Legislator Case Law & Legislation
1853/2018 AI generated

1853/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1853/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1853 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
1853/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1853 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1853 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1853/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 22524/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2018 και με αριθμό 34/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 22524/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) να παύσει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Π. του Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως ισχύει, με τις οριζόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικές ποινές, τιμωρείται όποιος έχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ΒΔ 451/72 (Κανονισμός ασφάλισης και είσπραξης εισφορών Επικουρικού Ταμείου Μετάλλου), ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει τις ασφαλιστικές εισφορές, μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου που παρασχέθηκε η ασφαλιζόμενη στο ΤΑΠΕΜ εργασία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου έγιναν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 69 παρ.2 ν. 2676/1999. Προς την ίδια ουσιαστική κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ.7 του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των αξιοποίνων πράξεων της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες: α) οι πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι για ασφαλιστικές εισφορές που οφείλουν ανώνυμες εταιρίες και έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι, μόνο, ο διευθύνων σύμβουλος αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθία, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996), καθώς και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην εν λόγω επιχείρηση, επί πλέον δε, αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση του τελευταίου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 22524/2016 απόφασή του, δέχθηκε στο σκεπτικό αυτής, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (έγγραφα μάρτυρας), προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) "έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν πλήρως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται και εξειδικεύονται στο διατακτικό της απόφασης και όπως τα πραγματικά περιστατικά αναφέρονται αναλυτικά κατά τόπο και χρόνο ομοίως στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στη ... 14-1-2010, ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... Α.Ε. είδος επιχείρησης εμπορία αυτοκινήτων και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 4/2007 έως 12/2009 + ΔΧ 2009 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο ΤΑΠΕΜ, οφείλει για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στο ΤΑΠΕΜ τις κατωτέρω ασφαλιστικές εισφορές ευρώ 36.698,34 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 36.698,34 με σκοπό να τις αποδώσει στο ΤΑΠΕΜ, δεν τις κατέβαλε σ' αυτό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, και κατέστη γι' αυτό τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 1319 ΠΕΕ. Στην εν λόγω ΠΕΕ αναγράφονται 170 μισθωτοί με ύψος αποδοχών €5.816.350,42 ευρώ συνολικά". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση, αν ο αναιρεσείων ήταν, κατά το καταστατικό της εταιρίας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, κατά τον ενδιαφέροντα ως άνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να τις αποδίδει στο ΤΑΠΕΜ, μόνη δε η αναφερόμενη στο διατακτικό ιδιότητα αυτού ως εργοδότη της επιχείρησης δεν καθιστά, άνευ άλλου, αυτόν υπόχρεο καταβολής των ως άνω εισφορών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη προσδιορισμού και μη εξειδίκευσης της ιδιότητας και της θέσης του αναιρεσείοντα στην ως άνω ανώνυμη εταιρία κατά τον κρίσιμο χρόνο, πρέπει δε να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδβ, 370 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος, όπως εν προκειμένω, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα πλημμεληματική πράξη της μη καταβολής εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, που φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν την 14-1-2010, έχει παραγραφεί, καθόσον από το χρόνο τέλεσής της μέχρι και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (10-10-2018), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, ως εκ τούτου, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξης αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε και βάσιμος και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη, πρέπει να παύσει οριστικά η εις βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την ανωτέρω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 22524/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΠΑΥΕΙ οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Σ. Π. του Κ. κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΑΠΕΜ (εργατικών) που φέρεται τελεσθείσα στη Νέα Ιωνία την 14-1-2010.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ