτούς (Π. Φ.) για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες επέβαλε στο μεν πρώτο συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών και σε καθεμία των λοιπών (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από αυτές) ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και ανέστειλε την εκτέλεση των προαναφερθεισών ποινών για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στην ..., τις αρχές Δεκεμβρίου 2012 (σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, με σκοπό να βλάψει άλλον κατέστρεψε έγγραφο, του οποίου δεν είναι κύριος και που άλλος είχε δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα να ζητήσει την παράδοσή του. Ειδικότερα, όντας υπάλληλος - γενικός διευθυντής της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", διέγραψε από ηλεκτρονικό υπολογιστή της εγκαλούσας εταιρείας όλα τα αρχεία της ηλεκτρονικής επαγγελματικής αλληλογραφίας της (e.mails), που βρίσκονταν στην εταιρική ηλεκτρονική διεύθυνση ..., με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της εγκαλούσας εταιρείας και ΚΗΡΥΣΣΕΙ την τρίτη κατηγορούμενη ένοχη, του ότι: στην ..., το χρονικό διάστημα από 27-11-2012 έως και 6-12-2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, ως υπάλληλος - γραμματέας της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", κατάρτισε πέντε (5) πλαστές αιτήσεις μεταβίβασης τηλεφωνικής σύνδεσης, καθόσον, συμπλήρωσε αυτές κατά το μη έντυπο μέρος τους, αναγράφοντας, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία της εγκαλούσας εταιρείας και των συγκατηγορουμένων της και, στη συνέχεια, έθεσε επ' αυτών την σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας και κατ' απομίμηση, χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή της νομίμου εκπροσώπου της, Α. Π. του Ε., με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "..." περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας μεταβίβασε δήθεν την εταιρική σύνδεση κινητής τηλεφωνίας με αριθμό 69...47 στη δεύτερη κατηγορουμένη (Β. Χ.), τις εταιρικές συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας με αριθμούς 69...86, 69...82 και 69...36 στον πρώτο κατηγορούμενο (Ι. Φ.) και την με αριθμό 69...87 εταιρική σύνδεση κινητής τηλεφωνίας στην τέταρτη κατηγορουμένη (Π. Φ.). Ακολούθως, έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, αφού, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, τα υπέβαλε ηλεκτρονικά στην προαναφερόμενη εταιρεία τηλεπικοινωνιών, πετυχαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, να συνεχίσουν οι συγκατηγορούμενοί της να χρησιμοποιούν τις ανωτέρω εταιρικές τηλεφωνικές συνδέσεις και μετά την αποχώρησή τους από την εγκαλούσα εταιρεία και την ένταξή τους στην νεοσύστατη εταιρεία του πρώτου κατηγορουμένου. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτη των κατηγορουμένων ένοχους, του ότι: στην ..., το χρονικό διάστημα από 27-11-2012 έως και 6-12-2012, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικότερα, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσαν στην τρίτη κατηγορουμένη, Φ. Σ., την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, όπως αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω".
V. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό των αλληλοσυμπληρούμενων και αποτελούντων ενιαίο σύνολο σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της υπεξαγωγής εγγράφων, της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, κατά τις ως άνω διακρίσεις, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 γ', 14, 16, 17, 18 εδ. β, 26 παρ. 1, 27, 46 παρ. 1 α', 51, 53, 79, 94, 98, 216 παρ. 1 και 222 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, στον αναφερόμενο εκεί τόπο και χρόνο, ενώ ήταν υπάλληλος - γενικός διευθυντής της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", διέγραψε από ηλεκτρονικό υπολογιστή της τελευταίας όλα τα αρχεία της ηλεκτρονικής επαγγελματικής αλληλογραφίας της (e.mails), που βρίσκονταν στην εταιρική ηλεκτρονική διεύθυνση ..., με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντά της. Επίσης, ότι ο πρώτος, η δεύτερη και η τέταρτη των κατηγορουμένων, επιθυμώντας να διατηρήσουν και μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους τις εταιρικές τηλεφωνικές συνδέσεις, που τους είχε παραχωρήσει προς χρήση η πολιτικώς ενάγουσα και, κατ' επέκταση, να διατηρήσουν την επαφή με τους πελάτες της τελευταίας προς ενημέρωσή τους για την ίδρυση νέας ανταγωνιστικής εταιρείας, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσαν στην τρίτη κατηγορουμένη την απόφαση να υποβάλει στην εταιρεία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας με το διακριτικό τίτλο "..." αιτήσεις μεταβίβασης των συνδέσεων, οι οποίες να φέρονται ως εκδοθείσες από το νόμιμο εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας. Ότι η τρίτη κατηγορουμένη συμπλήρωσε αιτήσεις μεταβίβασης των αναφερόμενων στο αιτιολογικό αριθμών εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας για καθένα από τους λοιπούς κατηγορουμένους και σε καθεμία από αυτές έθετε στο οικείο πεδίο τη σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας και επ' αυτής απομίμηση της υπογραφής της νόμιμης εκπροσώπου Α. Π., χωρίς να έχει παρασχεθεί σχετική εξουσιοδότηση από την τελευταία, στη συνέχεια δε, αφού σάρωσε αυτές με χρήση σαρωτή (scanner), απέστειλε την ψηφιακή μορφή τους στην προαναφερόμενη πάροχο μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Σημειωνόταν, για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παροχής οποιασδήποτε συγκατάθεσης, ότι η συναίνεση που είχε παρασχεθεί κατά το παρελθόν από τη νόμιμη εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας για την μεταβίβαση αριθμών εταιρικών συνδέσεων σε άλλους αποχωρήσαντες υπαλλήλους δεν δημιουργούσε στους κατηγορουμένους δικαιολογημένη προσδοκία όμοιας αντιμετώπισής τους, ικανή να αναιρέσει το δόλο τους, αφού ήταν βέβαιη και αναμενόμενη η άρνηση παροχής συναίνεσης της εγκαλούσας σε μαζική μεταβίβαση σε πρόσωπα συνδεόμενα με εταιρεία που επρόκειτο να δράσει ανταγωνιστικά προς την εταιρεία που η ίδια νομίμως εκπροσωπούσε. Εκτίθενται οι παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώθηκε η ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας και συγκεκριμένα, για την πράξη της υπεξαγωγής αναφέρεται το υποκείμενο του εγκλήματος, δηλαδή ότι ο δράστης, πρώτος κατηγορούμενος, ήταν υπάλληλος της άνω εταιρείας, καθώς και ότι τα έγγραφα (αρχεία της ηλεκτρονικής επαγγελματικής αλληλογραφίας) ήταν εμπιστευμένα και προσιτά σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, ότι παθούσα υπήρξε η εγκαλούσα εταιρεία, που αποστερήθηκε τα υπεξαχθέντα έγγραφα και στη βλάβη της απέβλεπε ο πρώτος και ότι υπήρχε δόλια προαίρεση αυτού προς τούτο, περιλαμβάνουσα τη γνώση, ότι τα έγγραφα δεν του ανήκαν και τη βούληση καταστροφής με σκοπό βλάβης των συμφερόντων της εγκαλούσας εταιρείας. Για την πράξη της πλαστογραφίας εκτίθενται η δράστις του εγκλήματος, υπάλληλος - γραμματέας της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία κατάρτισε εξ αρχής τις πλαστές αιτήσεις μεταβίβασης τηλεφωνικής σύνδεσης, καθόσον συμπλήρωσε αυτές κατά το μη έντυπο μέρος τους, αναγράφοντας, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία της εγκαλούσας και των συγκατηγορουμένων της και στη συνέχεια θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας και κατ' απομίμηση, χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου της, με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της εκεί τηλεφωνικής εταιρείας για το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονός, ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας μεταβίβασε δήθεν τις εκεί εταιρικές συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας στις εκεί κατηγορούμενες. Ακολούθως, ότι έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, αφού, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, τα υπέβαλε ηλεκτρονικά στην προαναφερόμενη εταιρεία τηλεπικοινωνιών, πετυχαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, να συνεχίσουν οι συγκατηγορούμενοί της να χρησιμοποιούν τις ανωτέρω εταιρικές τηλεφωνικές συνδέσεις και μετά την αποχώρησή τους από την εγκαλούσα εταιρεία και την ένταξή τους στην νεοσύστατη εταιρεία του πρώτου κατηγορουμένου. Ακόμη, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τόπος και οι χρόνοι, στους οποίους οι εκεί 1ος, 3η και 4η των κατηγορουμένων προκάλεσαν με πρόθεση στην τρίτη κατηγορουμένη την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικότερα, εκτίθενται οι τρόποι και τα μέσα, με τα οποία προκάλεσαν στην άνω ηθική αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι αυτοί ενήργησαν με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις για να προκαλέσουν στην τρίτη κατηγορουμένη, Φ. Σ., την απόφαση να εκτελέσει την παραπάνω άδικη πράξη, όπως αναλυτικά εκεί περιγράφεται. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις: Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ως προς τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής των ένδικων αξιόποινων πράξεων παρατίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα θεμελιωτικά στοιχεία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες και αιτιολογείται επαρκώς το στοιχείο του δόλου, υπήρξε δε η προσήκουσα νομική προσέγγιση και υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και κατά συνέπεια είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Οι αιτιάσεις του πρώτου κεφαλαίου της ένδικης αίτησης αναίρεσης [Ι περ. 1-21], που αναφέρονται σε πλημμέλειες του τρόπου εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού και διατύπωσης του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, προκαλούσες, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, πλήττονται ταυτόχρονα απαραδέκτως παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, που θεωρείται εσφαλμένα από τους αναιρεσείοντες, ότι συμπροσβάλλεται με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση, αφού με την τυπική αποδοχή της έφεσης των τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση (118302/2017 Μον.Πλημμ.Αθ.) ως προς το πληγέν με τις εφέσεις τους καταδικαστικό σκέλος, το οποίο αυτό και μόνο μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας και αυτό αποτελεί αντικείμενο έρευνας από το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Οι εμπεριεχόμενες στον παραπάνω αναιρετικό λόγο (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'), λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος των αναιρεσειόντων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και πλέον συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από τους άνω αναιρεσείοντες αντιθέσεις, κατ' αυτούς, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου, όπως οι επικαλούμενες αντιφάσεις στην κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Α. Π. στις σελ. 3-4 της προσβαλλόμενης απόφασης (αναιρετική αιτίαση Ι-21), προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις της ένδικης αίτησης, που εντάσσονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, εφόσον, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α', 216 παρ. 1 και 222 ΠΚ ποινές του ισχύοντος από 1-7-2019 Ν.Π.Κ. (Ν. 4619/2019) είναι επιεικέστερες των ποινών των αντίστοιχων διατάξεων των ίδιων άρθρων του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Π.Κ., οπότε εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. δ' του Ν.ΚΠοινΔ, ενόψει του ότι η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινών διατάξεις, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και, κατ' επέκταση, ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξη σε σχέση με τον πρώτο των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, αφού πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ). Ενόψει της επιβαλλόμενης, ως άνω, αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις περί ποινών διατάξεις, η μερικότερη αναιρετική αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της εν λόγω απόφασης κατά τη γενόμενη, κατά το άρθρο 79 Π.Κ, επιμέτρηση των επιβληθεισών στους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ποινών, εξαιτίας της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμη, ως αλυσιτελής, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κατά την επιμέτρηση των ποινών εκ νέου θα εφαρμόσει τα κριτήρια του άρθρου 79 του Ν.Π.Κ.. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό ΕΤ602/2019, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις περί ποινών διατάξεις ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και κατ' επέκταση την περί συνολικής ποινής διάταξη ως προς τον πρώτο από αυτούς. -
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και -ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 23-05-2019 (αρ. πρωτ. 6056/2019) αίτηση [ασκηθείσα με δήλωση επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-05-2019] των i) Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ii) Β. Χ. του Ε., κατοίκου ..., iii) Φ. Σ. του Χ., κατοίκου ... και iv) Π. Φ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ