Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
1853/2007 AI generated

1853/2007 · 1853/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1853/2007
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 1853 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1853/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχα...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 1853 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1853/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχα...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1853/2007

Απόφαση 1853 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1853/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Χ1, και 2. Χ2 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Βασιλική Αγγελίδου και Τιτίκα Νικέα.

Της αναιρεσίβλητης:Ψ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιοβάνογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-10-2005 αίτησή τους και με τους από 14-3-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 559 αριθ.1α΄ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α΄) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. ( Ολ. ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ24/92). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός ( αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη ,γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ. ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1και 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 953, 954, 1002, 1017 του ΑΚ, 1 και 14 του Ν. 3741/1929 και 2 του Ν.Δ. 1024/1971, τις οποίες το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών για αναγνώριση κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, εφάρμοσε εσφαλμένα κατά την άποψη αυτών, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου έναρξης της χρησικτησίας των αναιρεσειουσών στα επίδικα ακίνητα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι σ' αυτόν δεν αναφέρονται οι σχετικές με το ως άνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, ούτε καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλ'ούτε και προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της απόφασης. ΕΠΕΙΔΗ, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβάσεις δικονομικών διατάξεων. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εμπρόθεσμη την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη, ως δικαστικός συμπαραστάτης του εναγομένου Ψ , κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 495, 500 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 εδ. β΄ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δε δημιουργείται στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διατάξει απόδειξη και αποφαίνεται αμέσως, ύστερα από εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας( Ολ. ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.2, 270 παρ.1,4,6 και 524 παρ. 1 εδ.β΄ του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 5, 12 και 16 παρ.3, αντιστοίχως, του ν. 2915/2001, επί υποθέσεως υπαγομένης στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον ο πρόεδρος αυτού δεν όρισε με σχετική πράξη του, που καταχωρήθηκε στο πρωτότυπο και τα αντίγραφα της αγωγής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341, τόσο το Πολυμελές αυτό Πρωτοδικείο που δικάζει πρωτοδίκως, όσο και το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, δεν έχει υποχρέωση να εκδώσει απόφαση περί αποδείξεων, αλλά αποφαίνεται οριστικώς με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, εκτός εάν κρίνει ότι είναι απαραίτητη η συμπλήρωση των αποδείξεων, οπότε και μπορεί να εκδώσει σχετική απόφαση περί αποδείξεως, σύμφωνα με το άρθρο 341. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της έφεσης, μεταξύ των οποίων είναι και η εμπρόθεσμη άσκησή της, και κατά συνέπεια για τις προϋποθέσεις αυτές αποφασίζει με βάση την ελεύθερη απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά των ................ και Ψ, την ένδικη, με αριθμό εκθ. καταθέσεως 6534/ΤΟ/845/15-11-2000, αγωγή περί αναγνωρίσεως κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, για την οποία ο Πρόεδρος του δικαστηρίου εκείνου δεν όρισε με σχετική πράξη του ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την υπ' αριθμ. 249/2001 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην των ως άνω εναγομένων, έκανε δεκτή την αγωγή, λόγω της συναγόμενης από την ερημοδικία τους ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε, ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης και νόμιμος αντιπρόσωπος του εκ των εναγομένων Ψ, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, την από 19-5-2004 ( με αριθμό εκθ. Καταθ.214/2004) έφεση. Το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη 573/2005 απόφασή του, κρίνοντας, βάσει των αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) που προσκομίσθηκαν σ' αυτό από τους διαδίκους, ότι η γενόμενη στις 4-7-2001 επίδοση στον ανωτέρω εναγόμενο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν άκυρη, γιατί αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης αυτής δεν είχε την ικανότητα για δικαστική παράσταση, λόγω του ότι έπασχε από ψυχική διαταραχή, και ότι, επομένως, η ρηθείσα έφεση της αναιρεσίβλητης (δικαστικής συμπαραστάτη του) ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δέχθηκε την έφεση αυτή και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε, κρίνοντας επί της αγωγής των αναιρεσειουσών, απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ενόψει αυτών το Εφετείο, εφόσον δεν ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ, να διατάξει με παρεμπίπτουσα απόφασή του απόδειξη για τα γεγονότα που θεμελίωναν το εμπρόθεσμο και παραδεκτό της έφεσης της αναιρεσίβλητης, αλλά και για τους θεμελιούντες την αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, δε δέχθηκε παρά το νόμο ως αληθινά πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 δ.β΄ ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ΄ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 102/2005 και 103/2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, τις οποίες είχε προσκομίσει με επίκληση η αναιρεσίβλητη και είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείουσες, με τις έγγραφες προτάσεις τους, αφενός προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων διαμερισμάτων οικοδομής με έκτακτη χρησικτησία και αφετέρου προς ανταπόδειξη κατά του ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι ο απ' αυτήν εκπροσωπούμενος στη δίκη Ψ(εναγόμενος) δεν είχε την ικανότητα δικαστικής παράστασης κατά το χρόνο επίδοσης σ' αυτόν της πρωτόδικης απόφασης. Όπως, όμως, προκύπτει από τις κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των ήδη αναιρεσειουσών, σ' αυτές γίνεται απλώς επίκληση των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων, με μόνη τη μνεία του αριθμού αυτών και χωρίς αναφορά οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που να προσδιορίζει την ταυτότητα αυτών και ειδικότερα ότι πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει στο Εφετείο η αντίδικος των αναιρεσειουσών. Η με τον τρόπο, όμως, αυτό επίκληση από τις αναιρεσείουσες των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, που είχε προσκομίσει στο Εφετείο η αντίδικός τους αναιρεσίβλητη, ήταν μη νόμιμη και απαράδεκτη και ως εκ τούτου το δικαστήριο εκείνο, που δεν τις έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄του ΚΠολΔ πλημμέλεια, οι δε περί του αντιθέτου ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο, μέρος δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ. 8, 10 και 11 του ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα του ότι ο εναγόμενος Ψ, που εκπροσωπείται στη δίκη από την αναιρεσίβλητη δικαστική συμπαραστάτη του, κατά το χρόνο της επίδοσης σ' αυτόν της υπ' αριθμ. 249/2001 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έπασχε από ψυχική νόσο και ως εκ τούτου δεν είχε την ικανότητα για δικαστική παράσταση. Η εκτίμηση όμως αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2005 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2

για αναίρεση της 573/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 14-3-2007 δικόγραφο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια εβδομήντα (1670) ευρώ. 1) Χ1 και 2) Χ2 1) Χ1 και 2) Χ2

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ