1853/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1853 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2011
Legislator headnote
AI generated1853/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1853 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1853 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1853/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Φ. συζ. Λ. Σ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κονταξή.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Γιαννάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.07.2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 175/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6.10.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741, 377, 371 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και ΑΠ 366/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, παρ. 1, 2 και 9 του Α.Ν. 1722/1939 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών του Αγροτικού Νόμου", προκύπτει ότι η κυριότητα των ατομικών κλήρων μεταβιβάζεται στους δικαιούχους με την έκδοση και μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Γεωργίας. Μπορεί όμως να μεταβιβασθεί σε αυτούς η κυριότητα και χωρίς μεταγεγραμμένο τίτλο: 1) αν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή, με την οποία κυρώνεται η οριστική διανομή των ακινήτων του αγροκτήματος και δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον οι δικαιούχοι των ατομικών κλήρων είναι εγγεγραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε και 2) όταν η οριστική διανομή κυρώθηκε με τους νόμους 4857/1930 και 5496/1932 ή με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή, με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Νόμου που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικού αυτού νόμου και οι δικαιούχοι είναι γραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε. Συγκεκριμένα η κυριότητα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους δικαιούχους, στην μεν πρώτη περίπτωση αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή και στη δεύτερη περίπτωση από την έναρξη ισχύος του ΑΝ 1722/1939. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 431/1968, προκύπτει, ότι, μετά την έναρξη της ισχύος αυτού (ΑΝ 431/1968), δηλαδή από 23-5-1968, ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος δεν λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τον τρίτο της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, υπό τον όρο να μην κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής. Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική` αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και επί κτήσεως κυριότητας επ' αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο, για κάθε μία από αυτές, χρόνος (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 785/2008, ΑΠ 970/2006). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 364/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως εις πράγματα αναγόμενη, κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 1052141/3239/0010/20-5-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 382/1998 τεύχος Δ') κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων - Αντιρρίου, εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 1.016.822 τ.μ. που απεικονίζεται στα με αριθμούς σχεδίων 1, 2, 3,4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 31d και 31c κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο από 15-3-1999 κτηματολογικό πίνακα της ΕΥΔΕ - ΜΕΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει ο μηχανικός Κ. Έ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος του Τ.Κ.Ε. Πρέβεζας του ΥΠΕΧΩΔΕ Α. Κ. στις 15-3-1999. Για την απαλλοτριούμενη αυτή εδαφική έκταση καθορίστηκε, με την υπ' αριθμ. 356/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η προσωρινή και, με την υπ' αριθμ. 351/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, η οποία εισπράχθηκε από εκείνους που αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, με την υπ' αριθμ. 124/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και έτσι συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση αυτή. Στην απαλλοτριωθείσα πιο πάνω εδαφική έκταση περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, το οποίο εμφανίζεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό 454 και έχει εμβαδόν 7.639 τ.μ. Ο εναγόμενος άσκησε αίτηση με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος αποζημίωσης του παραπάνω ακινήτου. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 124/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης για την ανωτέρω εδαφική έκταση ο εναγόμενος. Ο τελευταίος εισέπραξε στη συνέχεια την αποζημίωση που είχε παρακατατεθεί για την έκταση αυτή και συγκεκριμένα εισέπραξε 150.997,80 ευρώ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι τόσον αυτή, όσο και ο εναγόμενος είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας απ' αυτούς του επιδίκου, για το οποίο αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης ο εναγόμενος και το οποίο περιήλθε σ' αυτούς κατόπιν νόμιμης μεταγραφής του σχετικού πιστοποιητικού περί μη αποποίησης της κληρονομίας του πατρός τους Α. Λ., που απεβίωσε το έτος 1978. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγούσης δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το παραπάνω με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 454 ακίνητο, εμβαδού 7639 τ.μ., για το οποίο αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης ο εναγόμενος, ανήκει σ' αυτόν και τα αδέλφια του Α. και Γ.. Ειδικότερα το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Γραμμενίτσας Άρτας, εμβαδού 19.625 τ.μ,, που βρίσκεται στη θέση "Παλιοζεύγαρα" της κτηματικής περιφέρειας της τότε Κοινότητας Γραμμενίτσας και τώρα Δ.Δ. Γραμμενίτσας του Δήμου Βλαχέρνας και συνορεύει γύρωθεν με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Α., με ιδιοκτησία Χ. Κ., με ιδιοκτησία Σ. Θ., με ιδιοκτησία Χ. Π. και με ιδιοκτησία Χ. Σ.. Ο πορτοκαλεώνας αυτός είχε περιέλθει στην κυριότητα του πατέρα των διαδίκων με το υπ' αριθμ. 110348/1957 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Ο τελευταίος, από το έτος 1965, μεταβίβασε με άτυπη δωρεά το επίδικο ακίνητο στα τρία τέκνα του και ειδικότερα στον εναγόμενο, την Α. και τον Γ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος νεμόταν και κατείχε αυτό επ' ονόματι και για λογαριασμό και των λοιπών δύο συννομέων αδελφών του για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, καλλιεργώντας αυτό και στη συνέχεια φροντίζοντας και επιβλέποντας τα όριά του. Ο παραπάνω εναγόμενος φέρεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης ως ιδιοκτήτης της επίδικης πιο πάνω εδαφικής έκτασης με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 454, για το οποίο αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο και ειδικότερα ότι είχε χωρήσει άτυπη δωρεά εν ζωή του ανωτέρω ακινήτου από τον κληρούχο προς τα τρία τέκνα του, εναγόμενο, Α. και Γ. και συνεπώς δεν υπήρχε κοινωνία δικαιώματος επί του άνω πορτοκαλεώνα των κληρονόμων αυτού κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα στηρίζει στις υπ' αριθμ. ... και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Λ. (αδελφού του διαθέτη) και Α. Ζ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 16-8-2002 υπεύθυνη δήλωση του αρθρ. 8 Ν. 1599/1986 της ενάγουσας που δηλώνει ότι είναι πλήρως ικανοποιημένη από τα προικώα που της μεταβιβάσθηκαν προφορικά από τον πατέρα της, όταν παντρεύθηκε το έτος 1975 και ότι δεν πρόκειται να εγείρει οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση πλην του ποσού του 1.000,000 δρχ. για την αγορά του ελαιώνα. Η δήλωση αυτή, της οποίας η ενάγουσα αμφισβητεί το περιεχόμενο αυτής, όχι όμως και την υπογραφή της λαμβάνεται υπόψη, γιατί αποτελεί δήλωση του άμεσα ενδιαφερομένου προσώπου - διαδίκου (και όχι δήλωση ή βεβαίωση τρίτου), εκτιμώμενη ελεύθερα, σύμφωνα με το αρθρ. 352 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 390/1989). Επίσης ο εναγόμενος προσκομίζει το έντυπο Ε9 της δήλωσης στοιχείων ακινήτου περιουσίας που υπήρχαν το 2005, την οποία υπέβαλε ο εναγόμενος στην αρμόδια ΔΟΥ, όπου αναφέρει ότι είναι κύριος του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 33,33%, ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ούτε από αυτή την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με πρόταση της εκκαλούσης - ενάγουσας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και την .../2001 ένορκη βεβαίωση του Δ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Άρτας, καθόσον δεν ενισχύονται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό. Επισημαίνεται τέλος ότι το πιστοποιητικό περί μη αποποίησης του Πρωτοδικείου Άρτας που, μεταγράφηκε νόμιμα, δεν εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας αλλά κατόπιν αιτήσεως τρίτου προσώπου και ειδικότερα του ως άνω μάρτυρα αποδείξεως Χ. Π.. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη ως άνω έκταση ανήκει στην συγκυριότητα της ενάγουσας και δη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η τελευταία δεν δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του ανάλογου τμήματος της παραπάνω αποζημίωσης που εισέπραξε ο εναγόμενος, ο οποίος αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης αυτής, ούτε βάσει των διατάξεων των άρθρων 7, 8 παρ. 5 και 9 παρ. 3 Ν. Δ. 797/1971, ούτε βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολο της. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ως άνω δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, της περί συννομής και κτήσεως συγκυριότητας εξ ολοκλήρου του κληροτεμαχίου. Με τις παραδοχές αυτές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες και προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος (κατά το οικείο μέρος του) και ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι - Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο ο Χρ. Παπαγεωργίου κατέβαλε σε αυτή, στον αναιρεσίβλητο και τα δύο αδέλφια τους, ως συγκύριους του επιδίκου, αποζημίωση επιδικασθείσα δυνάμει της υπ' αριθμό 84/1981 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άρτας, λόγω παροχής διόδου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα υπό την ως άνω έννοια αλλά επιχείρημα της ενάγουσας.
Συνεπώς, ο τρίτος και έκτος (κατά το οικείο μέρος του), εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ως άνω υπ' αριθμό 84/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, καθώς και τα σχετικά δικόγραφα, ενώ έλαβε υπόψη απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δη την από 16-8-2002 δήλωση της ιδίας, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1599/1986. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και το όλο περιεχόμενο αυτής, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ενάγουσα, καθώς και της ως άνω απόφαση, την οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει. Την υπεύθυνη δήλωσή της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1599/1986, ορθώς έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού, κατά την ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγομένη κρίση του, δέχθηκε ότι αυτή δεν συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη αυτή, στην οποία προσκομίσθηκε (Ολομ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 2096/2005, ΑΠ 667/2009). Επομένως ο τέταρτος, ο έκτος (κατά το οικείο μέρος του) και ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2010 αίτηση της Φ. συζ. Λ. Σ., το γένος Α. Λ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 175/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ