Legislator Case Law & Legislation
1852/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding salary progression for pre-2016 contract workers.

Case Number 1852/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the City of Tripoli against the First Instance Court's decision on labor dispute salary progression. The court held that the lower court correctly applied the law because the employees' initial classification and subsequent salary progression occurred before the new statute came into force. Consequently, the court ruled that the new law excluding work contract experience did not apply retroactively to these specific pre-existing classifications.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 6, 7, 11 of Presidential Decree 164/2004; Articles 1, 2, 3, 5, 15, 20 of Law 3205/2003; Article 11 of Law 4354/2015: The new statutory provision excluding work contract experience for salary progression does not apply retroactively to cases where the initial classification and subsequent salary progression were completed prior to the law's effective date.

Keywords

AI generated
labor dispute salary progression retroactive application work contract experience statutory interpretation classification date legal timeline

Cited Legislation

AI generated
Articles 5, 6, 7, 11 of Presidential Decree 164/2004
Articles 1, 2, 3, 5, 15, 20 of Law 3205/2003
Article 11 of Law 4354/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1852 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1852/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Τρίπολης", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνη Οικονομόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσίβλητων:1) Ε. Μ. του Η., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Π. Π. του Χ., κατοίκου ..., 4) Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Τ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 7) Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βαλαβάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 136/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 649/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14/10//2022 (αρ. κατ. 7916/883/17.10.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 649/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21/3/2019 (αρ. κατ. 27667/2099/26.3.2019) έφεση του δωδέκατου (εκ των συνολικά δεκατριών) εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Τρίπολης", κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 136/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως προς αυτό η από 9/10/2017 (αρ. κατ. 582978/2409/11.10.2017) αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 17/10/2022, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 16/9/2022 (βλ. την από 16/9/2022 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, Γ. Α., επί του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που προσκομίζει το τελευταίο) και η τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας ήταν εξαιρετέα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την ένδικη από 9/10/2017 αγωγή πενήντα τριών (53) εναγόντων, μεταξύ των οποίων και οι 30η, 31η, 32η, 34η, 38η, 39η και 41η ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες (οι λοιποί ενάγοντες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), στρεφόμενη κατά δεκατριών νομικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και το δωδέκατο (12ο) εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Δήμος Τρίπολης", οι ως άνω ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν ως καθαρίστριες σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Δήμου Τρίπολης νομού Αρκαδίας, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, που συνήψαν με το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού καθ' όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους, αλλά και μετά το πέρας αυτού έως την έναρξη του επομένου, τελώντας υπό τον έλεγχο, την εποπτεία, την καθοδήγηση και το διευθυντικό δικαίωμα των διευθυντών των σχολείων και των προϊσταμένων των Γραφείων Εκπαίδευσης και σε άμεση εξάρτηση από αυτούς.

Ότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις, δυνάμει των οποίων παρείχαν τις ως άνω υπηρεσίες τους, κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο εξαρχής για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως τις ως άνω υπηρεσίες από την πρόσληψή τους, ήτοι η 30η ενάγουσα (1η αναιρεσίβλητη) από 1/10/2001, η 31η ενάγουσα (2η αναιρεσίβλητη) από 1/10/1996, η 32η ενάγουσα (3η αναιρεσίβλητη) από 1/1/2001, η 34η ενάγουσα (4η αναιρεσίβλητη) από 1/11/1991, η 38η ενάγουσα (5η αναιρεσίβλητη) από 1/10/1989, η 39η ενάγουσα (6η αναιρεσίβλητη) από 1/9/2001 και η 41η ενάγουσα (7η αναιρεσίβλητη) από 1/4/1995, έως την κατάταξή τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ/τος 164/2004, από 10 Ιανουαρίου 2007 σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθαριστριών (ΥΕ κατηγορίας), ενώ από 1 Ιανουαρίου 2011 μεταφέρθηκαν, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε προσωποπαγείς θέσεις του δωδέκατου (12ου) εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Τρίπολης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 3870/2010.

Ότι κατά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, στις 10/1/2007, το Ελληνικό Δημόσιο τις κατέταξε στο 18ο (εισαγωγικό) μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς να προβεί σε συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους, που είχε διανυθεί δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων μίσθωσης έργου. Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το πρώτο (1ο) εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο όφειλε, κατά την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ), να αναγνωρίσει μισθολογικά το σύνολο του χρόνου προϋπηρεσίας τους, από την αρχική ημερομηνία πρόσληψης εκάστης τούτων μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2007, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Τρίπολης να τους καταβάλει εντόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων (κατόπιν συνυπολογισμού του χρόνου προϋπηρεσίας εκάστης) αποδοχών και ανάγονται στα έτη 2014 έως 2017, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 136/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή α) ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος ως προς το αναγνωριστικό αίτημα που στρεφόταν κατά του πρώτου (1ου) εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και β) ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όσον αφορά δε τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Δήμος Τρίπολης" να καταβάλει στην 30η ενάγουσα (1η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 490 ευρώ, στην 31η ενάγουσα (2η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 4.488,75 ευρώ, στην 32η ενάγουσα (3η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 2.352 ευρώ, στην 34η ενάγουσα (4η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 7.202,25 ευρώ, στην 38η ενάγουσα (5η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 7.537,50 ευρώ, στην 39η ενάγουσα (6η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 2.205 ευρώ και στην 41η ενάγουσα (7η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 5.172,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Την απόφαση αυτή και κατά το σκέλος της με το οποίο έγινε ως προς αυτό εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, προσέβαλε το ως άνω εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την από 21/3/2019 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 649/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του.

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο, προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 399/2023, 70/2023, 14/2022, 83/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117 - 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και, γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών, τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή με βάση τον νόμο, και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, με χωριστή αναφορά στο βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 818/2022, 276/2015).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, 30/1997). Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες ερείδεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1567/2022).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 14, υπό την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης, καθώς τόσο η αγωγή, όσο και οι αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, που υπεβλήθησαν προς τον αναιρεσείοντα με σκοπό τη διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους, ήταν αόριστες, διότι δεν ανέφεραν α) το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, έπρεπε να υπαχθούν, β) τις επιπλέον αποδοχές που θα έπρεπε να λάβουν και γ) τον χρόνο έναρξης της υποχρέωσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, για καταβολή των αποδοχών, επιπλέον δε, η αγωγή δεν περιείχε οποιοδήποτε στοιχείο (απόφαση), που να αποδεικνύει ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγουσών οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ενώ μόνο επιγραμματικά αναφέρονταν σ' αυτήν τα χρονικά διαστήματα της προϋπηρεσίας τους ως συμβασιούχων έργου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει εκάστη των 30ης, 31ης, 32ης, 34ης, 38ης, 39ης και 41ης των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, έναντι του 12ου εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, διαλαμβάνονται αναλυτικά α) οι μηνιαίες αποδοχές που η κάθε ενάγουσα δικαιούται κατά νόμο, με αναφορά στον οφειλόμενο βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, στο οποίο έπρεπε να είχε ενταχθεί αναλόγως της προϋπηρεσίας της στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και στα οφειλόμενα επί μέρους επιδόματα (κινήτρου απόδοσης, ειδικής απασχόλησης ΟΤΑ και εξόδων κίνησης), β) το σύνολο αυτών μηνιαίως, γ) το ληφθέν χρηματικό ποσό μηνιαίως και δ) η προκύπτουσα διαφορά μετά την αφαίρεση του υπό στοιχ.

γ' ποσού από το αντίστοιχο χρηματικό ποσό των δικαιούμενων ανά μήνα αποδοχών, ζητείται δε η επιδίκαση του συνολικού ποσού των μηνιαίων διαφορών του επίδικου χρονικού διαστήματος για κάθε αναιρεσίβλητη. Με αυτό το περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αγωγής το χρονικό διάστημα που έχει ήδη αναγνωρισθεί ως προϋπηρεσία των εναγουσών, αφού αντικείμενο της αγωγής κατά του εναγομένου Δήμου Τρίπολης ήταν ακριβώς η κατά τον χρόνο κατάταξης των εναγουσών σε οργανικές θέσεις (10/1/2007) από το Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και 1 του Ν. 3320/2005, αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας τους σε αυτό, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, για την κατάταξη αυτών σε αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τη σχετική αιτίαση του πρώτου σκέλους του είναι αβάσιμος.

Όσον αφορά την αιτίαση του πρώτου σκέλους του ίδιου αναιρετικού λόγου, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τις αιτήσεις των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο με αίτημα την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους, απορρίπτοντας τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης του τελευταίου περί αοριστίας των εν λόγω αιτήσεων, οι οποίες ως εκ τούτου δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο παρά ταύτα δέχθηκε την προϋπηρεσία των εναγουσών, μολονότι δεν προσκομίσθηκε κανένα έγγραφο προς απόδειξή της, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος (ως προς την εν λόγω αιτίαση), διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, διότι, ενώ στη μείζονα πρότασή της αναφέρει αυτούσιο το άρθρο 11, ακολούθως κρίνει ότι ο πρώτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, επειδή με την ένδικη αγωγή οι ενάγουσες δεν ζητούν την εφαρμογή του προαναφερόμενου άρθρου. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, ως αιτιολογίες νοούνται στη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ενώ στην περίπτωση έλλειψης ή ατελούς ή αντιφατικής παράθεσης νομικών διατάξεων στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19, ούτε αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19/7/2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999, που αποσκοπεί, κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής, στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.

Αγγελιδάκη κλπ. C 378 - 380), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας και καθορίσθηκαν οι εκ τούτου συνέπειες. Με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω ΠΔ/τος απαγορεύθηκε, καταρχάς, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανώτερη χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.

Με το άρθρο 7 του ιδίου Διατάγματος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των ως άνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18.4.2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ. 1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Τέλος με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ. 1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "1.

Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. 3.

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5.

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Εξάλλου, με το Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, με χρόνο έναρξης ισχύος την 1.1.2004 και εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ., ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.

Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού.

Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθρο 20 εδ. α' του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια, και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι' του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ.

β' Ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, 142/2022, 133/2020, 712/2018, 533/2018).

Τέλος, με το άρθρο 11 του Ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α 176/16.12.2015) υπό τον τίτλο "Χρόνος και τρόπος μισθολογικής εξέλιξης", το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο Β του νόμου αυτού με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο.

β. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο. 3.

Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τα διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου".

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της από 21/3/2019 (αρ. κατ. 27667/2099/ 26.3.2019) έφεσης του δωδέκατου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Τρίπολης", με τον δεύτερο λόγο της οποίας παραπονείτο το τελευταίο, ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ θα έπρεπε να απορριφθεί, διότι ορθώς κατετάγησαν οι εφεσίβλητες στα μισθολογικά κλιμάκια που αυτό τις κατέταξε, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 11 του Ν. 4354/2015, η προϋπηρεσία τους, που είχε διανυθεί με σύμβαση έργου, δεν μπορούσε να αναγνωρισθεί, αφού διέλαβε στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του τις ως άνω ρυθμίσεις των άρθρων 1, 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 - 5 του Ν. 3320/2005, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 20 του Ν. 3205/2003, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, στη συνέχεια έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, και απέρριψε τον περί του αντιθέτου (δεύτερο) λόγο της από 21/3/2019 έφεσης του δωδέκατου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης και κατ'ορθή εκτίμηση τούτου, ο εκκαλών Δήμος Τρίπολης βάλλει κατά της εκκαλουμένης, που συνυπολόγισε για το μετά την κατάταξη των εναγουσών (στις 10.01.2007) χρονικό διάστημα, για την κατάταξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και για τη μισθολογική τους εξέλιξη ως χρόνο προϋπηρεσίας και τον προηγούμενο χρόνο απασχόλησής τους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωση έργου, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως έπραξε τούτο η εκκαλουμένη κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ενώ ο ίδιος έπραξε ορθά προς συμμόρφωση των κείμενων διατάξεων και κατέταξε τις εναγόμενες - εφεσίβλητες στα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) που τις κατέταξε, λαμβανομένου υπόψη ότι η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί με σύμβαση έργου δεν μπορεί να αναγνωρισθεί και συνεπώς η εκκαλουμένη έσφαλε και θα έπρεπε να είχε απορρίψει την αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι εν προκειμένω η κατάταξη των εναγουσών-εφεσιβλήτων δεν στηρίζεται στην επικαλούμενη από τον εκκαλούντα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4α' του Ν. 4354/2015 που ισχύει από 1.1.2016, κατ' άρθρο 35 του ιδίου νόμου, και αποκλείει αναγνώριση προϋπηρεσίας που προσφέρθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, διότι η κατάταξη των εναγουσών, βάσει της οποίας ακολούθησε και η μισθολογική τους εξέλιξη, έγινε πριν την ισχύ του παραπάνω νόμου, παρεκτός ότι η διάταξη αυτή αφορά τη μισθολογική εξέλιξη και διακρίνεται από τη συγκεκριμένη περίπτωση που η προϋπηρεσία των εναγουσών δεν λήφθηκε υπόψη εξαρχής κατά την κατάταξη, ενώ έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την κατάταξη, ώστε να καταταγούν σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία τους μισθολογικό κλιμάκιο, ανώτερο του εισαγωγικού (18ου) και να εξελιχθούν στη συνέχεια και δεν είναι κρίσιμο το ότι ζητούν να καταβληθούν αποδοχές που αφορούν τον μετά την κατάταξη χρόνο (...)".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων άρθρων 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 - 5 του Ν. 3320/2005, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 20 του Ν. 3205/2003 και μη εφαρμόζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 4354/2015, που ισχύει από 1/1/2016 και αποκλείει την αναγνώριση προϋπηρεσίας που προσφέρθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή ευθέως, διότι, όπως προεκτέθηκε, η κατάταξη των εναγουσών-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, βάσει της οποίας ακολούθησε και η μισθολογική τους εξέλιξη, έγινε πριν την ισχύ του παραπάνω νόμου, με βάση την προαναφερθείσα και προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

β'του Ν. 3320/2005.

Εξάλλου, το άρθρο 11 του Ν. 4354/2015 αφορά τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων των φορέων που αναφέρονται στον τίτλο του κεφαλαίου Β του νόμου αυτού και διακρίνεται από τη συγκεκριμένη περίπτωση, που η προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων δεν λήφθηκε υπόψη εξαρχής κατά την αρχική κατάταξή τους στις 10/1/2007. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης. Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" (ΦΕΚ Α' 114/8.6.2006), κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/10/2022 (αρ. κατ. 7916/883/17.10.2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 649/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος