Legislator Case Law & Legislation
1852/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor law misapplication by public enterprise in employment dispute.

Case Number 1852/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a public company against a first-instance judgment regarding its employees. The court found that the lower court incorrectly failed to apply specific labor laws applicable to public enterprises, despite the company's status under relevant statutes. Consequently, the appeal was allowed on this ground, leading to the rejection of the original lawsuit and the dismissal of the employees' claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must correct lower court errors in applying labor laws to public enterprises, allowing the appeal and rejecting the underlying claim when such misapplication is proven.

Keywords

AI generated
public enterprise labor law misapplication of labor regulations appeal against first instance employment contract validity code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 2 letters a and g of the Code of Civil Procedure
Article 143 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 74 paragraph 1 of Law 4690
Article 1 paragraph 5 of Law 3833/2010
Article 3 paragraphs 4 and 6 of Law 3845/2010
Article 1 paragraphs 1 and 2 of Law 3429/2005
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 letter a of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1852 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1852/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. …….και 30. Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 898/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4713/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29/7/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ` αριθ. 3776Β/14.3.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Κοπανιτσάνου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 29.7.2020 και με αριθμό κατ. 53295/97/29.7.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (24.5.2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς τη δικηγόρο Αθηνών Αμαλία Κουτσοκέρα, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρo 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. 2.-Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την από 29.7.2020 και με αριθ. κατάθ. 53295/97/29.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4713/7.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 14.7.2014 και με αριθ. κατάθ. 1331/14.7.2014 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 898/30.5.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της ως άνω εκκαλούσας εταιρείας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή, ως κατ' ουσία βάσιμη, η εκδικασθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών από 22.1.2013 και με αριθ.

κατάθ. 77/23.1.2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και είχαν επιδικασθεί σε αυτούς τ' αναγραφόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 29.7.2020 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 4713/7.5.2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (8.5.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 8.5.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι δεν είχαν παρέλθει και οι επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω προθεσμίας, κατά τα προαναφερόμενα.

Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3.-Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ.4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.

Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (Παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι : (Παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".

Κατά δε την παρ.1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1147/2015 σχετ.

Ολ.ΑΠ 1/2021). Ειδικότερα η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση κατά το νομοθέτη της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που εκ της φύσης των συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερουμένης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012, Ολ.ΑΠ 1/2021).

Ως εκ τούτου οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ.

ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ.), ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η διάταξη αυτή δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ, υπόθεση Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, με περαιτέρω παραπομπές).

Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ.2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.

Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 - 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθ. 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου Ν. 3429/2005 και υπό τον παράτιτλο "εξαιρέσεις", όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάσταση αυτής με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010, ορίσθηκε στο εδάφιο α αυτής ότι από το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού εξαιρούνται οι ανώνυμες εταιρείες που έχουν συσταθεί με βάση το Ν. 1955/1991 [αφορά την ίδρυση της εταιρείας ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ] και την εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994 [αφορά την ίδρυση με κοινή υπουργική απόφαση ανωνύμων εταιρειών με σκοπό την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου υποδομής] και όσες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν ήδη τεθεί με ρητή διάταξη νόμου εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ στο εδάφιο β ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού δύνανται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής όλων ή ορισμένων διατάξεων του Κεφαλαίου Α του παρόντος νόμου και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις.

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης του εδαφίου β του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, εκδόθηκε η υπ' αριθ. Φ3/18164/1440/2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφοράς και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 424/7.4.2006), με την οποία η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [αναιρεσείουσα] εξαιρέθηκε όλων των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005.

Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 και ενόψει του επιδιωκομένου με τη σχετική ρύθμιση σκοπού ν' απαλλαγούν ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις που θέτουν οι προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ούτως ώστε αυτές να καταστούν περισσότερο ευέλικτες στη λειτουργία τους, σε συνδυασμό και προς το πλέγμα των ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του ως άνω νόμου, συνάγεται ότι η προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση αφορά τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α που αναφέρονται, κατά τον παράτιτλο αυτού στην οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών (άρθ. 2 - 14 αυτού), και δεν αναφέρεται στην ιδιότητα των εν λόγω επιχειρήσεων ως δημοσίων επιχειρήσεων, κατά τις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του ιδίου νόμου.

Συνεπώς την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 - 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση, τόσο οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού κατά το εδάφιο α της διάταξης αυτής (ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ κλπ), όσο και οι δημόσιες επιχειρήσεις που εξαιρέθηκαν στη συνέχεια με την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης κατά το εδάφιο β της διάταξης αυτής. (ΑΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018).

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παρ. 5 του ιδίου άρθρου. Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής".

Ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), με την οποία ορίσθηκε στο εδάφιο β αυτής ότι οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις της προηγουμένης περίπτωσης, καταργούνται, διότι η ρύθμιση αυτή τελεί σε συνάφεια με τη ρύθμιση της προηγούμενης διάταξης, που αντικατέστησε το άρθρο 19 του Ν. 3429/2005 στο σύνολό του και όρισε, καταργώντας τη σχετική εξαίρεση, ότι στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου [ενν.

του Ν. 3429/2005] υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2362/1995, με εξαίρεση το ταμείο του ν. 3864/2010 και τις εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείρισή τους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως του εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου α του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου β του ιδίου νόμου με την έκδοση της προς τούτο κοινής υπουργικής απόφασης, είτε δεν έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού.

Η αληθής αυτή έννοια των ως άνω διατάξεων προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.6 του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α 128/3.8.2010), με την οποία ορίζεται ότι "δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που διέπονται από ειδικά καθεστώτα, όπως οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες έχουν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1991", οι οποίες, αναφερόμενες σε αυτήν ενδεικτικά (χρήση της λέξης "όπως"), το μεν κατά την παρ. 2 του πρώτου άρθρου του εν λόγω νόμου (Ν. 1955/1991) λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ` αυτές οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 1147/2015), το δε κατά την ως άνω διάταξη του εδαφίου α του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 ρητώς εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του νόμου αυτού.

Άλλωστε, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ.8 του άρθρου 1 του Ν. 3833/ 2010, κατά την οποία "οι ρυθμίσεις των παρ.5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α 148), σύμφωνα με το οποίο "από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ.1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1.1.2010 και από 1.6.2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας" και με το τελευταίο εδάφιο της παρ.18 του τρίτου άρθρου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ.5 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66), με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής [που αφορούσαν τις μειώσεις μόνο από το Ν. 3845/2010] οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ΟΠΕΚΕΠΕ, ΚΕΕΛΠΝΟ, ΚΕΘΕΑ, και ΙΚΑΝΑ.

Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί από τις επικαλούμενες παρ.17, 18, 19 και 21 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκαν με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010 και ορίζουν μεταξύ άλλων: "Παρ. 17. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1.1.2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ [...].

Παρ. 18. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1.1.2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας. Εξαιρούνται, επίσης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, εφόσον τα επιδόματα αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου αυτού.

Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ [...]. Παρ. 19. Το σύνολο των μειώσεων που επέρχεται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 17 και 18 δεν επιτρέπεται να υπερβεί κατά μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά που θα καταβάλλονταν μηνιαίως, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Αν οι μειώσεις υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό, το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ.17 αυξάνεται μέχρι του ποσοστού αυτού. Παρ. 21. Οι διατάξεις των παρ.17 έως και 20 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές οι οποίες υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ορίζονται στις παρ.17 και 19, καταργείται.

Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια αυτά αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο". Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίσθηκαν ανώτατα και κατώτατα συνολικά όρια μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις επιβληθείσες νόμιμα μειώσεις, για την επιβολή περαιτέρω μειώσεων από 1.1.2011 των αναφερομένων σ` αυτές κατηγοριών εργαζομένων με υψηλές αποδοχές και δεν επήλθε διαφοροποίηση του πεδίου εφαρμογής των αρχικών (οριζοντίων) μειώσεων που προέβλεπαν οι ρυθμίσεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 (ΑΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1147/2015).

Ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από το ότι σε άλλες διατάξεις νόμων που αναφέρονται σε όλως διαφορετικά ζητήματα, όπως στο δικαίωμα προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας δημοσίων επιχειρήσεων που εμφανίζουν αρνητικά αποτελέσματα με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό τους ή επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό (άρθ. 56 παρ. 4 του Ν. 3691/2008) ή στην έννοια του δημοσίου τομέα για την εφαρμογή των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης, με βάση την ενωσιακή νομοθεσία, και δημοσίου λογιστικού (άρθ. 14 παρ.1 του Ν. 4270/2014) γίνεται στις ως άνω διατάξεις ρητή μνεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 "...

ανεξαρτήτως εάν έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του νόμου αυτού..." (ΑΠ 1459/2018, AΠ 1460/2018). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1420/2013). 4.-Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο την από 14.7.2014 έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρεία συνεστήθη το έτος 1996 ως ανώνυμη εταιρεία, θυγατρική του "Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ) κατ' εφαρμογή διατάξεων του ιδρυτικού νόμου του τελευταίου (Ν.Δ/μα 674/1970, όπως στη συνέχεια συμπληρώθηκε με το Ν. 3710/2008), που παρέχουν στον ΟΣΕ το δικαίωμα ίδρυσης επιχειρήσεων ή εταιρειών κατασκευής έργων που χρηματοδοτούνται από κοινοτικά προγράμματα, με αντικείμενο τη μελέτη (ολική ή μερική), δημοπράτηση, προμήθεια, κατασκευή, εξοπλισμό, οργάνωση, διαχείριση, καθώς και τη διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθηση αυτών, οι οποίες (εταιρείες) λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ως επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, και εποπτεύονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως και ο ΟΣΕ.

Ότι κατά το νόμο, ο ΟΣΕ με απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου μπορεί να αναθέτει στην αναιρεσείουσα την παροχή προς αυτόν υπηρεσιών κάθε φύσεως, που σχετίζονται με το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την υποστήριξη, τη λειτουργία ή τη συντήρηση των δραστηριοτήτων του. Ότι ο ΟΣΕ, κατά τον ιδρυτικό του νόμο (Ν.Δ/μα 674/1970 όπως συμπληρώθηκε με το υπ' αριθ. 532/1972 Β.

Δ/μα) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με σκοπό την ενιαία οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη των μεταφορών με σιδηροδρόμους, αποτελεί δε δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουσα διοικητική και οικονομική αυτονομία και ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, που ασκεί επ' αυτής έλεγχο και εποπτεία.

Ότι με το Ν. 3891/2010 επαναπροσδιορίσθηκαν οι αρμοδιότητες του ΟΣΕ και οι υποχρεώσεις του έναντι των θυγατρικών του εταιρειών και ορίσθηκαν οι αρμοδιότητες της αναιρεσείουσας εταιρείας, οι οποίες αναλυτικά διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Ότι η αναιρεσείουσα είναι δημόσια επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 εδ α του Ν. 3429/2005, αφού αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε και χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον ΟΣΕ, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενο αποκλειστικά από το ελληνικό δημόσιο.

Ότι με την υπ' αριθ. Φ3/18164/1440 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β 424/7.4.2006) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 εδ. β του Ν. 3429/2005, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010, η αναιρεσείουσα εξαιρέθηκε από 7.4.2006 όλων των διατάξεων του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005.

Ότι η ανωτέρω εξαίρεση ίσχυσε μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3899/2010, ήτοι μέχρι τις 17.12.2010 (ημέρα δημοσίευσης αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), οπότε κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 εδ . β αυτού καταργήθηκαν οι εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του [παλαιού] άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 κοινές υπουργικές αποφάσεις, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να υπαχθεί στις διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 από της ημερομηνίας αυτής (17.12.2010).

Αφού δε διαλαμβάνει στο σκεπτικό της το ως άνω περιεχόμενο των ρυθμίσεων του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, που προβλέπουν από 1.1.2010 και 1.6.2010 αντίστοιχα μειώσεις στις αποδοχές, μεταξύ άλλων, και των απασχολουμένων σε δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2010, καθώς και το περιεχόμενο των ρυθμίσεων των παρ. 17 - 22 του Ν. 3899/2010 που προστέθηκαν με το άρθρο 2 αυτού στο τέλος του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ως άνω μειώσεις των αποδοχών που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 δεν αφορούσαν το απασχολούμενο στην αναιρεσείουσα εταιρεία προσωπικό για το διάστημα από 1.1.2010 έως 17.12.2010, καθότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε εξαιρεθεί του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, δυνάμει της ισχύουσας από 7.4.2006 ως άνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης, η οποία καταργήθηκε μόνο για το μέλλον, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 εδ.

β του Ν. 3899/2010, ήτοι από 17.12.2010, ελλείψει αντίθετης νομοθετικής πρόβλεψης. Ότι κατόπιν των ανωτέρω η εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία μη νόμιμα προέβη σε περικοπές των αποδοχών των εναγόντων [και ήδη αναιρεσιβλήτων] με βάση τους Ν. 3833/2010 και 3845/2010 για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2010 έως το Δεκέμβριο του 2010 και κατά συνέπεια οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι απασχολούνται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε αυτήν δικαιούνται μισθολογικών διαφορών με βάση τις αποδοχές αυτών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το έτος 2010, δυνάμει της από 3.4.2008 κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και της υπ' αριθ. 9/2008 διαιτητικής απόφασης για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε τεχνικές, μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις και εκείνων που έλαβαν με την εφαρμογή των ανωτέρω περικοπών, όπως τα ποσά των διαφορών στις μηνιαίες αποδοχές και στα επιδόματα εορτών και αδείας προσδιορίσθηκαν ανά ενάγοντα στην προσβαλλομένη απόφαση.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα οριστική υπ' αριθ. 898/30.5.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη η από 22.1.2013 και με αριθ.

κατάθ. 77/2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εν λόγω εταιρείας. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και στη συνέχεια δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, καθότι στο πεδίο εφαρμογής αυτών υπαγόταν και το απασχολούμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της αναιρεσείουσας εταιρείας, εφόσον αυτή ήταν δημοσία επιχείρηση κατά την έννοια των παρ.1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, αδιαφόρως του εάν κατά το διάστημα μέχρι τις 17.12.2010 αυτή είχε εξαιρεθεί των (λοιπών) ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του τελευταίου αυτού νόμου.

Επομένως είναι βάσιμος ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των ρυθμίσεων των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 στο απασχολούμενο από αυτήν προσωπικό, με αναφορά μάλιστα σχετικής εγκυκλίου της διοίκησης και με την επίκληση μερικής έστω (σιωπηράς) κατάργησης με τους νόμους αυτούς της ως άνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης που την εξαίρεσε από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης.

Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από 14 Ιουλίου 2014 και με αριθ.

κατάθ. 1331/14.7.2014 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμό 898/30.5.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 22 Ιανουαρίου 2013 και με αριθ. κατάθ. 77/23.1.2013 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, να ερευνηθεί η αγωγή και απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη.

Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4713/7.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ' ουσία την από 14 Ιουλίου 2014 και με αριθ. κατάθ. 1331/14.7.2014 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 898/30.5.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 22 Ιανουαρίου 2013 και με αριθμό κατάθεσης 77/23.1.2013 αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ