1853/20141853/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1853 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1853/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κ...
Απόφαση 1853 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1853/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Αγρινίου που κατοικοεδρεύει στον Αγρίνιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: 1. Λ. Υ. του Ξ., κατοίκου ... και 2. Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως εκκαθαριστών της "FLORA ΑΕ", οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητα τους ως δικηγόροι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2011του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2012 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-1-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-12-2013 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται:"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27/1998, Α.Π.1756/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο (Α.Π. 653/2011, 1837/2013).Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπον πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως , η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως , όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2012). Περαιτέρω, η ισχύουσα για τη διανομή του πλειστηριάσματος αρχή της συμμέτρου ικανοποιήσεως των δανειστών διασπάται από εξαιρέσεις, κατά τις οποίες ορισμένες χρηματικές απαιτήσεις κατατάσσονται προνομιακώς έναντι άλλων. Μια τέτοια εξαίρεση προβλέπει και το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, το οποίο ορίζει: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας ..., εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Στην τάξη αυτή (τρίτη) προσετέθησαν με το άρθρο 6 παρ. 16 περ. α' του ν. 2479/1997 "και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή". Ορίσθηκε δε ότι "προκειμένου περί εμμίσθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής". Από την τελευταία αυτή νομοθετική ρύθμιση, ερμηνευομένη στενώς, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρος, συνάγεται ότι οι απαιτήσεις των αμίσθων δικηγόρων, υπαγόμενες πλέον σε ομοία νομοθετική μεταχείριση με εκείνη των εργατικών απαιτήσεων, καλύπτονται από το εν λόγω γενικό προνόμιο, μόνον εφόσον α) προέκυψαν εντός των τελευταίων δύο ετών πριν από τη χρονολογία ορισμού του αρχικού πλειστηριασμού ή τη χρονολογία κηρύξεως της πτωχεύσεως του οφειλέτου και β) προέρχονται από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, δηλαδή υπηρεσιών παρεχομένων στο πλαίσιο της ασκήσεως αμιγώς δικηγορικής λειτουργίας (Α.Π. 1372/2008, 776/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δικάσαν επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη ανακοπή τούτου περί μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου πίνακος κατατάξεως δανειστών, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος των, τα εξής: "Με επίσπευση των καθών στις..., συνεκδικασθείσες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανακοπές και βάσει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ...170/2006 απόφασης ..., κατασχέθηκε αναγκαστικά, δυνάμει της... 1939/11-12-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης... η κινητή και ακίνητη περιουσία της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΛΩΡΑ...Α.Ε."... η οποία βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης..., προκειμένου να πληρωθούν από το εκπλειστηρίασμα οι απαιτήσεις των....Ως πρώτη ημέρα πλειστηριασμού, ορίστηκε η 07-02-2007, μετά, όμως, από την ματαίωση αυτού και των δύο επόμενων πλειστηριασμών στις 28-03-2007 και στις 02-05-2007 αντίστοιχα και την αποτυχία της ελεύθερης εκποίησης της προαναφερόμενης κινητής και ακίνητης περιουσίας της ως άνω εταιρίας, σύμφωνα με τις με αριθμούς 1308/2007 και 1876/2007 αντίστοιχα αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου..., με την με αριθμό 1181/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου... διατάχθηκε εκ νέου η ελεύθερη εκποίηση της εν λόγω περιουσίας στην τιμή του 1.700.000 Ευρώ. Στη συνέχεια, στις 22-12-2008, ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού...εκποιήθηκε ελεύθερα η εν λόγω κινητή και ακίνητη περιουσία της άνω εταιρίας και συντάχθηκε η με αριθμό ....έκθεση ελεύθερης εκποίησης ακινήτου...Το εκπλειστηρίασμα, το οποίο επιτεύχθηκε, ανήλθε συνολικά στο ποσό του 1.701.000 Ευρώ και το διανεμητέο ποσό αυτού, μετά την αφαίρεση από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 περ. α' ΚΠολΔ, των εξόδων της εκτέλεσης συνολικού ποσού 19.030,09 Ευρώ, ανήλθε στο ποσό των 1.681.969,91 Ευρώ. Στον ανωτέρω πλειστηριασμό αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μεταξύ άλλων δανειστών της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρίας και το ανακόπτον... Ελληνικό Δημόσιο... για απαίτηση ύψους 508.878,84 ΕΥΡΩ, ... απαιτήσεις του μάλιστα, που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την ημέρα πλειστηριασμού και απολαμβάνουν το γενικό προνόμιο της πέμπτης σειράς του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δικ., κατά την διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 ΚΕΔΕ. Στον άνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν μεταξύ των άλλων δανειστών και οι 25ος και 26ος των καθών στην υπό στοιχείο Α' ανακοπή (ένδικη)... Οι άνω καθών είναι δικηγόροι Αγρινίου και αναγγέλθηκαν στον προαναφερθέντα πλειστηριασμό, εκτός των άλλων για το συνολικό ποσό των 42.290 ΕΥΡΩ ο καθένας τους...και αφορά απαιτήσεις τους που πηγάζουν από την επαγγελματική τους δραστηριότητα και συγκεκριμένα από τις υπηρεσίες που παρείχαν στην καθής η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία, ως εκκαθαριστές της. Ειδικότερα, το ποσό των 35.000 ΕΥΡΩ για τον καθένα τους, αφορά αμοιβή τους ως εκκαθαριστών και το ποσό των 7.290 ΕΥΡΩ για τον καθένα τους αμοιβή τους για τις 18 προσφυγές που άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, επειδή το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα των 1.701.000 ΕΥΡΩ δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων των επισπευδόντων και των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον προσβαλλόμενο ... πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσού 19.030,09 ΕΥΡΩ για έξοδα προδικασίας και κυρίας διαδικασίας εκτέλεσης, στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, από 1.681.969,91 ΕΥΡΩ, κατέταξε μεταξύ άλλων προνομιακά, στην "τρίτη τάξη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. ήτοι πριν από το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ... τους 25° και 26° των καθών της υπό στοιχείο Α' ανακοπής (ένδικης) ..., δικηγόρους Αγρινίου για το ποσό των 42.290 ΕΥΡΩ για τον καθένα για τις προαναφερθείσες και γεννηθείσες εντός της τελευταίας διετίας πριν τον πρώτο πλειστηριασμό (7-2-07) απαιτήσεις τους, προερχόμενο από αμοιβές τους για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην υπό εκκαθάριση καθής η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία, ως εκκαθαριστές της προς διεκπεραίωση των υποθέσεων της με την ιδιότητα τους ως Δικηγόρων στα πλαίσια και σε εκτέλεση αντιστοίχως... συμβάσεων έμμισθης εντολής... Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο περαιτέρω κατετάγη στο 1/3 του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, προνομιακά και οριστικά, κατ' άρθρ.975 παρ. 5 Κ.Πολ.Δικ, στην πέμπτη τάξη, για το ποσό των 287.943,15 ΕΥΡΩ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεων του, ποσού 588,878 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι άνω καθών η Α' ανακοπή διορίστηκαν εκκαθαριστές της καθής η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας με την από 30-1-2006 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της άνω εταιρίας... Δυνάμει των από 8/7/2005 και 15/2/2006 συμβάσεων έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκαν μεταξύ του... και του .. αντίστοιχα και της υπό εκκαθάριση καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας..., ορίστηκε η αμοιβή των καθών για τις υπηρεσίες που θα παρείχαν στην εν λόγω εταιρεία, ως εκκαθαριστές υπό την ιδιότητά τους όμως ως δικηγόρων και ειδικότερα ως κατώτατη αμοιβή αυτών ορίστηκε το ποσό των 35.000 ΕΥΡΩ για τον καθένα τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδείχθηκε πλήρως ότι η άνω απαίτηση τους προέρχεται από την συμφωνηθείσα δυνάμει των συμβάσεων της έμμισθης εντολής, αμοιβή τους, η οποία είναι δικηγορική αμοιβή και η οποία μάλιστα προέκυψε μέσα στην κρίσιμη διετία πριν από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, που έλαβε χώρα στις 7-2-2007. Από τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται οι δικηγορικές, άνω απαιτήσεις, για να απολαμβάνουν του προαναφερθέντος προνομίου, να πηγάζουν από ενέργειες που έγιναν αποκλειστικά ενώπιον του δικαστηρίου. Επομένως οι ανωτέρω καθών η ανακοπή (Α') ορθώς κατετάγησαν για τις απαιτήσεις τους από δικηγορικές αμοιβές κατά τα άνω ποσά, ως γενικοί προνομιούχοι, για ενέργειες τους εντός της κρίσιμης διετίας (αρθρ. 975 παρ. 3 Κ.Πολ. Δ.). Αφού όμοια με τ' ανωτέρω έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε και απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η έφεση στο σύνολο της...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31 του ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεώς του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ, συνιστούν την αμοιβή των για την παροχή προς την υπό εκκαθάριση τελούσα, καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία, των υπηρεσιών των ως εκκαθαριστών αυτής, στοιχείο που αναιρεί την προνομιακή των κατάταξη, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, οι οποίες καλύπτουν μόνον απαιτήσεις προερχόμενες από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, αποδίδει ωστόσο στις επίμαχες τοιαύτες το χαρακτήρα της δικηγορικής αμοιβής και τις εντάσσει στην ρύθμιση των συγκεκριμένων διατάξεων, με αποκλειστικό κριτήριο την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων ως δικηγόρων, χωρίς να τις συνδέει με παροχή εκ μέρους των δικηγορικών υπηρεσιών, δηλαδή υπηρεσιών παρεχομένων στο πλαίσιο της ασκήσεως αμιγώς δικηγορικής λειτουργίας, είτε ενώπιον δικαστηρίων είτε εξωδίκως. Η ασάφεια δε αυτή καθίσταται εμφανέστερη, ενόψει της αντιδιαστολής στο σκεπτικό της προβαλλομένης αποφάσεως των επιδίκων απαιτήσεων από τις απαιτήσεις των 7.290 ευρώ δι' έκαστον των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες και συνιστούν δικηγορική αμοιβή των για τις ασκηθείσες εκ μέρους των προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου και δεν συμπεριελήφθησαν στην ένδικη ανακοπή. Έτσι το Εφετείο, με την ασαφή και αντιφατική, ως άνω, αιτιολογία του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της φύσεως και του χαρακτήρος των επιδίκων απαιτήσεων, εκ του οποίου και εξαρτάται η προνομιακή των κατάταξη, εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού δεν προκύπτουν εξ αυτής τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, καθισταμένου έτσι ανεφίκτου του ελέγχου της ορθότητος ή μη της εφαρμογής τούτων. Επομένως, κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, και (παρελκούσης της ερεύνης του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτου λόγου αυτής), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ. αριθμ. της υπ' αριθμ.19/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ