Legislator Case Law & Legislation
1853/2017 AI generated

1853/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1853/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1853 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου τÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1853 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μαυρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7381/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6905/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επί αγωγής της αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις από την πλημμελή εκτέλεση συμβάσεως έργου, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7381/2009 οριστική απόφαση που την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ακολούθως, επί εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθ. 6905/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο εφεσίβλητος-εναγόμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 30/2006).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επιστήριξε τις ένδικες αξιώσεις της σε δύο νομικές βάσεις (ενοχή από ενδοσυμβατική και εξωσυμβατική ευθύνη), διατύπωσε δε τις βάσεις αυτές σωρευτικά και όχι επικουρικά, εν τούτοις το Εφετείο -παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του- δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη όπως όφειλε και επομένως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη και την πλημμέλεια ότι, αν και κατά τις παραδοχές της η ένδικη σύμβαση έργου είχε ως αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής για την οποία δεν υπήρχε η απαιτούμενη από το νόμο οικοδομική άδεια, εν τούτοις το Εφετείο -παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του- δεν έκρινε τη σύμβαση αυτή στην οποία στηριζόταν οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας άκυρη, παραλείποντας να εφαρμόσει τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 174 ΑΚ, 24 Συντάγματος, 2, 15, 17, 18 ν. 1337/1983, 22 ν. 1577/1985, 4 α.ν. 410/1968 και 3 ν. 651/1977. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών αυτών, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει προεχόντως να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος όλων των βαθμών, ουδόλως έχει προβάλλει τους ανωτέρω ισχυρισμούς α) περί απαραδέκτου της αγωγής και β) περί ακυρότητας της συμβάσεως έργου τόσο κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, όσο και κατά τη συζήτηση της έφεσης στο δεύτερο. 3.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπερημερία του εναγομένου ως προς την παράδοση το έργου και την κατ' άρθρο 342 ΑΚ ένσταση αυτού ότι η καθυστέρηση παραδόσεως οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει ευθύνη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθαν. Μυρίδου-Οικονόμου, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου (ως εργολήπτη) και της Χ. Α. K. (ως οικοπεδούχου), η τελευταία, ανέθεσε και ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δαπάνες, ευθύνη και επιμέλειά του και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες, που αναφέρονται στο παραπάνω εργολαβικό συμβόλαιο, ένα συγκρότημα τεσσάρων (4) διώροφων με υπόγειο κατοικιών (μεζονέτες) επί οικοπέδου της, εκτάσεων 1.041,20 τ.μ., που βρίσκεται στο .... Ως εργολαβικό αντάλλαγμα, η οικοπεδούχος υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον εναγόμενο, είτε προς οποιονδήποτε τρίτο, τις ιδιοκτησίες που αναφέρονται στο προσύμφωνο αυτό. Δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αθανασίας Μυρίδου - Οικονόμου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών (τόμος …και αριθμ…) και σε εκπλήρωση των όρων του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου, η ως άνω οικοπεδούχος με υπόδειξη του εναγομένου μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς την ενάγουσα την αναφερόμενη λεπτομερώς περιγραφόμενη στο συμβόλαιο αυτό αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία - κατοικία (μεζονέτα) με στοιχεία "...", μετά των αντιστοιχούντων σ' αυτή ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του όλου, η οποία συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος που, κατά την εργολαβική σύμβαση, η ανωτέρω οικοπεδούχος είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον εναγόμενο ή προς οιονδήποτε τρίτο αυτός θα της υπεδείκνυε. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία, έχει επιφάνεια τ.μ. 163,65 (μετά του υπογείου). Μεταξύ των όρων της ανωτέρω αγοραπωλητηρίου συμβάσεως υπήρξαν: 1) Ότι η κατασκευή της ανωτέρω αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας - κατοικίας, η οποία κατά το χρόνο υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου βρισκόταν στο στάδιο των εκσκαφών, θα γινόταν με δαπάνες και επιμέλεια του εναγομένου. 2) Ότι όλες οι δαπάνες κατασκευής της πωληθείσης κατοικίας (πλην των δαπανών για την αίτηση και σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα και νερό) βαρύνουν αποκλειστικά τον εναγόμενο (εργολήπτη - πωλητή). 3) Ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να παραδώσει στην ενάγουσα την πωληθείσα κατοικία πλήρως αποπερατωμένη και κατάλληλη προς χρήση και οίκηση, με πλήρως διαμορφωμένο τον περιβάλλοντα αυτήν χώρο, μέχρι την 20-5-2000 και ότι για κάθε μέρα καθυστέρησης παράδοσης (μετά την ανωτέρω ημερομηνία), ο εναγόμενος υποχρεούτο να καταβάλει στην ενάγουσα, λόγω ποινικής ρήτρας, το ποσόν των 10.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στο ποσό των 29,35 ευρώ και ακόμη, ότι εάν η καθυστέρηση της παράδοσης υπερέβαινε τους οκτώ (8) μήνες, η ενάγουσα, είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει έκπτωτο, με δήλωσή της κοινοποιούμενη σ' αυτόν με δικαστικό επιμελητή. Το τίμημα της ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβάσεως συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των των τριάντα δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων δραχμών (32.558.000) που αντιστοιχεί στο ποσό των 95.548,055 ευρώ. Επιπλέον την ίδια ημέρα (20-5-1999) οι διάδικοι συνυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμπεριέλαβαν πρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις της ενάγουσας, ύψους δραχμών 5.500.000, που αντιστοιχούν στο ποσό των 16.140,86 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ο εναγόμενος άρχισε τις εργασίες ανέγερσης της πωληθείσας προς την ενάγουσα οικοδομής, σύμφωνα με την εκδοθείσα υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Καπανδριτίου, τα σχεδιαγράμματα και τις μελέτες επί τη βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή, καθώς και τους όρους και τα χρονοδιαγράμματα που συμφωνήθηκαν και αποτέλεσαν περιεχόμενο του άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Κατά τον χρόνο που οι εργασίες ανέγερσης βρίσκονταν στην κατασκευή των ξυλοτύπων της πλάκας οροφής του υπογείου και δαπέδου του πρώτου ορόφου, η ενάγουσα ζήτησε και ο εναγόμενος συμφώνησε να προβεί στην κατασκευή του προβόλου του α' ορόφου με μεγαλύτερες διαστάσεις από τις προβλεπόμενες στα σχέδια της οικοδομικής άδειας και συγκεκριμένα την κατά μήκος επέκτασή του κατά 1,60 μ. έτσι ώστε να έχει διαστάσεις 5,90 μ. Χ 2,50 μ. αντί των προβλεπομένων 4,30 μ. Χ 2,50μ. και στην κατασκευή μίας εξωτερικής κλίμακας προς τον ακάλυπτο χώρο, η οποία δεν εμφανιζόταν στα εγκεκριμένα σχέδια ανεγέρσεως της οικοδομής, εν γνώσει της ενάγουσας ότι οι κατασκευές αυτές ήταν παράνομες και συνιστούσαν πολεοδομική παράβαση, η οποία ανέλαβε και την ευθύνη και τις όποιες συνέπειες που τυχόν θα προέκυπταν από την ενδεχόμενη διαπίστωση της αυθαιρέτου κατασκευής από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2000 και ενώ η οικοδομή της ενάγουσας ευρίσκετο στο στάδιο κατασκευής των οπτοπλινθοδομών, εργασίες οι οποίες παρουσίαζαν καθυστέρηση, οφειλόμενη εν μέρει και στην επιβληθείσα τότε τρίμηνη αναστολή των οικοδομικών εργασιών στην περιοχή λόγω των σεισμών του μηνός Σεπτεμβρίου 1999, το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Καπανδριτίου πραγματοποίησε αυτοψία στο χώρο της ανεγειρόμενης οικοδομής της ενάγουσας, κατά την οποία διαπιστώθηκαν οι προαναφερόμενες, καθ' υπέρβαση της αδείας, γενόμενες κατασκευές. Μετά ταύτα δε επιβλήθηκε, με το υπ' αριθ. πρωτ. 992/15-2-2000 έγγραφο του ανωτέρω Πολεοδομικού Γραφείου, διακοπή των εργασιών τόσο στην οικοδομή της ενάγουσας, όσο και στις λοιπές οικοδομές του συγκροτήματος. Το έγγραφο αυτό περί διακοπής των εργασιών, επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 28-3-2000 ... Στη συνέχεια, ο εναγόμενος κατέθεσε αίτηση περί αναθεώρησης της άδειας οικοδομής στις 11-5-2000, υποβάλλοντας νέα σχέδια, μελέτες κ.λπ., έλαβε δε την υπ' αριθ. 620/28-7-2000 αναθεώρηση της αρχικής υπ' αριθ. ... άδειας και συνέχιση των εργασιών σύμφωνα με τα νέα σχέδια της αναθεώρησης, προκειμένου όπως αποκαταστήσει τις αυθαιρεσίες. Αντί όμως να εκτελέσει τις εργασίες σύμφωνα με τα σχέδια και τις μελέτες της πράξης αναθεώρησης και να κάνει εν συνεχεία αίτηση για αυτοψία από τους μηχανικούς της Πολεοδομίας, ώστε να βεβαιωθεί η αποκατάσταση των αυθαιρεσιών και κατόπιν να συνεχίσει τις εργασίες για την αποπεράτωση της οικοδομής, ο εναγόμενος συνέχισε παρανόμως τις εργασίες χωρίς να λάβει υπ' όψιν του κατά την εκτέλεση αυτών την αναθεώρηση της άδειας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν κατέστη εφικτό να αποκαταστήσει τις αυθαίρετες κατασκευές λόγω της άρνησης της ενάγουσας να του επιτρέψει να προβεί στις εργασίες αυτές σύμφωνα με τις μελέτες της πράξης αναθεώρησης δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την πάροδο έξι (6) μηνών ο εναγόμενος υπέβαλε νέα αίτηση στην Πολεοδομία Καπανδριτίου με αριθ. πρωτ. 4643/28-6-2001 και ορίσθηκε ημέρα για αυτοψία η 10-9-2001, προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωση του έργου με τις μελέτες και την πράξη της αναθεωρήσεως. Πλην όμως, κατά την ορισθείσα ως άνω ημέρα για αυτοψία, ο εναγόμενος δεν ενεφανίσθη στην οικοδομή, την οποία οι μηχανικοί της Πολεοδομίας βρήκαν κλειστή και ορίστηκε νέα αυτοψία για τις 2-10-2001 με το υπ' αριθ. 6684/1767/12-9-2001 έγγραφο της Πολεοδομίας, η οποία και από υπαιτιότητα του εναγομένου παρήλθε άπρακτη. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου για το χρονικό διάστημα από 20-5-2000 έως 20-12-2000 δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου ούτε σε λόγους και αιτίες που αφορούσαν το πρόσωπο του, εφόσον, όπως προαναφέρεται, ο εναγόμενος δεν μπορούσε να εκτελέσει εργασίες στην οικοδομή επί τρίμηνο λόγω της τρίμηνης αναστολής των οικοδομικών εργασιών στην περιοχή εξαιτίας των σεισμών της 7-9-1999, δηλαδή από γεγονός για το οποίο αυτός δεν φέρει ευθύνη και επί ένα τετράμηνο επί πλέον (από 28-3-2000 που έγινε η διακοπή των εργασιών έως 28-7-2000 που χορηγήθηκε η υπ' αριθ. 620/28-7-2000 αναθεώρηση της αρχικής υπ' αριθ. ... άδειας και η συνέχιση των εργασιών σύμφωνα με τα νέα σχέδια της αναθεώρησης), που οφειλόταν στη διακοπή των εργασιών που επιβλήθηκαν λόγω των υπερβάσεων που υπήρχαν στην οικοδομή και της ενάγουσας και οι οποίες υπερβάσεις έγιναν κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, γεγονότα για τα οποία δεν φέρει ευθύνη ο εναγόμενος. Για το χρονικό διάστημα όμως από 20-12-2000 και εφεξής, ο εναγόμενος κατέστη υπαιτίως υπερήμερος για την παράδοση του έργου αυτού". Ακολούθως, με βάση την ανωτέρω παραδοχή ότι μετά την 20 Δεκεμβρίου 2000 ο εναγόμενος τελούσε σε υπερημερία ως προς την εκτέλεση και παράδοση του έργου, δέχθηκε ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να τον κηρύξει έκπτωτο δυνάμει του προαναφερόμενου συμβατικού όρου. Συγκεκριμένα επ' αυτού δέχθηκε και τα εξής: "Στις 24-12-2001 η ενάγουσα κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 16-12-2001 εξώδικη δήλωσή της..., με την οποία, όπως είχε δικαίωμα από την μεταξύ τους σύμβαση και λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου εκ μέρους του εναγομένου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ μηνών, τον κήρυξε έκπτωτο του έργου, καλώντας αυτόν συγχρόνως να της παραδώσει την άδεια και τα σχέδια, προκειμένου να προβεί η ίδια με αυτεπιστασία στην αποπεράτωση της κατοικίας της, δηλαδή, η ενάγουσα επέλεξε να κρατήσει το εκτελεσθέν μέρος του έργου και να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου που δεν είχε εκτελεσθεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης. Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί ως καταγγελία της συμβάσεως, για το μέλλον και δη για το μετά την 24-12-2001 χρονικό διάστημα και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την άσκησή της, για το οποίο χρονικό διάστημα η ενάγουσα διατηρεί όλα τα δικαιώματά της από τη σύμβαση του έργου ... Στη συνέχεια, η ενάγουσα και αφού είχε καταγγείλει τη σύμβαση, υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία Καπανδριτίου για έκδοση νέας άδειας Νομιμοποιήσεως, Αποκαταστάσεως, Τροποποιήσεως και Αποπερατώσεως υπαρχούσης μονοκατοικίας και επί της αιτήσεώς της αυτής εκδόθηκε τελικώς η υπ' αριθ. ... νέα άδεια οικοδομής, βάσει της οποίας και με δικές της δαπάνες αφ' ενός μεν αποκαταστάθηκαν οι υπάρχουσες στην οικοδομή της αυθαιρεσίες, αφ' ετέρου δε, βάσει της χορηγηθείσης από την Πολεοδομία άδειας συνέχισης των εργασιών, αυτή αποπερατώθηκε..." Εν τέλει το Εφετείο επιδίκασε στην ενάγουσα: α) αποζημίωση 14.225 ευρώ, ποσό το οποίο απαιτούνταν για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και ελλείψεων που παρουσίαζε το έργο στο στάδιο που το παρέλαβε μετά την έκπτωση του εργολάβου, β) αποζημίωση 2.718 ευρώ για τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την έκδοση οικοδομικής άδειας προς αποκατάσταση των αυθαιρεσιών και γ) ποινική ρήτρα 7.400 ευρώ για την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου από 20.12.200 που ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος μέχρι την 24.12.2001 που λύθηκε η σύμβαση. Το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 342 ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε για το μετά την 20.12.2000 χρονικό διάστημα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Δεν δημιουργεί αντίφαση η αναφορά ότι "για το χρονικό διάστημα από 20-12-2000 και εφεξής ο εναγόμενος κατέστη υπαιτίως υπερήμερος για την παράδοση του έργου αυτού" από την προηγούμενη αναφορά του Εφετείου ότι "η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου για το χρονικό διάστημα από 20-5-2000 έως 20-12-2000 δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου ούτε σε λόγους και αιτίες που αφορούσαν το πρόσωπο του", δεδομένου ότι αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο μεταβλήθηκαν τα πράγματα και ο εναγόμενος εργολάβος, παρότι η ενάγουσα του ζήτησε να άρει τις οικοδομικές αυθαιρεσίες εφαρμόζοντας πλέον την αναθεωρημένη άδεια, αυτός αρνήθηκε. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται στην παραδοχή του Εφετείου ότι: "ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν κατέστη εφικτό να αποκαταστήσει τις αυθαίρετες κατασκευές λόγω της άρνησης της ενάγουσας να του επιτρέψει να προβεί στις εργασίες αυτές σύμφωνα με τις μελέτες της πράξης αναθεώρησης δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα", που αναφέρεται στον μετά την 20.12.2000 χρόνο.

4.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.7.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6905/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ